Sin Radio Listen, don't just hear!

Παραμονή Χριστουγέννων, στο χιονισμένο Τορόντο, δύο πιτσιρικάδες πετάνε έξω από ένα αστυνομικό τμήμα, έναν ηλικιωμένο, μάλλον άστεγο, άνδρα, που του έχουν φορέσει έναν σκούφο Άη Βασίλη και έναν γάντζο χασάπη-σφαγέα στον λαιμό. Όχι και το καλύτερο σενάριο για τον αστυνόμο που έχει τη βραδινή υπηρεσία και, ενώ ευελπιστούσε σε μια “αδιάφορη” νύχτα, να έχει στα χέρια του έναν αλλοδαπό άσχετο, που δεν μιλάει καν αγγλικά ούτε τα καταλαβαίνει και επαναλαμβάνει σε μια γλώσσα που ονομάζεται Λιβινιανά, μια πρόταση “Δε θα σας πω τίποτα”… Συντροφιά του, βρίσκεται κι ένας σχεδόν 30χρονος δικηγόρος εταιρειών πνευματικής ιδιοκτησίας, η κάρτα του οποίου βρέθηκε πάνω στον ηλικιωμένο, οπότε και γι’αυτο τον κάλεσε, μήπως και γνωρίζει κάτι για τον μυστηριώδη αυτόν άνδρα.
Καθώς ούτε ο νεαρός φαίνεται να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει και πώς βρέθηκε πάνω στον άνθρωπο αυτόν η επαγγελματική του κάρτα, η επόμενη λύση είναι να περιμένουν μαζί μια μεταφράστρια που ζήτησε ο αστυνόμος από την υπηρεσία για να μπορέσει να βρει μια άκρη στην περίεργη αυτή ιστορία. Όταν έρχεται η μεταφράστρια που εργάζεται ως νοσοκόμα σε κάποιο κοντινό νοσοκομείο, διαπιστώνουν με φρίκη πως ο άνθρωπος αυτός έχει βασανιστεί άγρια πριν καταλήξει εκεί, όμως οι εκπλήξεις δεν σταματούν, καθώς, από τους διαλόγους των δύο, πληροφορούνται ο αστυνομικος και ο δικηγόρος, που είναι μεν ομοεθνείς, αλλά από δύο διαφορετικές φυλές της Λαβινίας, οι οποίες πριν 20 χρόνια ενεπλάκησαν σε έναν τρομερό εμφύλιο πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου συνέβησαν πολλές βαναυσότητες. Ο νεαρός αναφέρει κάποια γεγονότα που έχει διαβάσει, λόγω ιδιότητας, στο διαδίκτυο και η μεταφράστριά του συμπληρώνει την αφήγηση με ακόμη πιο ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.
Καθώς η συζήτηση των δύο πρώην Λαβινιανών συνεχίζεται, μαθαίνουμε και το όνομα του ηλικιωμένου άνδρα – είναι ο τελευταίος επιζών μιας ομάδας εγκληματιών πολέμου, που δεν συνελήφθησαν ποτέ και ζούσαν σε άγνωστους τόπους, ο πιο σκληρός απ’ όλους, διοικητής ενός στρατοπέδου αιχμαλώτων πολέμου, που η “ειδικότητά” του ήταν να διαλύει το ηθικό των φυλακισμένων με κάθε τρόπο και συνήθως με βασανιστήρια που προκαλούσε με έναν γάντζο σαν αυτόν που έχει γύρω από τον λαιμό του. Οι πληροφορίες αυτές θα επιβεβαιωθούν από μια έρευνα στον παγκόσμιο ιστό από τον αστυνόμο και η πρώτη σκέψη του, όπως και του δικηγόρου, είναι να ειδοποιήσουν κάποια αρμόδια υπηρεσία για να αναλάβει τη σύλληψη και τα περαιτέρω. Δεν έχουν υπολογίσει, όμως, τη διάθεση της μεταφράστριας, που έχει μια πιο “προσωπική” σχέση με τον άνδρα και άλλα σχέδια για την παραμονή Χριστουγέννων τους. Σε μια στιγμή όλα αλλάζουν, οι ρόλοι θύματος και θύτη ανατρέπονται και η νύχτα, μέχρι το ξημέρωμα, θα είναι μια εμπειρία αρκετά σημαδιακή για όλους…
“Τύπους που κάνουν κακό σε παιδιά πρέπει να τους σκοτώνουν”, θα πει σε μια χαλαρή συζήτηση ο αστυνόμος στον δικηγόρο, μιλώντας για τις δύο κόρες του και ο δεύτερος θα υπερασπιστεί τον νόμο και όχι την αυτοδικία. “Γιατί επιμένεις να μιλάς τη γλώσσα του πολιτισμού σ’ έναν κόσμο που έχει δει τόσο λίγο από δαύτην;” θα του ουρλιάξει μέσα στο πρόσωπο, πολύ αργότερα, η μεταφράστρια, όταν θα ξεκινήσει ένα λογύδριο για όσους, πριν από αυτόν, εκεί μπροστά της φρόντισε η ίδια να τιμωρηθούν, στο οποίο πάλι ο νεαρός θα αντιτάξει τον νόμο και την τάξη απέναντι στο δηλητήριο του μίσους και της αντεκδίκησης. Ακόμη κι όταν για λόγους προσωπικής της ηδονής θα “φροντίσει” να γίνουν όλα κατά πως τα σχεδίασε και περιχαρής με τον συνεργό της δίπλα, την ώρα που θριαμβολογεί ότι κατάφερε να δημιουργήσει ένα ακόμη τέρας, που θα φροντίσει να μην κλείσει ποτέ ο κύκλος της βίας και του παραλόγου, γιατί αυτό την κινητοποιεί πλέον – η γνώση ότι κάποιος την ψάχνει για να την εκδικηθεί και η ίδια θα πρέπει να έχει ένα νέο μεγαλοπρεπές σχέδιο για να χύσει κι αλλο αίμα· ο νεαρός την ακυρώνει μεγαλοπρεπώς, μη αποδεχόμενος να γίνει κομμάτι της αρρωστημένης της λύσσας και του διαταραγμένου μυαλού της.
Αυτό το τέλος έρχεται λυτρωτικά σε όλη τη μισαλλοδοξία και τη φρίκη που ακούμε και βλέπουμε επί σκηνής, καθώς σε όλες τις τραγωδίες πάντα, με κάποιον τρόπο, επέρχεται κάθαρση – κάποιος λαμβάνει μια τιμωρία για όσα έχει πράξει και κάποιος μετά απο όλα όσα έχουν συμβεί είναι αναβαπτισμένος, ως πρόσωπο, αφού οι επιλογές του συμβαδίζουν με την ηθική και όχι με την ιεροσυλία και την ανομία. Συνολικά, το κείμενο έχει πολλές επιρροές στη δομή του από την αρχαία τραγωδία, αρκετά στοιχεία από μυθολογία (π.χ. ερινύες) και κύκλους (Θηβαϊκός & Ατρειδών), με τη διαφορά ότι ο θεατής ακούει φράσεις ή ιστορίες που συσχετίζονται άμεσα με τη μετέπειτα δράση, αλλά, όταν συμβαίνει αυτό, δεν είσαι σε θέση να το αντιληφθείς, αλλά αφού “κάτσει” λίγο μέσα σου η παράσταση. Επίσης, για το ελληνικό κοινό, που έχει γνώση του εμφυλίου πριν 30 περίπου χρόνια στη γειτονιά μας (πρώην Γιουγκοσλαβία) και τις αποκαλύψεις για τη δράση διαβόητων παραστρατιωτικών που έκαναν όργια στο όνομα της ρήσης “στο πόλεμο και τον έρωτα όλα επιτρέπονται” (που είναι από τις τερατωδέστερες σαχλαμάρες που έχουν ποτέ ειπωθεί) πολλά από αυτά ακούγονται ανατριχιαστικά πολύ οικεία.
Σκηνοθετικά, ο Νίκος Σκουλάς, που μετέφρασε και το κείμενο, επέλεξε να ακολουθήσει όλες τις “οδηγίες” του συγγραφέα, χωρίς να επιδιώξει να προσθέσει κάτι δικό του. Φροντίζει να τονίζονται κομβικά σημεία με πιο χρωματισμένες εκφορές λόγου, τις οποίες ακούς την ώρα της παράστασης, αλλά δεν μπορείς να υποψιαστείς τον λόγο που γίνεται αυτό. Έχει δουλέψει προφανώς πάρα πολύ με τους τρεις ακόμη ερμηνευτές για να αναδείξει τον χαρακτήρα του καθενός (αλλά και να κρατήσει κρυφά αυτά που πρέπει να δούμε παρακάτω) και έχει μια επιπλέον επιβάρυνση στο έργο του καθώς, στο κείμενο υπάρχει και μια φανταστική γλώσσα, τα Λαβινιανά, τα οποία ο ίδιος ο συγραφέας έχει δώσει κάποιες οδηγίες για το πως μοιάζουν αλλά δεν υπάρχει μπούσουλας επ’αυτού.
Ο “τυχερός” της παράστασης είναι ο Λουκάς Κούτρας, που κρατάει τον ρόλο του ηλικιωμένου πρώην στρατιωτικού-βασανιστή, ο οποίος πρέπει σε όλη τη διάρκεια που είναι παρόντας ο ήρωάς του να μιλάει αυτήν την “ξένη” γλώσσα και πολλές φορές να κάνει διάλογο και με τη μεταφράστριά του! Παρά πολύ καλός στον ομολογουμένως πιο άβολο χαρακτήρα του έργου, που πηγαίνει από τη συμπάθεια στην απόλυτη απαξίωση, καθώς είναι εκτός χαρακτηρισμού όσα του καταμαρτυρούν, αλλά ο ίδιος ομολογεί ότι είναι και αμετανόητος… Το πρόσωπο του έργου είναι η Οδύσσεια Μπουγά, στον ρόλο της μεταφράστριας – νοσοκόμας, που μέσα σε δύο σκηνές μεταμορφώνεται κυριολεκτικά σε έναν ανήμερο θηρίο, που απορείς που το έκρυβε στο μικρό της δέμας! Ακολουθεί κι αυτή την ίδια διαδρομή με τον “Χασάπη”, με άλλη αφετηρία όμως, αφού οι δικές της πράξεις είναι αποτέλεσμα ενός τυφλού μίσους και μιας διάθεσης να μην μπει ποτέ ενα τέλος στον κύκλο του αίματος. Από τις πλέον συγκλονιστικές γυναικείες ερμηνείες που είδαμε φέτος!
Στον αντίποδα, βρίσκουμε τον Ορέστη Τουλιάτο, που ενσαρκώνει τον δικηγόρο και πρεσβεύει τη φωνή της όποιας λογικής μπορεί να ακουστεί μέσα σε όλο αυτό το χάος. Ταυτίστηκα φοβερά με τον ήρωα και σίγουρα το παίξιμό του έχει ακέραια την ευθύνη γι’αυτό. Τέλος, ο Νίκος Σκουλάς κρατάει το χαρακτήρα του αστυνόμου και είναι αναμφίβολα η μεγαλύτερη έκπληξη του έργου, αφού από ένα δειλό φοβισμένο ανθρωπάκι, που ταυτίζεσαι μαζί του, γιατί δείχνει πως έχει βρεθεί στο λάθος μέρος και τη λάθος στιγμή, με μια κίνηση σε ξενερώνει και σε βάζει στην υποψία του τι έχεις χάσει προηγούμενως και δεν κατάλαβες τίποτα από αυτό που παιζόταν… κι αυτός πάρα πολύ καλός και αρκούντως τρομακτικός, αφού ο φόβος για τους μηχανορράφους ανθρώπους είναι ίσως ο πιο δυνατός που μπορεί κάποιος να νιώσει (και στο τέλος στο βγάζει πολύ).
Συνολικά, ο Χασάπης είναι ίσως η πιο ευχάριστη έκπληξη για φέτος! Το γεγονός ότι παίζεται στη δύση της σεζόν, που συνήθως δοκιμάζονται κάποιες παραστάσεις για την επομενη περίοδο και σπανίως βρίσκεις κάτι αξιόλογο, ίσως έκανε κάποιους επιφυλακτικούς, αλλα όλοι μας αποζημιωθήκαμε στον μέγιστο βαθμό (και το καταχαρήκαμε που μάθαμε ότι θα συνεχίσει κι από φθινόπωρο). Είναι ένα έργο πολύ δυνατό, με ένα εξαιρετικό κείμενο, που έχει αποδοθεί φανταστικά στη γλώσσα μας και μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών, που, μετά το πρώτο “αναγνωριστικό” τέταρτο (που δεν έχεις καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει), αισθάνεσαι ότι ξαφνικά βρίσκεσαι σε ένα πεδίο βολής πληροφορίας και αλήθειας που δεν σου είναι καθόλου εύκολο να διαχειριστείς κι όμως, μετά απο όλη αυτή τη διαδρομή, βγαίνεις γεμάτος ψυχικά και σίγουρα με πολύ τροφή για σκέψη, για ό,τι αφορά το δίκαιο και τον τρόπο που επιλέγουμε να στεκόμαστε απέναντι στη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται (το λυπηρό συμπέρασμα παραμένει το ίδιο – ο καθένας για το χωράφι του και μόνο, όταν το κακό βρέθει έξω από την πόρτα μας, θα δούμε τι μπορεί να κάνουμε, δηλαδή τίποτα ως συνήθως και θα αναλωθούμε στα γνώριμα, μέχρι να ξεχάσουμε και να συνεχίσουμε μάλλον χειρότεροι σε σχέση με πριν).
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Μάιος 2023
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv