Sin Radio Listen, don't just hear!

Τελικά, η παρακμή του Αμερικανικού ονείρου πόσο διαρκεί; Πότε ξεκίνησε και ποτέ θα τελειώσει; Και μήπως τελικά ήταν εκ γενετής παρακμιακό, απλά αργήσαμε να το καταλάβουμε ή ακομή δεν; Το πιο πρόσφατο θεατρικό παράδειγμά μου, μέχρι πριν λίγες μέρες, ήταν το Killer Joe, που διαδραματιζόταν κάπου στα 90’s και φυσικά μπόλικα φιλμς που κατά καιρούς έχω δει και πραγματεύονται το ίδιο. Πλέον, έχω θεατρική εικόνα κι από δεκαετία ’80 – το “Αβυσσαλέο Κτήνος” στο Rabbithole, μου την πρόσφερε απλόχερα.
Πάμε λίγο να φτιάξουμε εικόνα για να καταλάβεις πού τοποθετείται η δράση. Νεβάδα – Λας Βέγκας, σκέφτεσαι. Μέσα είσαι – κάπου εκεί κοντά είναι και το Ρίνο. Το Ρίνο είναι μια πόλη που χτίστηκε στους πρόποδες της Σιέρρα Νεβάδα (‘χιονισμένη οροσειρά’ σημαίνει στα ισπανικά και ναι, σωστά το φαντάστηκες, ονομάστηκε από αυτήν όλη η πολιτεία), που καταλαμβάνει μεγάλο μέρος στα ανατολικά – ένα άλλο μεγάλο κομμάτι “ανήκει” στην έρημο Μοχάβι στα νοτιοδυτικά και το ελάχιστο που μένει είναι θεωρητικά καλλιεργήσιμο έδαφος, γιατί οι βασικές παραγωγές είναι μεταλλεύματα από ορυχεία στα βουνά (αν θυμάσαι παλιά western, όλοι οι χρυσοθήρες στη Νεβάδα πήγαιναν) και φυσικά χρήμα που παράγεται από τον τζογο και τις συγγενείς δραστηριότητες στην μητρόπολη του Βέγκας. Το Ρίνο έχει κι αυτό τα καζίνο του και τις λέσχες του και, παρότι λιγότερο φωτισμένο, έχει τους φανατικούς επισκέπτες του (πιο “incognito” φάση, όμως).
Σε αυτόν τον όμορφο τόπο, που οι δουλειές είναι συγκεκριμένες, κυκλοφορούν, πέρα από τους μεγαλοκαρχαρίες, και τα ντόπια λαμόγια. Άνθρωποι που στήνουν διάφορες κομπίνες και προσπαθούν να αλιεύσουν κορόιδα για να καταθέσουν τον “οβολό” τους στο ταμείο τους. Φυσικά, όλο αυτό το σύστημα λειτουργεί υπό την επίβλεψη και την ανοχή των μεγάλων παιχτών, που αφήνουν και τους ντόπιους να παίρνουν λίγη χαρά.
Σε ενα τέτοιο κύκλωμα μάς βάζει μέσα η παράσταση – ο Σαμ, μεσήλικας πλέον, παλιός πυγμάχος, έχει ένα μαγαζί με χαλιά ως βιτρίνα και στην υπόγα υπάρχει ένα ρινγκ, που προπονούνται τοπικά ταλεντάκια και διοργανωνόνται παράνομοι αγώνες, στους οποίους μαζεύονται αρκετοί που γεμίζουν την τσέπη του “μπουκ” Σαμ με τα στοιχήματά τους. Αυτό που δεν ξέρουν είναι πως η έκβαση των παιχνιδιών είναι “μιλημένη” και τα διάφορα παπαγαλάκια – μέλη του κυκλώματος διαδίδουν διάφορες φήμες, έτσι ώστε τα υποψήφια θύματα να ποντάρουν και φυσικά να χάσουν.
Σε αυτό το παιχνίδι, oι ντόπιοι, άσημοι πυγμάχοι, είναι τα γυαλιστερά προϊόντα, αυτοί που είναι μακριά από τη “σαπίλα” και τα “στημένα” των επαγγελματιών, που γοητεύουν τους τζογαδόρους που επισκέπτονται την πόλη για να βρουν το κάτι “διαφορετικό”. Είναι κομμάτι του παιχνιδιού και γνωρίζουν κι αυτοί πώς θα έρθει το αποτέλεσμα του αγώνα – οι πιο ικανοί συνήθως παίζουν με χειρότερούς τους, που “αντέχουν” αρκετούς γύρους, πουλώντας το παπατζιλίκι ότι είναι αγωνιστές και πολύ αξιόλογοι…
Το τελευταίο πουλέν του Σαμ ακούει στο όνομα Πατ Γκλέντον ή Αβυσσαλέο Κτήνος, στο “καλλιτεχνικό” του. Ντόπιος, γιος παλιού πυγμάχου, ζει με το όνειρο που του πουλάει ο μέντοράς του, πως μετά από λίγες νίκες θα ζητήσουν αγώνα από τον πολιτειακό πρωταθλητή και θα καταφέρει έτσι να ξεφύγει από την αφάνεια. Προπονητής του είναι ο παλαίμαχος Σπάιντερ Γουόλς (εκλεκτό μέλος του κυκλώματος, επίσης) με τη συνδρομή του ντόπιου Τζο Φλέμινγκ, που ποτέ μέχρι σήμερα δεν του έδωσαν μια ευκαιρία να παίξει έναν αγώνα. Η Τριανδρία που “φτιάχνει” τα αποτελέσματα, συμπληρώνεται από τον αθλητικογράφο με το παρατσούκλι «Μπάρμπαρα», που στέλνει στο Σαν Φρανσίσκο ανταποκρίσεις του τοπικού “πρωταθλήματος”, προσελκύοντας, με αυτό τον τρόπο, πελατάκια!
Μετά από έναν ακόμη εύκολο αγώνα, στην πόλη καταφθάνουν δύο ξένοι – η Μοντ, δημοσιογράφος που ερευνά τις φήμες για ένα κύκλωμα παράνομου στοιχηματισμού στην πόλη, και ο Μάικλ Κέλλυ, ο «Βέλγος», απεσταλμένος από τα μεγάλα αφεντικά – έχει προηγηθεί τις προηγούμενες μέρες ένα “ατύχημα” στον πολιτειακο πρωταθλητή σε ενα μπαρ στο Φρέσνο, ιδιοκτησίας του Κορμπέτ, τοπικού αστυνομικού και μανιώδη παίκτη στοιχημάτων, που χρήζει διερεύνησης και επιπλέον κάποιος πρέπει να “τραβήξει” το αυτί του Σαμ, που κάποιες ενέργειές του ενόχλησαν τ’ “αφεντικά”.
Η άφιξη αυτών θα ταράξει τις ισορροπίες, ο Σαμ θα υποσχεθεί έναν “καθαρό” αγώνα ανάμεσα στον Πατ και τον Τομ Κανάμ ή Καμάρι της Γιούτα, παλιά βεντέτα της περιοχής και νυν υπάλληλο στο μαγαζί με τα χαλιά, ώστε με αυτόν τον τρόπο να αποδείξει στον Μάικλ ότι δεν ισχύουν όσα λέγονται για το άτομό του – αλλά, επειδή πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι, ο Σαμ θα ετοιμάσει ένα τελευταίο μεγάλο κόλπο… Όμως, η σχέση που αναπτύσσει ο Πατ με τη Μοντ τού χαλάει προσωρινά τα σχέδια, καθώς ο νεαρός πυγμάχος δείχνει τάσεις ανεξαρτησίας, οπότε το παιχνίδι θα φτιαχτεί από τη μεριά του Τομ… είναι ποτέ όμως δυνατόν ο «Βέλγος» να αφήσει να τον πιάσει κορόιδο ένας “επαρχιώτης”;
Η τελική “μάχη” προσομοιάζει με ένα παιχνίδι πόκερ με σημαδεμένη τράπουλα, με τον «Βέλγο» να αναλαμβάνει και καθήκοντα διαιτητή (για να διασφαλιστεί η καθαρότητα του αγώνα), όπου το φαβορί κάνει τα πάντα για να βγει το αποτέλεσμα που επιθυμεί ο “δυνατός”… το τέλος της ημέρας βρίσκει τους περισσότερους ευχαριστημένους – ο «Βέλγος» εκπλήρωσε επιτυχώς την αποστολή του, ο Πατ έχει μια φουσκωμένη τσέπη με δολάρια και είναι, το βασικότερο, ζωντανός να φτιάξει κάπου αλλού τη ζωή του, η Μοντ ανακάλυψε πως όσα άκουγε είχαν βαθύτερες ρίζες και επέλεξε να πάει με το μέρος του ισχυρού· όσοι βοήθησαν για να δημιουργηθεί η “νέα τάξη πραγμάτων” στην πόλη, ανταμείφθηκαν πλούσια και θα συνεχίσουν να το κάνουν, εφόσον είναι “καλά παιδιά”, και τέλος, ο Τομ έγινε ο τοπικός ήρωας, ο βετεράνος που ταπείνωσε τον νεαρό πρωταθλητή, κάτι που και ο ίδιος το είχε πραγματικά ανάγκη. Όσο για τον Σαμ… αυτός μάλλον αναπαύεται στον βυθο κάποιας λίμνης…
Η ψευδαίσθηση ότι το γρανάζι είναι το σημαντικότερο κομμάτι μιας μεγάλης μηχανής, είναι αυτή που κατάλαβα ότι κινητοποιεί την ομάδα σε αυτήν την αμερικανική πόλη, που έχει στήσει το μαγαζάκι της με βιτρίνα τους αγώνες πυγμαχίας. Υλικά τους, οι ντόπιοι αθλητές, που βρίσκουν μια εύκολη δουλειά να βγάζουν ένα πολύ καλό μεροκάματο και, παράλληλα, ανθρώπους που να τους “ταΐζουν” τη φιλοδοξία και να τους τονώνουν την αυτοπεποίθηση, γιατί -κακά τα ψέματα- κανείς τους δεν έχει κάποια άλλα εφόδια για να προχωρήσει στη ζωή. Όταν η λάμψη τους θαμπώσει, θα αντικατασταθούν από έναν νεότερο, που θα χτίσει το κύκλωμα τον μύθο του και οι ίδιοι ανήμποροι να διαχειριστούν τα νέα δεδομένα, αφού χάσουν τα πάντα όλα, θα δεχθούν την ελεημοσύνη του “πατέρα” Σαμ και θα κουβαλάνε χαλιά και μοκέτες στο μαγαζί του… Πρωταγωνιστής με τον τρόπο τους σε αυτή την διεργασία, φυσικά, είναι το κοινό των αγώνων, που διψάει για να δει τον άγνωστο φέρελπι πυγμάχο να ανεβαίνει ένα – ένα τα σκαλιά της επιτυχίας, μέχρι την κατάκτηση μιας κορυφής – σε αυτήν τη διαδρομή, θα ποντάρουν σε εκείνον, με προφανή στόχο το κέρδος, αλλά και υποσυνείδητα για να “αποκτήσουν” τη χαρά της νίκης, της κυριαρχίας. Το αμερικανικό όνειρο που, σύμφωνα με τις διδαχές του, ο καθένας έχει την ευκαιρία του να πετύχει, στα καλύτερά του… δημιουργεί χρήμα, πουλάει όνειρα, φτιάχνει ήρωες και, ακούγοντας αυτά που λέμε για την παρακμή του, βάζει τα γέλια.
Ο Γιώργος Σίμωνας, για ακόμη μια φορά, έστησε με την ομάδα του ένα κινηματογραφικό θέαμα στον χώρο μιας θεατρικής σκηνής – όλη η δράση και οι κινήσεις των ηθοποιών σού έδιναν αυτήν την αίσθηση. Υπάρχουν εναλλαγές σκηνών με δράση και πολλές εικόνες, με κάποιες που φαίνονται λίγο “άσχετες”, αλλά λειτουργούν αποφορτιστικά και σε προετοιμάζουν για να δεχτείς το επόμενο “φορτίο” πληροφορίας (όπως και σε ένα έξυπνα σκηνοθετημένο φιλμ δηλαδή). Στον χώρο της θεατρικής αίθουσας, η Νατάσσα Παπαστεργίου έχει εκμεταλλευτεί μέχρι και το τελευταίο εκατοστό και, με καταπληκτικό τρόπο, δημιούργησε: το ρινγκ των αγώνων και τη θέση του ραδιοφωνικού αναμεταδότη, τα αποδυτήρια, το γραφείο-μαγαζί χαλιών του Σαμ, το μπαρ ‘Φλαμίνγκο’ της πόλης και το γραφείο του δημοσιογράφου, που μαζεύεται το παρεάκι και ετοιμάζει τα “επόμενα επεισόδια”. Όλα αυτα δεν είναι σε κοινή θέα, φυσικά, αλλά φωτίζονται για να διαδραματιστεί η κάθε σκηνή, με τα φώτα που σχεδίασε η Σοφία Αδαμοπούλου.
Ερμηνευτικά, όλη η ομάδα ήταν άψογη – Θάνος Αλεξίου (Σαμ Στάμπνερ), Συμεών Τσακίρης («Μπάρμπαρα» – Αθλητικογράφος), Κώστας Κουτρουμπής (Τζο Φλέμινγκ – Πυγμάχος), Μάκης Παπαδημητράτος (Κόρμπετ – Αστυνομικός) και Ματίνα Περγιουδάκη (Μοντ Σάνγκστερ – Δημοσιογράφος), Μιχάλης Ζαχαρίας ( Νατ Πάουερς – Πυγμάχος) και ειδικότερα οι Φώτης Λαζάρου (Πατ Γκλέντον) και Σπύρος Αγγελόπουλος (Τομ Κανάμ), μας εντυπωσίασαν πολύ στον τελευταίο αγώνα, που ήταν μια πραγματικά υπέροχη “χορογραφία” μάχης και σου μετέδιδε όλη την ένταση, αλλά και αυτό το “κάτι δεν πάει και τόσο καλά με αυτόν τον αγώνα” αίσθημα. Δίπλα τους, θα προσθέσω και τον Αλέξανδρο Κωχ (Μάικλ Κέλλυ – «Βέλγος»), που ήταν αρκετά τρομακτικός κάποιες στιγμές ως χειριστικός μαφιόζος! Στη σύντροφό μου, αυτό που της έμεινε μέρες μετά την παράσταση ήταν ο Στάθης Κόκκορης (Σπάιντερ Γουόλς) και ο τρόπος που μιλούσε!
Η εμπειρία (ναι, τέτοια είναι) να παρακολουθήσεις μια παράσταση στο Rabbithole και αυτή την φορά ήταν πραγματική απόλαυση. Είδαμε μια εξαιρετική δημιουργία, συνεργασία πολλών ανθρώπων, όπως πάντα, που, με οδηγό ένα αρκετά βίαιο άθλημα, μας έκανε ένα ταξίδι με ενδιάμεσες στάσεις, σε πολλά από αυτά που χαρακτηρίζονται ως παθογένειες του ανθρώπινου είδους, όπως τζόγος, απληστία, φιλαργυρία, εκμετάλλευση, αλλά και σε πιο “ευγενή” μας γνωρίσματα, όπως ανάγκη για αγάπη και προσοχή, φιλοτιμία, αλήθεια. Φύγαμε πολύ γεμάτοι και χωρίς να αντιληφθούμε πόσο γρήγορα περάσαν τα 130 λεπτά της παράστασης. Αν δεν γνωρίζετε το συγκεκριμένο θέατρο, ιδού η ευκαιρία να το προσθέσετε στην ατζέντα σας και όσοι, παρότι γνώστες, το έχετε αμελήσει, σπεύσατε, γιατί θα περάσει και η μικρή παράταση που πήρε η παράσταση και θα τη χάσετε!
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv