play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Πάρανταϊζ – Η αίθουσα κλιματίζεται’ στο Θέατρο 104

today31 Μαρτίου, 2026

Φόντο
share close

Είχα την ευτυχία τα πολύ παιδικά μου χρόνια να τα ζήσω στο σπίτι των παππούδων μου, σε ένα χωριό του κάμπου της Θεσσαλίας, καθώς οι γονείς μου ταξίδευαν με το εμπορικό ναυτικό — ναι, η μητέρα μου με άφησε για ένα χρονικό διάστημα στους γονείς της και επέστρεψε στο καράβι ως μαρκόνισσα, για να συγκεντρωθούν ταχύτερα τα χρήματα που θα γίνονταν το μελλοντικό μας σπίτι (οι κακές γλώσσες λένε πως αυτή η περίοδος φταίει που «βγήκα» φλώρος!).

Εκεί υπήρχε η συνθήκη στην οποία οι άνδρες του χωριού απασχολούνταν με τη γη και έλειπαν αρκετές ώρες από το σπίτι τους, δημιουργώντας μια γυναικεία κοινωνία, ουσιαστικά, που λειτουργούσε ως μεγάλη κυψέλη — όταν τελείωναν με τις δουλειές τους, βρίσκονταν καθημερινά και σε κάποιο διαφορετικό σπίτι, για να βοηθήσουν ή απλά για καφέ και κουβεντούλα. Εγώ ήμουν κάτι σαν το παιχνίδι τους, αφού η γιαγιά μου με κουβαλούσε μαζί της όπου πήγαινε και όλες ασχολούνταν μαζί μου. Έμαθα να ξεχωρίζω τα σπίτια και την καθεμιά από αυτές από τη μυρωδιά τους και, επειδή δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν, μπορούσα να «διαβάζω» από τα πρόσωπά τους αν ήταν χαρούμενες ή όχι.

Όλη αυτή η γαλούχηση με έκανε, μεγαλώνοντας, να αποκτήσω αρκετές φίλες, αφού είχα αποκτήσει και το χάρισμα του καλού ακροατή, και η συναναστροφή μαζί τους μου ήταν ιδιαιτέρως ευχάριστη, ενώ δεν τις έβλεπα ποτέ σαν κάτι περισσότερο, πράγμα που και οι ίδιες μάλλον εκτιμούσαν (η πλειοψηφία τουλάχιστον). Τα καλοκαίρια, μεγαλύτερος και έφηβος, είχα τη χαρά να τα περνάω στο σπίτι της έτερης γιαγιάς στο νησί κι εκεί πάλι να βρίσκομαι μέσα σε μια κοριτσοπαρέα, αυτή της ξαδέρφης μου, με την οποία βρισκόμασταν τις ίδιες μέρες εκεί, και να γίνομαι κοινωνός πολλών σκέψεων και μυστικών τους, αφού ήμουν ένας «άνθρωπος εμπιστοσύνης», όπως με αποκαλούσαν.

Από εκείνα τα χρόνια θυμάμαι εκείνη τη φορά που ρώτησα κάτι απλό, για εμένα, τα κορίτσια: «Πείτε μου, για να καταλάβω, γιατί ενώ έχετε τόσα παράπονα και τόσες κακές μνήμες, εξακολουθείτε να ερωτεύεστε μαλάκες και εκείνους που δεν σας αξίζουν;» Ήμουν 16 χρονών…

Μια απάντηση που να με βοηθήσει δεν πήρα, γιατί πιθανόν δεν υπήρχε ούτε θα υπάρξει ποτέ, καθώς δεν μπορεί να εξηγηθεί με απλά λόγια η άβυσσος της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Η συνάντηση με μια εξαιρετική καθηγήτρια, που μας έκανε το μάθημα της ψυχολογίας, με ώθησε, σε κάποια ιδιωτική συνομιλία, να της κάνω το ίδιο ερώτημα, πιστεύοντας πως, ως μεγαλύτερη, θα είχε μια απάντηση — δεν μου την έδωσε, αλλά με συμβούλεψε να διαβάζω βιβλία που μιλάνε για όσα αφορούν στις γυναίκες, να παρακολουθώ ανάλογες ταινίες και θεατρικές παραστάσεις, αν παίζονταν τέτοιες στην πόλη, και ίσως κάποια στιγμή, μέσα από αυτήν τη διαδικασία, να λυθούν κάποιες απορίες. Η δεκαετία του ’90, στην οποία αναφέρομαι, δεν προσέφερε πολλές ευκαιρίες για θεάσεις, οπότε μόνη διέξοδος ήταν το βιβλίο. Στα επόμενα χρόνια αυτό άλλαξε και ταυτόχρονα λιγόστευσαν οι απορίες μου, όμως ποτέ δεν χάνω την ευκαιρία να διαβάσω ή να παρακολουθήσω οτιδήποτε με τη σχετική θεματολογία.

Με πολύ χαρά πληροφορήθηκα πως η παράσταση «Πάρανταϊζ – Η αίθουσα κλιματίζεται», που δεν κατάφερα να δω την προηγούμενη χρονιά, επανέρχεται στο φιλόξενο 104 και προγραμματίσαμε την παρακολούθησή της. Οι Seven Sisters επέλεξαν, και για τη δεύτερη θεατρική τους δουλειά, κείμενα της Λένας Κιτσοπούλου, αυτήν τη φορά με όσμωση καλοκαιριού, έρωτα, σεξ και ματαιώσεων.

(Να πω ότι με τη Λένα Κιτσοπούλου υπάρχει μια ιδιόμορφη σχέση, αφού αγαπώ πολύ πράγματα που έχει γράψει ή κάνει και άλλα που δεν αντέχω ούτε στη σκέψη τους. Τη θεωρώ ευφυέστατη και γεννημένη στη λάθος χώρα — αν ήταν Αμερικανίδα, θα είχε γίνει παγκόσμιο φαινόμενο.)

Το ελληνικό καλοκαίρι μπροστά στα μάτια μας, μόλις μπήκαμε στην αίθουσα — το τραπέζι με τις πλαστικές καρέκλες, η αυλή, τα φουσκωτά στρώματα, τα σχοινιά όπου απλώνουμε μαγιό και πετσέτες, ο τενεκές από τη φέτα όπου η γιαγιά φύτεψε μια τριανταφυλλιά, αντικείμενα παραλίας, ήχοι από ξύλινα τσόκαρα που δημιουργούν ηχώ καθώς περπατούν τα επτά κορίτσια στη σκηνή και, φυσικά, τραγούδια που έχουν σημαδέψει τα παλιότερα καλοκαίρια μας!

– Τι χρονιά ήταν το «Μην μου μιλάς για καλοκαίρια»;
– Νομίζω 1991, γιατί ρωτάς;
– Μου θύμισε έναν βλάκα που είχα ερωτευτεί εκείνο το καλοκαίρι!

Η παράσταση αρχίζει και η ομάδα είναι πολύ χαρούμενη, γιατί έχουν στο κοινό πολλούς φίλους και ανθρώπους δικούς τους· μας ενημερώνουν για τη θεματολογία του έργου, μας καθησυχάζουν πως η αίθουσα δεν κλιματίζεται και ότι μπορούμε να βγάλουμε τα μπουφάν μας για να είμαστε πιο άνετα! Πέντε αυτοτελείς ιστορίες, με πρωταγωνίστριες πέντε γυναίκες σε διαφορετικές ηλικίες, ξεδιπλώνονται μπροστά μας.

Από την πρώτη επαφή σε ένα βρώμικο γιαπί μιας έφηβης, στο one night stand με τον λάθος άνθρωπο και το ανεκπλήρωτο που έτσι πρέπει να μείνει, στο απρόοπτο που σε παρασύρει και, όταν φεύγει, ψάχνεις να βρεις «τι έγινε, ρε παιδιά», στην εκπλήρωση μιας ανάγκης και τη φαντασίωση με τον πιο απίθανο τύπο, έως τη δοκιμασία που υποβάλλει το ερωτευμένο διαφυλετικό ζευγάρι σε αυτήν που βαρέθηκε να ψάχνει τον έρωτα και βολικά τον αρνείται.

Οι αφηγήσεις είναι σε μορφή μονολόγου, με τη συμμετοχή της υπόλοιπης ομάδας στη δημιουργία όλων εκείνων των σκηνών που περιγράφονται ή προσώπων που πρωταγωνιστούν στην ιστορία, περιφερειακά πάντα· ποτέ δεν βλέπουμε τον άνδρα που αποτελεί την «πέτρα του σκανδάλου». Ο λόγος και η κίνηση των κοριτσιών είναι ρέοντα και οι λέξεις έχουν μια οξεία, απελευθερωτική χροιά, που προκύπτει από το «προκλητικό» ύφος του κειμένου, την ευθύτητα των σκέψεων που εκφράζονται, μπολιασμένα όλα τα παραπάνω με μια μαύρη κωμική διάσταση που σε παρακινεί να γελάσεις. Το αποτέλεσμα κάνει την εξιστόρηση όσων λέγονται να φαντάζει λιγότερο δραματική, κάτω από το πέπλο της κωμικοτραγικότητας που υπάρχει στον αέρα.

Η Γιώτα Σερεμέτη, που έχει το ήμισυ της φροντίδας για την παράσταση — έφτιαξε το κείμενο, σκηνοθετεί και διάλεξε μουσική — βρίσκεται σε όλη την παράσταση στα δεξιά, όπως βλέπουμε, και λειτουργεί σαν εμψυχώτρια, βοηθός-φροντίστρια σκηνής, ηθοποιός, τεχνικός βίντεο-φωτισμών και «μητέρα πάπια» που σκεπάζει με τα φτερά τα παιδιά της. Μας υποδέχεται με μια όμορφη ερωτική ιστορία για τη γιαγιά της και τις επιλογές που έκανε (που όμως την υποχρεώνουν να ζει στο νοίκι), μας σύστησε την παρέα και μας αποχαιρέτησε με στίχους από το «Σεξ» του Σταμάτη Κραουνάκη και δικές της σκέψεις, πριν το ευφυέστατο χορευτικό του τέλους (τι τραγουδάρα, Θεέ μου, το «Μόνο το σεξ δεν φτάνει»).

Πολύ σημαντική και η συμβολή της Λυδίας Τσάτσου Παρασκευοπούλου, που (πάρτε ανάσα) είναι υπεύθυνη για το υπέροχο σκηνικό, τα κοστούμια, τα βίντεο που παίζουν εμβόλιμα στην παράσταση, τον σχεδιασμό του φωτισμού και την αφίσα για το έργο! Τα υπόλοιπα κορίτσια, δηλαδή οι Χριστίνα Ανδρεάκου, Μαρίνα Βαρβάρα Ζέρβα, Μαρούλα Καλαμποκιά, Νικολέττα Παναγιώτου και Άρτεμις Δούρου, ήταν φανταστικές!

Η παράσταση με πήρε από το χέρι και μου έφτιαξε εικόνες από παραλίες, ταβέρνες που παίζουν παλιά λαϊκά, καραβάκια που εξυπηρετούν μικρά πορθμεία, μηχανάκια με κομμένες εξατμίσεις, αυλές με μυρωδάτα λουλούδια. Μου θύμισε αποσπάσματα από καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων, ως προς τα τοπία και τους ανθρώπους. Τη λάτρεψα από το πρώτο λεπτό και το τέλος της μου άφησε, πίσω από το χαμόγελο, μια πικρή επίγευση και έναν υποδόριο θυμό — γιατί να υπάρχει τόσος πόνος και τόσα λάθη στον έρωτα; Γιατί να πηγαίνουμε και να κάνουμε τη μούρη μας κρέας συνειδητά;

Γιατί το λάθος που ξέρουμε ότι είναι λάθος να είναι τόσο γοητευτικό;
Γιατί, όταν επιλέγουμε να εκπληρώσουμε τα απωθημένα μας, ακολουθεί μια διαδικασία ντροπής;
Και, τέλος, γιατί πάντα οι άθλιοι και όσοι αγνοούν λέξεις όπως «αναστολή» και «σεβασμός» φαίνονται σαν τους κερδισμένους του παιχνιδιού; (συμπέρασμα των δύο πρώτων ιστοριών και παράπονο ενός εσαεί «καλού παιδιού»)

Τις επόμενες ημέρες, με αφορμή την παράσταση, είχαμε να συζητάμε αναμνήσεις μας, όσα είδαμε και να χαιρόμαστε για τη θέασή της.

Αν με ρωτήσεις αν μου έδωσε υλικό για απαντήσεις σε ορισμένα αναπάντητα, ακόμη, ερωτήματα, θα σου πω πως μάλλον τα μεγιστοποίησε — αλλά αυτό είναι λογικό, γιατί δεν μπορώ να σκεφτώ, αρχικά ως γυναίκα και δευτερευόντως ως κάθαρμα.

*Γιατί αυτό το «ελληνικό καλοκαίρι» το έχουμε στο κεφάλι μας ως κάτι πολύ ξεχωριστό; Στις άλλες μεσογειακές χώρες το καλοκαίρι είναι διαφορετικό; Χιονίζει δηλαδή;

Υ.Γ. Με αφορμή την πρώτη ιστορία, λίγες μέρες αργότερα, η σύντροφός μου ρώτησε:
– Θέλεις ακόμη μια κόρη, αν σκεφτείς πόσο σε νευρίασε αυτή η ιστορία;
– Τώρα το θέλω περισσότερο για να τη «φτιάξουμε», έτσι ώστε να μη δίνει τέτοιες «χαρές», αλλά να γίνει πρότυπο δύναμης και διαχείρισης των επιλογών της (ευσεβείς πόθοι!).

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2026

Συντάχθηκε από: Sin Radio