Sin Radio Listen, don't just hear!

«Η ζακυνθινή ταβέρνα υπήρξε, ιστορικά, μία ασυνήθιστη «αγορά» ανάδειξης και υψηλής διατίμησης των διαθέσεων-έξεων και των πολιτισμικών αξιών της εργατικής (λαϊκής) τάξης. Ναός καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας (τραγούδι), μνημείο συντροφικότητας και κοινωνικής αλληλεγγύης, άσυλο από την τυραννία των κυρίαρχων, αλλά και μονοπάτι απόδρασης από ένα σύστημα καθημερινών και αναπόδραστων αναγκών.
Μακριά και πέρα από την τέχνη των αριστοκρατικών προνομίων και την μικροαστική ηθικοκρατία της εποχής, η ζακυνθινή ταβέρνα γκρεμίζει κάθε μορφή ιεραρχίας, πειθαρχίας και τάξης. Παραμερίζοντας τις σιωπηρές απαιτήσεις της κοινωνικής κληρονομιάς, των σχολικών τίτλων, του οικονομικού κεφαλαίου κ.ά. έρχεται και τοποθετεί πάνω στο τραπέζι των αξιών: το φιλότιμο, την μπέσα, την αλληλεγγύη, την παλικαριά κ.ά., προχωρώντας σε οικεία όσο και προσβάσιμα πρότυπα κοινωνικής ταυτότητας». ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ
ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:
Η ΜΑΡΙΑ ΡΟΥΚΑΝΑ-ΑΜΠΕΛΑ γεννήθηκε στη Ζάκυνθο. Φοίτησε στο Φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και στη Νομική σχολή. Εργάστηκε σε Λύκεια και Γυμνάσια της Ζακύνθου και άλλων περιοχών της Ελλάδος. Επί πέντε έτη ήταν υπεύθυνη Αγωγής Υγείας στην Δ.Δ.Ε Ζακύνθου .
Υλοποίησε ημερίδες, σεμινάρια στα πλαίσια της Υγείας. Έχει πραγματοποιήσει πολλές ομιλίες και διαλέξεις με θέματα φιλολογικού,
φιλοσοφικού, λογοτεχνικού και κοινωνικού περιεχομένου. Πρόεδρος της ΧΕΝ Ζακύνθου, δραστηριοποιείται σε θέματα κοινωνικά και πολιτιστικά. Πρόεδρος και του μουσικού σχήματος “Ορχήστρα Νέων Ζακύνθου”, Είναι ενεργό μέλος επιστημονικών ιστορικών εταιρειών και πολιτιστικών συλλόγων. Επί πλέον αρθρογραφεί σε τοπικές εφημερίδες. Ασχολείται ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και τη μουσική . Επιμελείται και γράφει τα κείμενα σε ραδιοφωνική λαογραφική εκπομπή με τίτλο “Λαογραφικά Μονοπάτια”.
Κύρια όμως ασχολία της οι λαογραφικές μελέτες και η έρευνα. Συμμετείχε σε Πανελλήνια Συνέδρια Λαογραφίας και θεμάτων Επτανησιακού Πολιτισμού. Δημοσίευσε λαογραφικές και ιστορικές μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά.
Έχει τέσσερα βιβλία στο ενεργητικό της, τα τρία πρώτα λαογραφικού περιεχομένου:
“Οι σταθμοί της ανθρώπινης ζωής στη Ζάκυνθο”
“ Η Ζάκυνθος του χθες και της μαγικής παράδοσης”
Ζακυνθινά νανουρίσματα |“Στη Βενετιά τα ρούχα σου” και
“ΟΔΑΖ από το βάθος του χρόνου μέχρι σήμερα”.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
Η ταβέρνα στολιζόταν με διάφορες ζωγραφιές, ενώ κάποιες ταβέρνες είχαν και μια κιθάρα κρεμασμένη στον τοίχο. Όσο για τον ταβερνιάρη πάντα με πρόσωπο κοκκινωπό με ένα ζωνάρι στη μέση, μια πετσέτα κρεμασμένη και μια μπροστέλα καρωτή είχε στο αυτί του μια πενελάπη για να γράφει τα βερεσέδια. Όταν ο ταβερνιάρης άνοιγε καινούριο γιοματάρι όλοι οι κρασοπατέρες έτρεχαν να το δοκιμάσουν.
Σύμφωνα με μαρτυρίες ο διάκοσμος ήταν απλός και συνηθισμένος για τις τότε Ζακυνθινές ταβέρνες. Το κρασί συνήθως το έπαιρναν χονδρικώς από τον κτηματία αμπελιών κόντε Κομούτο, ο οποίος διέθετε τότε την πιο οργανωμένη κάβα εξαιρετικών κρασιών, συνήθως παλιών, τεσσάρων, πέντε χρόνων, καθώς και από το Σπύρο Καρρέρ. Αλλά και από τους άλλους γαιοκτήμονες, με αμπέλια στα χωριά στο Μαχαιράδο και το Λαγοπόδο.
Στη μια πλευρά ήταν τα βουτσία, συνήθως αριθμημένα. Απέναντι μια ή δυο παγκάδες με αντραμίδια στρωμμένες. Κόβανε τα παλιά ρούχα και τα κάνανε κουβάρια και με αυτά στον αργαλειό ύφαιναν τα αντραμίδια. Σε κάθε παγκάδα δεξιά αριστερά ήτανε δυο πάγκοι. Τα ποτήρια τα πλένανε με νερό και ξύδι και σφουγγάρι φυσικό, θαλασσινό. Ποτέ με ζεστό νερό, γιατί κάνει μια πάχνα. Το ποτήρι, όταν πίνεις, έπρεπε να τρίζει από καθαριότητα. Οι ταβερναρέοι, μάλιστα, συνήθιζαν κατά το πλύσιμο, το μικρό δάκτυλο του χεριού να το έχουνε έξω από το ποτήρι, που πλένανε. Για το πλύσιμο των ποτηριών είχανε συνήθως ένα τσίγκινο μικρό ντεπόζιτο με μια βρυσούλα και με μια λεκάνη από κάτω, τον λεγόμενο κάνταρο, που έμπαινε σε ένα τραπέζι με μια τρύπα στη μέση, ίσα που να χωράει, το λεγόμενο λαβαμά. Υπήρχαν και οι σκατζίες, ράφια από τάβλες στερεωμένες στον τοίχο. Από πάνω υπήρχε ένα φλοκωτό σαν κουρτίνα που σκέπαζε τη σκατζία. Επάνω της έβαζαν διάφορα διακοσμητικά όπως το λύχνο, το μύλο του καφέ, τσαγιέρα μεταλλική. Επίσης στη σκατζία τα ποτήρια του κρασιού. Γύρω στους τοίχους υπήρχαν φωτογραφίες παλιών φίλων και πολιτικών του κόμματος προς το οποίο επρόσκειτο ο ταβερνιάρης. Παραπέρα κρεμόταν η μοσκιέρα ή φανάρι, ένα μεγάλο κλουβί με σίτα, όπου βάζανε το τυρί για να προστατεύεται από τις μύγες, να αερίζεται και για να μη το φτάνουν τα ποντίκια. Κάτω η ταβέρνα είχε χώμα.
Τα βουτσία ήταν τοποθετημένα σε δυο σειρές, στη κάτω σειρά τα μεγάλα βαρέλια και στην απάνω τα μικρότερα. Τα βαρέλια ήταν επτακοσίων κιλών αλλά και μικρότερα.
Κάθε ξύλο από το οποίο αποτελείτο το βαρέλι ονομαζόταν φούντι. Υπήρχε η έκφραση «γράψε φούντι» κι εννοούσαν «σημείωσε πάνω στο βαρέλι», συνήθως βερεσέδια.
Οι ταβέρνες στην Ζάκυνθο διέθεταν μόνο κρασί στους πελάτες. Τους μεζέδες συνήθως για το κολατσίο τους προμηθευόταν, από τα κοντινά μαγέρικα της περιοχής, (ονομαστά το μαγέρικο του Νικόλα του Σπίνου, και του Βασίλη Ζωχιού) που τους έφερναν μέσα σε λαδόκολλες. Οι ταβέρνες ήτανε το δεύτερο σπίτι ανδρών των λαϊκών, των εργατικών συνοικιών. Ταμπάκικα, Κουτσουπία, Αγία Τριάδα, Γύφτικα, Άμμος, Μακρύο Καντούνι, εμποροπεριοχή Άγιος Παύλος. Ήταν 365 μέρες ανοιχτές, αφού το χειμώνα έβρεχε, μερικές φορές και 60 μέρες συνεχώς, οπότε η ζωή δεν μπορούσε να είναι σε υπαίθριους χώρους. Επίσης ήταν η εποχή που ο πατέρας δεν είχε καμιά σχεδόν επαφή με τα παιδιά, ώστε να μένει μέσα στο σπίτι, άρα καθημερινά έπρεπε να είχε κάπου να πάει, δηλαδή στην ταβέρνα.
Η ταβέρνα στη Ζάκυνθο λειτούργησε σαν λαϊκό σχολείο, όπως η Αγορά στην αρχαία Ελλάδα. «Χωρίς να εξιδανικεύω το χώρο, πίνοντας κρασί (ξεροσφύρι συνήθως) και τραγουδώντας, δημιουργείται μια «ψυχική μέθη», μια ατμόσφαιρα, που, αν έχεις λίγο ταλέντο, σε προκαλεί να παίξεις με ένα διάλογο, μ΄ ένα στίχο, με μια μελωδία…» γράφει ο Δημήτρης Λάγιος.
«Η έννοια της ταβέρνας ήταν διαφορετική, διότι αποτελούσε, όπως γράφει ο Νικόλαος Βαρβιάνης, ένα κομμάτι της ζωής κάθε ζακυνθινού. Ήταν κάτι ανάλογο με τις εγγλέζικες “pubs”, αλλά όχι όμοιο. Προσέφερε κρασί χύμα, απευθείας από το βαρέλι, όχι άλλα ποτά, ούτε φαγητά. Στον τοίχο της ταβέρνας ήταν συνήθως κρεμασμένη μια κιθάρα και ένα μαντολίνο. Οι ζακυνθινοί είναι χαρούμενοι και αισθηματικοί. Έτσι μέσα στις ταβέρνες τραγουδούσαν εύθυμες αρέκιες και αισθηματικές καντάδες».
Στην ταβέρνα ο καθένας χωρίς υποκρισίες και αναστολές διατύπωνε τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του. Η ταβέρνα εκείνη την εποχή αποτελούσε τον εχθρό της μοναξιάς για τους απλούς ανθρώπους που δεν είχαν τις ματαιοδοξίες του σημερινού απομονωμένου ανθρώπου. Εκείνα τα τραπέζια με τους πάγκους ήταν τα απλά σχολεία. Η παλιά Ζακυνθινή ταβέρνα ανήκει σε μια ρομαντική εποχή.
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv