play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Η Βίλα – Ο δρόμος που δεν πήραν’ στο Σύγχρονο Θέατρο

today16 Μαΐου, 2023

Φόντο
share close

Η Βίλα Γκριμάλντι, στα περίχωρα του Σαντιάγο της Χιλής, είναι ένα συμβολικό κτίσμα για τον λαό της Χιλής, που το καθεστώς του δικτάτορα Πινοσέτ (1973 – 1990) χρησιμοποίησε ως τόπο βασανιστηρίων και δολοφονιών αντιφρονούντων με 4500 κρατουμένους, άγρια βασανισθέντες και πάνω από 200 «εξαφανισθέντες».

Τρεις νεαρές γυναίκες προτείνονται από μια επιτροπή ως η ομάδα που θα αποφασίσει πώς θα διαχειριστεί η πολιτεία το εγκαταλελειμμένο κτήριο και έχουν δύο επιλογές:

α) Αν θα ανακαινιστεί και θα γίνει ένας τόπος με θεματική τη δικτατορία και τους αγώνες των δημοκρατών πολιτών.

β) Αν θα διαμορθωθεί αρχιτεκτονικά σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης, διαγράφοντας τη “μαύρη” ιστορία του.

Μέχρις αυτού του σημείου, οι πολυπληθείς συνελεύσεις οδηγούνταν στα άκρα, με βιαιοπραγίες και έντονες διαφωνίες και κάπως έτσι αποφασίστηκε να δημιουργηθεί αυτή η μικρή ομάδα, που ό,τι κι αν επιλέξει θα γίνει δεκτό με τον απόλυτο σεβασμό. Οι τρεις γυναίκες ακούνε στο ίδιο όνομα – Αλεχάνδρα και επίσης είναι παιδιά που οι μητέρες τους υπήρξαν φυλακισμένες στην εν λόγω βίλα και έχουν γεννηθεί εκεί…

Οι συζητήσεις μεταξύ τους και οι μυστικές ψηφοφορίες δεν βγάζουν κάποιο αποτέλεσμα, οπότε στο τραπέζι πέφτει η σκέψη να παρουσιάσουν και νέες ιδέες για το κτίσμα, με την ελπίδα ότι η σύνθεση των απόψεων, ίσως, να δώσει ένα τελικό αποτέλεσμα, που θα εκφράζει τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων της χώρας. Έτσι, παίρνοντας τον λόγο διαδοχικά η καθεμία, αναπτύσσει με επιχειρήματα την πρότασή της και δημιουργείται το εξής παράδοξο – όλες οι προτάσεις έχουν λογική, δομή και τεκμηρίωση και είναι υλοποιήσιμες, αλλά παράλληλα αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοακυρώνονται, με αποτέλεσμα το κοινό που παρακολουθεί να βρίσκεται στο κοινό αδιέξοδο με τις γυναίκες, όπου η απόφαση ακόμη και η σύμπλεξη στοιχείων για ένα τελικό αποδεκτό αποτέλεσμα φαντάζει Γολγοθάς!

Μέσα από αυτήν τη διαδικασία, έρχονται στην επιφάνεια πολλές προσωπικές “αλήθειες” των τριών αυτών κοριτσιών για το πώς αντιλαμβάνονται τη ζωή, την επόμενη μέρα του κόσμου και, το σπουδαιότερο, πώς αντιμετωπίζουν ένα τραύμα που, σχεδόν 30 χρόνια μετά, δεν έχει επουλωθεί και οι καταστάσεις που βίωσε η χώρα έρχονται διαρκώς στο προσκήνιο, πότε ως στοιχείο ενότητας και πότε διάσπασης, καταδεικνύοντας ότι οι άνθρωποί της ακόμη δεν έχουν καταφέρει να βρουν κοινό βηματισμό και δεν έχουν μια αντίληψη για το πώς θα πρέπει να διαχειριστούν όσα αρνητικά υπάρχουν στο παρελθόν – το εύκολο του να γίνουν μάθημα και παράδειγμα προς αποφυγή, αποδεικνύεται πολύ δυσκολότερο του αναμενόμενου, καθώς ο πόνος και η φρίκη για τα κακά που συμβολίζουν κάποια τοπόσημα ή κάποιοι άνθρωποι, υπερκεράζει την ορθή κρίση και τους βγάζει στην επιφάνεια αισθήματα αντεκδίκησης και βίας…

Μέσα όμως από αυτόν τον διάλογο μεταξύ τους, οι τρεις κοπέλες θα ανακαλύψουν πως έχουν περισσότερα που τις ενώνουν απ’ όσα τις χωρίζουν. Η διαχείριση της ιστορικής μνήμης και οι ιστορίες τους που τέμνονται, τις οδηγούν στην αντίληψη ότι αυτό που γνωρίζουν ως ανάμνηση από τις ιστορίες των μεγαλυτέρων, είναι μια πραγματικότητα πολύ άσχημη για εκατομμύρια γυναικών στον κόσμο, ακόμη και τώρα, καθώς όπως λένε και στο κλείσιμο του έργου “υπάρχουν γυναίκες….”, οι οποίες γίνονται μάρτυρες του χειρότερου εαυτού που μπορεί να βγάλει ο άνθρωπος και δεν γνωρίζουν αν κάποια στιγμή θα έχει και για εκείνες το τέλος του μαρτυρίου…

Εξαιρετικά ενδιαφέρον το κείμενο του Γκιγιέρμο Καλντερόν, που δεν σου επιτρέπει να χάσεις ούτε δευτερόλεπτο την προσοχή σου από τα λόγια των ηθοποιών και το θέμα της συλλογικής μνήμης που παίρνει ως αφετηρία για να στήσει την ιστορία, είναι κάτι που πολλοί λαοί κουβαλάνε σαν βαρίδι στην πλάτη τους, αφού για διάφορους λόγους δεν το διαχειρίζονται ορθά. Πρέπει να προχωράνε οι κοινωνίες και να αφήνουν πίσω το παρελθόν, αλλά να το θυμούνται για να μην γίνουν τα ίδια λάθη και να το διδάσκουν στις νεότερες γενιές με τη μέγιστη ειλικρίνεια, ώστε να μην επαναληφθούν σε ευδόκιμες συνθήκες τα ίδια λάθη. Μέσα από τις συζητήσεις των ηρωίδων και των μονολόγων τους, προκύπτει έντονο το αίτημα για την καθολική αναγνώριση του αρνητικού, έτσι ώστε να υπάρξει γαλήνη και λύτρωση για τις ψυχές.

Σκηνοθετικά, η Λητώ Τριανταφυλλίδου επιλέγει μια λιτή φόρμα, αναγνωρίζοντας ότι έχει στα χέρια της ένα κείμενο-δυναμίτη! Επιλέγει να δουλέψει με τις τρεις ερμηνεύτριες και τον ρυθμό τους σε ένα επίσης “σπαρτιάτικό” σκηνικό χώρο, που έχει ως γνώρισμα το ημίφως… Οι νευρώδεις διάλογοι και οι επιτηδευμένες παύσεις που τους ακολουθούν, βοηθούν το κοινό να αντιληφθεί στον μέγιστο βαθμό όσα ακούει και να έχει τον χρόνο να τα κρίνει, ενώ παράλληλα το κράτανε σε μια εγρήγορση, ανάλογη με αυτή των επί σκηνής. Η χημεία των Νατάσα Εξηνταβελώνη, Λίλα Μπακλέση και Αγγελική Πασπαλιάρη είναι προφανής, όπως και η υποκριτική τους δυνότητα, που σε “υποχρεώνει” να τις δεις σαν μια μονάδα και να μη θες να ξεχωρίσεις κάποια. Μετέδωσαν με ευκολία ό,τι συναίσθημα υπάρχει στο έργο, επιτυγχάνοντας να ελαφραίνουν την ατμόσφαιρα, με μικρές ενέσεις χιούμορ που λειτουργούσαν αποφορτιστικά και δεν έμοιαζαν καθόλου ξένες. Δικαιολογήμενη και η αποθεώση στο τέλος, από το κατάμεστο θέατρο!

‘Η Βίλα – Ο δρόμος που δεν πήραν’ είναι μια παράσταση που φέρνει νεανικό κοινό στο θέατρο και αυτό είναι στα πολύ θετικά της, καθώς, μέσα από την ιστορία ενος κτηρίου σε μια χώρα στην άλλη άκρη του κόσμου, τα μηνύματα που εκπέμπονται στο κοινό, βοηθάνε σε αυτό που διαρκώς πολλοί ζητάμε – να ψάξουμε επιτέλους αυτά που συνδέουν, αφού κάνουμε την αξιολόγηση της ιστορίας, χωρίς κομματικά ή άλλα γυαλιά και να διδαχτούμε από αυτήν, έτσι ώστε, στις δημοκρατικές συνθήκες που έχουμε την ευτυχία να ζούμε, να διεκδικήσουμε συλλογικά, από την εκάστοτε εξουσία, το καλύτερο που μας αξίζει και, σε δεύτερο χρόνο, να αναγνωρίσουμε πως για το κακό που συμβαίνει δίπλα μας ή πιο μακριά μας η σιωπή ή το κρύψιμο πίσω από διάφορες προφάσεις μάς κάνει εν μέρει συνένοχους. Το μαζί είναι πιο δυνατό από το μόνος του ο καθένας, αλλά και πολύ δύσκολο να πετύχει, έτσι που ατομικιστικά έχουμε μάθει να λειτουργούμε (και αυτό είναι κι ένα έμμεσο σχόλιο για τη δημοκρατία, που εντόπισα στην παράσταση – οι πολιτικοί, αντί να επενδύουν στη συλλογικότητα, επιλεγούν τις διασπάσεις που είναι χαρακτηριστικό των ανελεύθερων καταθεστώτων… μάλλον στον κόσμο μας κάτι δεν δουλεύει σύμφωνα με τις οδηγίες του “κατασκευαστή” και διατυπώνεται το ερώτημα για την ευθύνη των ανθρώπων συνολικά για αυτήν την ανορθογραφία).

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Μάιος 2023

Συντάχθηκε από: Sin Radio