Sin Radio Listen, don't just hear!

Aναμφίβολα, στην ιστορία της μουσικής, ο ηλεκτρικός ήχος αποτέλεσε μια τεραστίων διαστάσεων εξέλιξη, που οδήγησε σε νέα δημιουργικά μονοπάτια τους καλλιτέχνες και στη συνέχεια “γέννησε” και καινούργια μουσικά είδη. Οι πρώτες απόπειρες για ηλεκτρικό ήχο συνέβησαν στην Αμερική, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, όπου μια μικρή εταιρεία επιχείρησε να φτιάξει την πρώτη “ισπανική” ηλεκτρική κιθάρα για κάποιον μουσικό. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, θα υπάρξουν διάφορες αντίστοιχες προσπάθειες, μέχρι τις αρχές του 1940, όταν και ο Les Paul θα κατασκευάσει την πρώτη ηλεκτρική κιθάρα, που έμοιαζε πολύ με αυτήν που γνωρίζουμε σήμερα. Οι πρώτες ηχογραφήσεις με ηλεκτρικά όργανα θα γίνουν περί το 1935 και θα αφορούν σε κάποια τζαζ σχήματα και στη δεκαετία του ’40, με την εξέλιξη όλης αυτής της έρευνας, θα αρχίσει ο ηλεκτρικός ήχος να γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλής.
Στις επόμενες δεκαετίες, οι δημιουργοί θα παίζουν μόνο με τέτοια όργανα και η έννοια του ηλεκτρικού ήχου, θα αποκτήσει μια άλλη διάσταση πλέον, αυτή του πιο θορυβώδους – πιο έντονου ηχητικού αποτελέσματος, που λειτουργεί ξεσηκωτικά για το ακροατήριο.
Στη μουσική βιομηχανία της χώρας, το πιο “ηλεκτρικό” ρεπερτόριο το συναντάμε πρώτη φορά στη δεκαετία του ’60, με τα τότε ποπ συγκροτήματα, και στα τέλη της – αρχές της επόμενης δεκαετίας, δημιουργούνται τα πρώτα ελληνικά ροκ συγκροτήματα, με σαφείς επιρροές από ξένες μπάντες που είχαν επιτυχία, με αντίστοιχο ήχο και ελληνικό στίχο (βγάζω από την ιστορία τους Aphrodite’s Child και τους Socrates, γιατί ηχογραφούσαν σε αγγλικό στίχο και είχαν στόχευση σε διεθνή ακροατήρια). Στην πάροδο των ετών, οι ροκ μπάντες δώσανε πολλά και όμορφα τραγούδια, και χαρακτηριστικά του ήχου τους πέρασαν και σε άλλους καλλιτέχνες, που ανήκαν σε άλλα μουσικά ρεύματα, και αυτό το πάντρεμα έφτιαξε ένα ανθολόγιο ηλεκτρικών τραγουδιών που ακούμε και αγαπάμε ιδιαιτέρως.
Μια απόπειρα παρουσίασης κάποιων από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια από τα ’70s μέχρι τις μέρες μας, ονειρεύτηκε ο Μιχάλης Κουμπιός, στη συναυλία “Ηλεκτρικό Καλοκαίρι”, που παρακολουθήσαμε στον “κήπο” του Christmas Theater στο Γαλάτσι. Σάββατο βράδυ, με ένα ωραίο αεράκι να φυσάει, βρεθήκαμε εκεί, 20 λεπτά πριν την προγραμματισμένη έναρξη (ξεκίνησε, όμως, με μισή ώρα καθυστέρηση στις 21:30) και, αφού πήραμε τη θέση στο τραπεζάκι μας, πιάσαμε ψιλοκούβεντο με τους σχεδόν συνομήλικους από δίπλα. Υπήρχε μια αδημονία και μια προσμονή για κάτι πολύ καλό, αφού ενορχηστρωτής και μπροστάρης στην υλοποιήση όλου αυτού ήταν ο Αντώνης Μιτζέλος (από τους πλέον χαρισματικούς κιθαρίστες που έχει “βγάλει” η χώρα, σαφώς υποτιμημένος, καθώς δεν έχει αναγνωριστεί από πολλούς το έργο του, και συνθέτης πολλών επιτυχιών διαχρονικά, κάτι που επίσης πάρα πολλοί αγνοούν, καθώς μένουν στο ποιος ερμηνεύει και όχι στους δημιουργούς….).
Αρχή με Χρήστο Θηβαίο, που εμφανίστηκε επί σκηνής με δύο από τους μουσικούς του – τον Μάξιμο Δράκο στα πλήκτρα και τον Καλλίστρατο Δρακόπουλο στα τύμπανα και τρία κομμάτια από τις εποχές με τους Συνήθεις Υπόπτους και τον πρώτο δίσκο τους, από το 1995, “Μέρες Αδέσποτες” (Μέρες αδέσποτες, Περικοπές ενός απόκρυφου Ευαγγέλιου, Ο γορίλας). Ο κόσμος “ζεστάθηκε” αρκετά και στη συνέχεια επί σκηνής ανέβηκε και ο Αντώνης Μιτζέλος, για να ακούσουμε τον λατρεμένο “Του έρωτα (Της αγάπης μαχαιριά)” (Αφοί Κατσιμίχα, Της Αγάπης Μαχαιριά, 1994 – η ιστορία λέει ότι οι Κατσιμιχαίοι ήθελαν μια πιο ρεμπέτικη ενορχήστρωση στο κομμάτι, αλλά ο Θύμιος Παπαδόπουλος επέμενε σε μια πιο φανκ-ροκ με πνευστά και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε!)*. Το κλείσιμο της εμφάνισής του έγινε με την παρουσία δύο ακόμη μουσικών (Σάκης Κατσάτσος: μπάσο & Βαγγέλης Σταθόπουλος: ηλεκτρική, ακουστική κιθάρα) και των αδερφών Παντελιά (Κίτρινα Ποδήλατα) και το υπέροχο “Διδυμότειχο Μπλούζ” (Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Γιώργος Νταλάρας, Διδυμότειχο blues, 1991).
Συνέχεια, με Θοδωρή Κοτονιά και τους δύο τελευταίους μουσικoύς της “house band” (Διαμαντής Καλαφατιάδης: πλήκτρα, πιάνο & Βαγγέλης Παπαχριστόπουλος: τύμπανα) και δύο κομμάτια του Νίκου Παπάζογλου – “Στη Ρωγμή του χρόνου” (Μέσω Νεφών, 1986) & “Υδροχόος” (Χαράτσι, 1984) (με υπέροχη ηλεκτρο-ρέγκε ενορχήστρωση), που καταχειροκροτήθηκαν, καθώς ο Νικόλας είναι πολλών μεγάλη αγάπη! Συνέχεια με ένα τραγούδι από την περιόδο των Μακρινών Ξαδερφιών “Ονειροχαμένη Πόλη” (Καλό ταξίδι, 2008) και τελευταία επιλογή από Πελόμα Μποκιού “Γαρύφαλλε, Γαρύφαλλε” (Πελόμα Μποκιού, 1972 – το πιο αναγνωρίσιμο ελληνικό τραγούδι με στοιχεία ψυχεδελικού ροκ).
Μια γνώριμη φιγούρα και πολύ λατρεμένος μουσικός, ο Δημήτρης Μητσοτάκης ήταν ο επόμενος καλλιτέχνης – “Δεν είμαι αυτός που θες” (Ενδελέχεια, Χάρτινες Σαΐτες, 1999) το πρώτο κομμάτι και φυσικά αναμνήσεις μας πλημμύρισαν… αμέσως μετά θα ακολουθούσε ένα τραγούδι από την προσωπική του δισκογραφία, το πιο αναγνωρίσιμο, το “Αν” (Ο Δημήτρης Μητσοτάκης και οι Ευδαίμονες, 2010), όχι όμως στην εκτέλεση με τα παιδάκια, αλλά στην άλλη, την “ενήλικη”! Το πρόγραμμά του θα κλείσει με δύο κομμάτια από έναν απο τους καλύτερους ροκ δίσκους όλων των εποχών απο ελληνική μπάντα (Ενδελέχεια, Βουτιά από ψηλά, 1997) και φυσικά “Βουτιά απο ψηλά” & Διαμαντένια Προβλήτα”.
Είναι η στιγμή που ο Αντώνης Μιτζέλος, με το γνωστό του χιούμορ, μας ενημερώνει πως του επέτρεψαν να παίξει κι αυτός τρία κομμάτια του απόψε και ξεκινάει “Με το ίδιο μακό” (Ελευθερία Αρβανιτάκη, Μένω εκτός, 1991) και η συγκίνηση που έχουμε από τα προηγούμενα, πολλαπλασιάζεται με γεωμετρική πρόοδο. Ακολουθεί ένα ακόμη αγαπημένο τραγούδι, σε μια “ηλεκτρική” διασκευή, ο “Φύλακας Άγγελος” (Γιάννης Κότσιρας, Φύλακας Άγγελος, 1999) και το τελείωμα αναμενόμενο και ξεσηκωτικό “Πόσο σε θέλω” (Τερμίτες, Τσιμεντένιο κονσέρτο, 1987) (το ωραιότερο ροκ τραγούδι ερωτικής εξομολόγησης!).
Επανεμφάνιση για τα Κίτρινα Ποδήλατα, που ενημερώνουν ότι θα παίξουν πέντε κομμάτια, τρεις διασκευές και δύο δικά τους. Και μας βάζουν στην πρίζα κατευθείαν με “Μέρες Αργίας” (Διάφανα Κρίνα, Έγινε η απώλεια συνήθειά μας, 1996 – δίσκος ατελείωτη λατρεία, αγοράστηκε σχεδόν αμέσως με το που κυκλοφόρησε, χωρίς να γνωρίζω καν τι είναι, μόνο και μόνο από τον τίτλο του!). Οι πιο τολμηροί έχουν φτάσει μπροστά στη σκηνή και χορεύουν, όταν μπαίνει η εισαγωγή από το “Μη μ’αγγίζεις” (Να σε δω να γελάς, 2001) και ο χαμός συνεχίζεται με άλλο λατρεμένο, “Ο Βασιλιάς της σκόνης” (Ξύλινα Σπαθιά, Ξεσσαλονίκη, 1993). Δεν παίρνουμε ανάσα και έρχεται το “Θα πάρω φόρα” (Ανάδυση, 2009) και μας αποτελειώνουν με “Δε χωράς πουθενά” (Τρύπες, Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια, 1993), οπότε το διάλειμμα που μας αναγγέλουν κρίνεται απολύτως απαραίτητο για ανασυγκρότηση δυνάμεων, για μια ακόμη κρύα μπύρα (λες κι έτσι θα στρώσει ο ημίκλειστος λαιμός), καθώς δεν είμαστε και στην πρώτη νιότη μας!
Επιστροφή μετά το διάλειμμα και πέφτουν οι τόνοι, με τον Μανώλη Φάμελλο και αρχή με το “Τι σημαίνει ένα τρένο;” (Η στιγμή που κρατάει για πάντα, 2009) και δεύτερη επιλογή το “Insta Girl” (H ζωή ήταν σήμερα, 2021). Το κοινό δεν πολυσυμμετέχει και είναι λίγο ξενερωμένο γιατί μάλλον περίμενε κάτι εξίσου δυνατό, όπως πριν την διακοπή, πράγμα που αδικεί τον πολύ καλό Φάμελλο, που συνεχίζει με “Είναι ωραία να πέφτεις” (Καθώς μικραίνει η μέρα, 1999) και το ταιριαστό με την εποχή “Ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι” (Η ευτυχία είναι αυτό…, 2000) και τελειώνει με μια διασκευή – “Ασωτος Υιός” (Φατμέ, Φατμέ, 1982).
Και έχει έρθει η ώρα για τη ζωντανή ιστορία του ελληνικού ροκ – πρώτα υποδεχόμαστε τον Βασίλη Σπυρόπουλο των Σπυριδούλα, που λογικά θα μας παίξει κομμάτια από τη συνεργασία τους με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, όπερ και συμβαίνει. “Ο Μπάμπης ο Φλου” και “Μου’πες θα φύγω” (Παύλος Σιδηρόπουλος & Σπυριδούλα, Φλου, 1979) ανεβάζουν το κοινό και το κλείσιμο με το κλασικό “Νάυλον ντέφια και ψόφια κέφια” (Σπυριδούλα, Νάυλον ντέφια και ψόφια κέφια, 1982), στήνει το προγεφύρωμα για να υποδεχτουμε την πλεον θρυλική μορφή του ελληνικού ροκ, τον τεράστιο θείο Νώντα ή κατά κόσμον Δημήτρη Πουλικάκο! Το πρόγραμμά του περιλαμβάνει πέντε κομμάτια και ένα σατιρικό meddley για κλείσιμο, με σκόρπιους στίχους από διάφορα λαϊκά τραγούδια, μπολιασμένους σε ένα μπλουζ ρυθμό. Ακούσαμε τα “Είτε προφίλ, είτε ανφάς (Σερφάρουμε στο Χάος)” (2016), “Ωιμέ” (2017), “Σκόνη, πέτρες, λάσπη” (Μεταφοραί Εκδρομαί ο Μήτσος, 1976), “Ο Αποστόλης” (2016) και “Ανοιξε Πέτρο Aνοιξε” (2016). Στην απαίτηση του κόσμου να ακούσουμε το “Υπάρχω”, δεν μας έκανε το χατήρι, γιατί μάλλον δεν το είχαν προβάρει. Κάπου εκεί, ανέβηκε στη σκηνή ο Μιχάλης Κουμπιός, που μας ευχαρίστησε που, παραμονή εκλογών, επιλέξαμε να πάμε σε αυτήν τη συναυλία και υποσχέθηκε ότι θα επαναληφθεί κάτι αντίστοιχο στο μέλλον. Αμέσως μετά κάλεσε όλους τους συμμετέχοντες να βγουν για ένα τελευταίο τζαμάρισμα όλοι παρέα – “Γέλα πουλί μου” (Αφοί Κατσιμίχα, Ζεστά Ποτά, 1985) με τη συνοδεία του κοινού, που έδειξε ότι πολύ χάρηκε με αυτήν την επιλογή.
Συνολικά, ήταν μια εκδήλωση με πολύ καλή οργάνωση, ως συνήθως, όχι τόσο κόσμο όσο θα περίμενε κανείς, αλλά αρκετό για τα δεδομένα της ημέρας. Ενστάσεις και παρατηρήσεις όλοι είχαμε μετά το τέλος της βραδιάς και αυτές είχαν να κάνουν πιο πολύ με τη σειρά που εμφανίστηκαν οι τραγουδιστές και λιγότερο με τα καθαυτού κομμάτια που έπαιξαν. Άλλωστε, είναι τόσο γεμάτη η ελληνική δισκογραφία με “ηλεκτροφόρα” τραγούδια, που μπορεί κάποιος να κάνει μια σειρά απο τέτοιες συναυλίες και κάθε φορά να παίζονται κι άλλα κομμάτια. Σίγουρα, αν τα Κίτρινα Ποδήλατα έκαναν εκεί μια συναυλία θα τους τιμούσαμε καθώς ήταν μακράν ό,τι πιο ενεργητικό και ξεσηκωτικό. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι καταφέραμε και είδαμε ως μουσικό τον Δημήτρη Πουλικάκο, ακόμα και στα 80 του (θαυμάσαμε το πνεύμα του και είπαμε πως, αν είχε γεννηθεί στο μεγάλο νησί, θα ήταν τεράστιο είδωλο παγκοσμίως) και ομολογώ ότι περάσαμε πολύ πιο καλά απ’ όσο περιμέναμε!
*Στις παρενθέσεις, υπάρχει ο πρώτος ερμηνευτής (όταν αυτό συμβαίνει), ο τίτλος του δίσκου που βρίσκεται το τραγούδι και η χρονιά που κυκλοφορίας του.
Θοδωρής Κ., Ιούνιος 2023
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv