Sin Radio Listen, don't just hear!

Η συνομήλική μου Χάρπερ ζει στο Uxbridge του Λονδίνου (προάστιο είναι και μακριά από το κέντρο), με τον σύζυγό της και την έφηβη κόρη τους. Έχουν μετακομίσει εκεί δύο χρόνια τώρα και εργάζεται στο λογιστήριο μιας μεγάλης εταιρείας. Απολαμβάνει της εκτίμησης όλων εκεί και αυτό το έχει κερδίσει με την εργατικότητα και τη συνέπειά της.
Όταν μαθαίνει πως ο πατέρας της, που βρίσκεται στο νοσοκομείο του Stockport του Manchester, είναι ετοιμοθάνατος, αποφασίζει να ζητήσει άδεια λίγων ημερών, ώστε να του πει ένα τελευταίο αντίο προτού πεθάνει. Συναντά τον εργοδότη της, ο οποίος, με την πρώτη ματιά, σου δίνει την εντύπωση του τύπου “πιο μ@λ@κ@ς πεθαίνεις” και του εκθέτει το αίτημά της. Ο εν λόγω κύριος σπεύδει να επιβεβαιώσει την αρχική μας υποψία και, ενώ μπορεί να αρνηθεί με μια σειρά επιχειρημάτων, επιδίδεται σε ένα παραλήρημα ακραίου καπιταλιστικού λόγου, όπου οι έπαινοι συνυπάρχουν με τις προσβολές και τα τεράστια κόμπλεξ του (επειγόντως να τον δει ένας ανδρολόγος και μετά ένας σύμβουλος ψυχικής υγείας) και, αφού κάνει το “κομμάτι” του, την ενημερώνει ότι, αν δεν συμμορφωθεί, θα την απολύσει – για να το κάνει καλύτερο ακόμη, της προτείνει και θέση για την κόρη της στην εταιρεία, όταν με το καλό θα σπουδάζει!
Η Χάρπερ, μαθημένη μάλλον στην ακραία συμπεριφορά, δεν αντιδρά και, όταν τελειώνει, παίρνει τον δρόμο για το σπίτι. Επιστρέφοντας, θα βρεθεί στα ίδια ξανά… Ο σύζυγός της να φροντίζει για το σπίτι και η μικρή να είναι σε μια διαρκή κίνηση, αδιαφορώντας και οι δυο για το τι μπορεί να συμβαίνει στην ίδια ή πώς μπορεί να πήγε η μέρα της. Όταν τους λέει τα νέα για τον πατέρα της και το δίλημμα που αντιμετωπίζει, η οικογένειά της σπεύδει να την επαναφέρει στις “εργοστασιακές” ρυθμίσεις, υπενθυμίζοντάς της, με έμφαση, ότι ο μόνος χρηματοδότης του σπιτιού είναι εκείνη, καθώς ο σύζυγος (για κάποιον λόγο που δεν μας λένε ακόμα) δεν μπορεί να εργαστεί και χρειάζονται επιπλέον χρήματα, για να πληρωθεί το πανεπιστήμιο της κόρης, σε λίγο που τελειώνει το σχολείο.
Θα βγει μια βόλτα για λίγο καθαρό αέρα, θα σταματήσει σε μια γέφυρα και θα ξεφωνίσει, όλα όσα την απασχολούν, στο ποτάμι. Μόνο που απόψε είναι εκεί και ένα νεαρό αγόρι, όχι ιδιαίτερα κοινωνικό, στην ηλικία της κόρης της. Θα της βγει το μητρικό και θα επιχειρήσει μια προσέγγιση· μια υποψία φλερτ θα αρωματίσει τον αέρα, που θα λειτουργήσει αρκετά εποικοδομητικά για την ίδια. Ο νεαρός θα της πει το απλό· ας κάνει ό,τι αισθάνεται η ίδια ως σωστό. Συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει καμιά απολύτως ενσυναίσθηση και κανένας σεβασμός στα θέλω της, από τους δύο στο σπίτι – έτσι αποφασίζει να κάνει ένα ταξίδι μόνη, για να αποχαιρετήσει τον πατέρα της, χωρίς να ενημερώσει κανέναν για το πού θα βρίσκεται.
Όταν φτάνει στο νοσοκομείο, μια νοσοκόμα την ενημερώνει πως την προηγούμενη νύχτα “έφυγε” ο πατέρας της και μοιραία δεν πρόλαβε… Η νεαρή κοπέλα προσπαθεί, με αμήχανο τρόπο, να βελτιώσει τη διάθεση της Χάρπερ, που απλά δεν την ακούει… Νιώθει ότι κάποιος πάτησε το λάθος “κουμπί”, άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και την πλημμύρισε με όλα τα καταπιεσμένα συναισθήματα και τα γιατί, που τόσον καιρό κρατούσε μέσα της. Έχει αλλάξει η έκφρασή της, δεν αναγνωρίζει ούτε η ίδια, ποια ακριβώς είναι.
Βγαίνοντας, και στον δρόμο για το ξενοδοχείο της, θα μπει για ένα ποτήρι κρασί σε μια πάμπ. Εκεί, θα γνωριστεί με έναν νεαρό δημοσιογράφο, που έχει μεγάλο θέμα αλκοολισμού, και συν τοις άλλοις μισεί θανάσιμα τους Εβραίους. Όταν υποψιαστεί ότι υπάρχει πιθανή (εβραϊκή) καταγωγή της Χάρπερ, θα χάσει όλη την μέχρι τότε “ερωτική” του διάθεση και θα γίνει ιδιαίτερα επιθετικός. Η φίλη μας θα τον τραυματίσει με το ποτήρι του κρασιού και θα του κλέψει το κόκκινο δερμάτινο μπουφάν του. Πίσω στο δωμάτιό της, μέσω μιας εφαρμογής, θα βρεθεί έναν μεσήλικα άγνωστό της άνδρα – ένα ερωτικό ραντεβού. Θα συζητήσουν για να “σπάσουν” τον πάγο και εκεί θα μάθουμε ότι πριν δυο χρόνια έφυγαν κακήν κακώς από την πόλη, γιατί σε βάρος του συζύγου της εκκρεμεί μια έρευνα για πιθανή παιδοφιλία – αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορεί να δουλέψει πουθενά (πιθανώς εκεί υπάρχει ένα μητρώο που καταχωρούνται τέτοιοι τύποι και αντιμετωπίζονται ως μιάσματα, μέχρι να αποδειχτεί η αθωότητά τους – όχι όπως εδώ, που κυκλοφορούν και συνεχίζουν ό,τι έκαναν σαν να μην συμβαίνει τίποτα). Ο συμπαθής, κατά τ’αλλα, κύριος δεν ενδιαφέρεται και πολύ για κουβέντα και γνωριμία – είναι εκεί μόνο για σεξ και της προσφέρει ένα άγριο one night stand.
Την επόμενη μέρα, θα αποφασίσει να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες με τη μητέρα της. Έχουν δύο χρόνια να βρεθούν και τις σχέσεις τους δεν τις λες και πολύ καλές… Στο κατηγορώ για τη συμπεριφορά της, διαχρονικά, απέναντί της, η μητέρα της απαντά και αποκαλύπτει άγνωστα γεγονότα στη Χάρπερ για το τι έλεγε ο πατέρας της, για τις επιλογές της και τη συνολική του “δράση”. Όλο αυτό έρχεται προσθετικά και διογκώνει τον θυμό μέσα της και ισχυροποιεί το αίσθημα ότι είναι απόλυτα μόνη στον κόσμο. Παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής από τη μικρή αυτή Οδύσσεια, η ηρωίδα δεν είναι πλέον ο ίδιος άνθρωπος… έχει παραδεχτεί στον εαυτό της αυτά που φοβόταν – έχει έναν, πιθανότατα, εγκληματία και αδύναμο χαρακτήρα για σύζυγο και μια κόρη που, για τους δικούς της λόγους, τη μισεί (η ιστορία επαναλαμβάνεται και η ίδια πήρε τον ρόλο της μητέρας της… θα κάνει κι αυτή αλλαγές ή θα πορευτεί έτσι;). Τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν, όταν επιστρέψει, με την ψυχρότατη υποδοχή από την οικογένειά της και την ομολογία όσων έκανε στην απουσία της, οι συνέπειες, δηλαδή, των αποφάσεών της θα μείνουν αναπάντητες επί σκηνής και θα αποφασίσει ο κάθε θεατής ό,τι μέλλον τού ταιριάζει καλύτερα…
Το έργο μού θύμισε αρκετά τραγωδία του Ευρυπίδη – η ηρωίδα αποφασίζει, κόντρα σε όλους και σε όλα, να κάνει αυτό που την ωθεί μια εσωτερική της ανάγκη και σε όλην αυτή τη διαδρομή, οι ανατροπές, σε όλα όσα είχε ως δεδομένα και σε αυτά που φοβόταν να ομολογήσει ότι ήταν λάθος, είναι διαρκείς και το τέλος φέρνει μια κάθαρση που σκηνικά προσομοιάζει με τις Ευριπίδειες τραγωδίες – οι ήρωες δίνουν λύση είτε με μια αυτοκτονία είτε με έναν φόνο. Στην περίπτωση της Χάρπερ, επιλέγω να μην μείνω σε αυτό το μοτίβο και να τη φανταστώ ως έναν θηλυκό Lester Burnham (από το λατρεμένο “American Beauty”), που επιλέγει μια δουλειά με τις λιγότερες δυνατόν ευθύνες, ρίχνει μια μεγαλοπρεπή μούντζα στην οικογένειά της και, φυσικά, έχει ένα καλύτερο τέλος από τον ήρωα που υποδύθηκε ο Kevin Spacey. Έτσι θεωρώ, ιδανικά, ότι θα έπρεπε να κλείσει αυτό το ταξίδι, που τη γέμισε αυτογνωσία και την έκανε πιο ελεύθερο άνθρωπο – κάθε άλλη επιλογή είναι απλά καταδίκη και ταφόπλακα.
Στην παράσταση, στο Studio Μαυρομιχάλη, είδαμε μια πολύ ωραία σκηνοθεσία από τον Φώτη Μακρή, που ξεφεύγει από τα “καθιερωμένα” και φέρνει έναν αέρα ανανέωσης. Ο ίδιος “κρατάει” τους ρόλους του εργοδότη και του εραστή της Χάρπερ και ερμηνευτικά τον βρήκαμε στα γνωστά του υψηλά ερμηνευτικά μέτρα. Η Στέλλα Κρούσκα, στον κεντρικό ρόλο, δίνει μια υπέροχη Χάρπερ και πετυχαίνει να γίνει πολύ οικεία και αγαπητή στο κοινό, καθώς όλα τα συναισθήματα της ηρωίδας περνάνε και επικοινωνούνται είτε μέσα από το πρόσωπο και τις εκφράσεις είτε από την κίνηση του σώματος. Από τις πολύ δυνατές σκηνές της, μαζί με την τελική στο μπαλκόνι του σπιτιού, βρήκα και αυτή με τη μητέρα της, που υποδύεται η Στέλλα Παπαδημητρίου, που προσπαθεί με μια αμηχανία έκδηλη, που την διαισθανόμαστε και εμείς, να καταλάβει τι έχει πάει τόσο στραβά στη σχέση τους.
Ο Φοίβος Σαμαρτζής μάς εντυπωσίασε ευχάριστα στον διπλό ρόλο του εφήβου, που συναντά η Χάρπερ στη γέφυρα πριν και μετά το ταξίδι, και του αντισημιτιστή αλκοολικού δημοσιογράφου στην πάμπ. Η Βάσω Παύλου, και αυτή σε δυο παρουσίες, ήταν πολύ καλή ως η υπερκινητική γκοθού κόρη, που, έχοντας την εύνοια του μπαμπά, δεν είναι και το πιο εύκολο παιδί να ζει μαζί της και ως νοσοκόμα που προσπαθεί να φτιάξει τη διάθεση της Χάρπερ, μετά τον θάνατο του πατέρα της. Τέλος, ο Λάμπρος Γιώτης ενσαρκώνει τον σύζυγο της ηρωίδας και πέτυχε να μας πείσει ότι είναι ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, που επιλέγει να μιλάει με αποσπάσματα από βιβλία, και προσπαθεί με κάθε τρόπο να είναι ο ιδανικός σύζυγος και πατέρας, σε αντιστάθμισμα των υποψιών που τον βαραίνουν – σε καμία στιγμή αυτός ο χαρακτήρας δεν με έπεισε ότι είναι αθώος του αίματος.
Συνολικά, η Χάρπερ Ρήγκαν είναι η ιστορία που θα βρουν ταύτιση πολλές γυναίκες – όχι, δεν έχουν τόσες πολλές τα ίδια προβλήματα, αλλά είναι εκατομμύρια εκείνες που έχουν καταπιέσει τα θέλω τους και έχουν μπει σε μια ρουτίνα, σκεπτόμενες το τι θα πει ο κόσμος ή τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει, παρά την θέλησή τους. Γνωρίζω αρκετές στον κύκλο μας, που θα ήθελαν να πάνε ένα μικρό ταξίδι μόνες και να ξεφύγουν από όσα έχουν αναλάβει και δεν το κάνουν, γιατί τις φρενάρουν εκατοντάδες μικρά ή μεγάλα που βρίσκονται στο μυαλό και γύρω τους. Αν αυτές οι γυναίκες έβλεπαν την παράσταση, θα ταυτίζονταν με την ηρωίδα, θα συγκινούνταν και σίγουρα θα την καταλάβαιναν καλύτερα από εμένα. Ίσως το δικό τους τέλος να είχε αρκετά ακόμη πρωινά στο μπαλκόνι, με την υπόλοιπη οικογένεια, και έναν καλύτερο εργοδότη. Η ερώτησή μου είναι απλή – θα ήταν αυτές και η Χαρπερ σίγουρες ότι είχαν πάρει τη σωστή απόφαση και τι διασφαλίζει ότι στο μέλλον δεν θα ξανακυλίσουν στα ίδια…;
Αν ο συγγραφέας υπονοεί ένα διαφορετικό μέλλον από αυτό που φαντάστηκα, τότε ευθαρσώς δηλώνω ότι τέτοιου τύπου “θυσίες” δεν μου κάνουν καθόλου (γενικά δεν το έχω καθόλου με τέτοιου είδους βρετανικά, και όχι μόνο, δράματα). Αντιλαμβάνομαι, όμως, υπάρχουν και αυτοί που ανακουφίζονται στην ιδέα της οικογένειας που προχωρά μπροστά και όσα έχουν συμβεί είναι μια “παλιά ιστορία”. Είναι πολύ ευχάριστο πως στην Αθήνα υπάρχουν σκηνές, όπως το Studio Μαυρομιχάλη, που παρουσιάζουν νέα έργα, για πρώτη φορά στο κοινό, που σε κάποιους ανήσυχους (ή μουρλούς, όπως με αποκαλεί, χαριτολογώντας, η δική μου μάνα, που θα ήθελα να γίνει μια Χάρπερ, αν ξεκόλλαγε από τα “σκαλώματά” της, και να μη φύγει από τη ζωή τίγκα στα απωθημένα, όπως είναι τώρα) προκαλούν τόσες σκέψεις και σε άλλους δίνουν τη χαρά να ζήσουν, νοερά, μαζί με την ηρωίδα όσα δεν τολμούν στην πραγματικότητα.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Φεβρουάριος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv