play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Τρομεροί Γονείς’ στο θέατρο Radar

today22 Ιανουαρίου, 2022

Φόντο
share close

Σε μια γειτονιά στην Ελλάδα του σήμερα, βρίσκεται το σπίτι της Σοφίας, στο οποίο ζει με τον σύζυγό της, Γιώργο, και τον γιο της, Μιχάλη. Η Σοφία είναι χρόνια διαβητική και πρέπει να ακολουθεί ένα αυστηρό πρόγραμμα θεραπείας με ινσουλίνη και άλλα φάρμακα. Η σχέση της με τους δύο άνδρες της ζωής της είναι περίεργη – ερωτευμένη και εξαρτημένη με τον γιο της, αδιάφορη, μέχρι εκεί που δεν πάει, με τον άνδρα της. Στο τρίγωνο αυτό, η ηρωίδα μας είναι στην κορυφή και στις δύο γωνίες, τα δυο αγόρια. Αλλά στη ζωή της υπαρχει και ένα δεύτερο τρίγωνο – αποτελείται από αυτήν, τον σύζυγό της και η τρίτη “πλευρά” είναι η αδελφή της, Ελένη.

Ανύπαντρη, παλιά ερωμένη του Γιώργου και ακόμη ερωτευμένη μαζί του, το ανάποδο είδωλο του καθρέπτη, σε σχέση με τη Σοφία – τακτική, καθαρή, οργανωτική, με δομημένη σκέψη και αντίστοιχο λόγο. Με μια κληρονομιά που εξασφάλισε, φροντίζει και για το μηνιαίο εισόδημα της οικογένειας της αδελφής της. Όχι, στην οικογένεια αυτή δεν δουλεύει κανείς! Η Σοφία είναι στα του σπιτιού, ο Γιώργος παλεύει κάτι πατέντες κάτι χρόνια τώρα και ο γιος, Μιχάλης, σπουδάζει – του προτάθηκε κάποια στιγμή από έναν οικογενειακό φίλο να εργαστεί γι’αυτόν, αλλά δεν προχώρησε…

Κάποιο βράδυ, ο Μιχάλης κοιμάται κάπου αλλού και η μητέρα του έρχεται σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση απόγνωσης, γιατί αυτό δεν έχει επαναληφθεί, και επιπλέον δεν ειδοποίησε για το πού θα βρίσκεται. Οι άλλοι δύο της οικογένειας, Ελένη-Γιώργος, κακίζουν την πράξη του και δεν καταλαβαίνουν για ποιον λόγο υπάρχει όλο αυτό το δράμα στην ατμόσφαιρα. Η έλευση του ευτυχισμένου νέου, κάποια στιγμή το πρωί, πυροδοτεί μια μεγάλη έκρηξη της Σοφίας, που ψάχνει στήριγμα στον Γιώργο, ο οποίος προσπαθεί, μάλλον ανεπιτυχώς, να μαλώσει τον γιο του, ο οποίος καταφεύγει στο δωμάτιό του.

Όταν τα πνεύματα ηρεμούν και τους αποκαλύπτει ότι κοιμήθηκε στο σπίτι της κοπέλας, την οποία επιθυμεί να παντρευτεί (όλα τα είχε λυμμένα, οπότε γιατί να μην το κάνει… μόνο στα σήριαλ του Χριστόφορου θα τα βλέπουμε αυτά;). Εκεί, η μητέρα του παθαίνει έναν μεγαλοπρεπέστατο ντουβρουτζά και ανοίγει το στόμα της και ξεστομίζει ό,τι απίθανο μπορεί να σκεφτεί άνθρωπινος νους. Με εικόνα σαν να την έχει χτυπήσει κεραυνός, καταστρώνει σχέδια για να μη χάσει το “τρόπαιο” από το σπίτι – ναι, το παιδί είναι το τρόπαιό της, ο πιο δικός της άνθρωπος και δεν μπορεί να της το στερήσει καμία άλλη γυναίκα στον πλανήτη Γη. 

Κι επειδή στην οικογένεια ο μυστηριακός αριθμός 3 δουλεύει πολύ, ο πατέρας αποκαλύπτει στη θεία, πως η κοπέλα που τους περιέγραψε ο μικρός είναι η ίδια που ο ίδιος διατηρεί μια εξωσυζυγική σχέση – υπάρχει και αυτό το τρίγωνο στο σπίτι και η Σοφία γνωρίζει πως σε κάποια άλλη γυναίκα βρίσκει ο Γιώργος όσα του στερεί εκείνη και δεν τη νοιάζει καθόλου. Η θεία ψάχνει να βρει μια λύση, αναλογιζόμενη το τι θα συμβεί, αν μαθευτεί η αλήθεια. Καταστρώνει με τον Γιώργο ένα σχέδιο, ώστε να ξεφορτωθούν τη νεαρή και παράλληλα να πουλήσουν εκδούλευση στην αδελφή της ότι το κάνουν γιατι δεν θέλουν να τη βλέπουν να υποφέρει.

Στο σπίτι της κοπέλας, όπου πάνε για να τη γνωρίσουν, ο πατέρας εκβιάζει ωμά τη Μαρία (η κοπέλα που λέγαμε) και την αναγκάζει να πει φρικτά πράγματα στον αγαπημένο της για να χαλάσει τη σχέση τους. Η ίδια ζει το απόλυτο παράλογο και εξοργίζεται με τους γονείς του Μιχάλη, που ενεργούν σαν να μισούν το παιδί τους. Ο νεαρός παίρνει των ομμάτιών του και φεύγει, αφήνοντας πίσω τη θεία Σοφία να μαζέψει τα χυμένα “γάλατα”. Στο σπίτι της οικογένειας ξανακλειδώνεται στο δωμάτιό του, μην επιτρέποντας στη μάνα του να χαρεί με όσα έγιναν. Και όταν κάποια στιγμή συνέρχεται, τους ανακοινωνεί ότι θα πάρει τη δουλειά, που είχαμε πει παραπάνω και θα φύγει στα καράβια για να ξεχάσει! Αντιλαμβάνεστε ότι ο ουρανός προσγειώνεται στο κέφαλι της δύστυχης Σοφίας, που, εκεί που έτρεμε μια άλλη γυναίκα, τώρα κινδυνεύει να χάσει ολοκληρωτικά το παιδί της, που θα πάει για δουλειά στη θάλασσα.

Μπρος στο κακό, αναλογίζεται μήπως τελικά η νύφη, δεν ήταν τόσο μεγάλο κακό – που είναι, αλλά εδώ καίγεται η γούνα της και ψάχνει πώς θα γλιτώσει από αυτήν τη συμφορά που καιροφυλακτεί. Η φωνή της λογικής του σπιτιού, θεία Σοφία, έχει βάλει εγκαίρως ξανά το χεράκι της και έχει εξηγήσει, ενώ γίνονταν όλα αυτά, στη Μαρία τι συμβαίνει και έχει αποφασίσει πως το νεαρό ζευγάρι αξίζει να πάρει την ευκαιρία του. Βάζει “συνένοχο” και τον Γιώργο στο παιχνίδι και πείθουν τη Σοφία πως από το φύγει το παιδί στην ξενιτιά, ας τον έχουν εδώ με μια κοπέλα.

Η δύστυχη μάνα κάνει πέτρα την καρδιά, το δέχεται, η Μαρία έρχεται σπίτι, λύνεται η “παρεξήγηση” και εκεί που λες “και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”, η Σοφία κάνει την τελευταία της έξοδο, βλέποντας ότι δεν μπορει να διαχειριστεί τα αδιέξοδα που η ίδια δημιούργησε, όλον αυτόν το καιρό, και, για να γεμίσει ενοχές τους ανθρώπους γύρω της, κάνοντάς τους την επόμενη μέρα πραγματικά πάρα πολύ δύσκολη.

Η Αναστασία Παπαστάθη αναλαμβάνει τη μετάφραση, τη σκηνοθεσία και τον ρόλο της μητέρας, και προσεγγίζει με μια νέα οπτική το έργο, μεταφέροντάς το στην οπτική της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας, με τις όποιες παθογένειές της, από τη γαλλική κοινωνία του 1938, που διαδραματίζεται το πρωτότυπο έργο. Αυτό έχει κάποια επίδραση στη δραματουργία; Πιθανώς ναι, γιατί μιλάμε για ένα “άλμα” 80 ετών, μια διαφορετική χώρα και διαφορετικές συνθήκες. Η αίσθησή μας, ως θεατές, ήταν ότι παρακολουθούσαμε μια οικογένεια στο απέναντι διαμέρισμα ή μια ελληνική σειρά στην τηλεόραση – δεν μας ξένισε ούτε μας χάλασε τη διάθεση, τουναντίον μάλιστα το βρήκαμε πολύ οικείο και αναγνωρίσαμε συμπεριφορές κοντινών μας προσώπων, όχι τόσο μεγεθυμένες, όπως του έργου, αλλα στην ίδια λογική.

Ως Σοφία, ήταν υπέροχη στο ρόλο της πλήρους εξαρτημένης από τον κανακάρη μαμάς, που, σε συνδυασμό με την υπόβοσκουσα ασθένειά της, διαμόρφωσε ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα, που σε εξόργιζε και σε έκανε να τον λυπάσαι ταυτόχρονα. Δυνάστρια και ταυτόχρονα θύμα των επιλογών της, μας άφησε με απορίες για την τελική της απόφαση – είναι τελικά ο εγωισμός μας μεγαλύτερος από την αναγνώριση της ευτυχίας κάποιου αγαπημένου, ακόμη και λίγο μακριά μας; Αντίβαρό της στο έργο, η αδελφή της που ερμηνεύει υπέροχα η Μαρία Μαυροματάκη – είναι μια ιδιαίτερη προσωπικότητα αυτή η γυναίκα και ερμηνευτικά η κυρία Μαυροματάκη με έπεισε απόλυτα πως είναι η γυναίκα που έκανε “παραχώρηση”, τον ανθρωπο που αγαπούσε, στην αδελφή της και πως όλα αυτά τα χρόνια λειτουργεί σαν τη φωνή της λογικής και πολλές φορές σαν φύλακας-άγγελος της οικογένειας, που δεδομένα δεν την πολυπαλεύει με τα δύσκολα. Η τρίτη γυναίκα του έργου, η Μαρία, ενσαρκώνεται από την Ευδοκία Ασπρομάλλη, την οποία αρχικά βρήκα λίγο υποτονική (ίσως να είναι αυτή η σκηνοθετική οδηγία, πιθανολογώ), αλλά στην πορεία έβγαλε έναν τσαμπουκά και μια απόγνωση στη σκηνή της συνάντησης όλων. Αν η σκηνοθέτιδα ήθελε να δείξει ένα κορίτσι που αντιμετωπίζει μια οικογένεια τέρμα δυσλειτουργική και τα χάνει (μεταξύ μας, όλοι μια ταραχή θα την παθάναμε με τόσες ακραίες καταστάσεις που ζει το κορίτσι), το κατάφερε απολύτως με την ερμηνεία αυτή!

Ο σύντροφός της Μιχάλης, κατά κόσμον Αντώνης Καραθανασόπουλος, έπεισε ως νεαρό αγόρι που διχάζεται ανάμεσα στη μητρική αγάπη και στην ανάγκη να ξεφύγει από τον ιστό της Σοφίας. Πολύ καλός κι αυτός ερμηνευτικά, έδεσε ωραία με το σκηνικό του ταίρι και τους πιο μεγάλους της παράστασης, δίνοντας έναν χαρακτήρα που όλοι μας έχουμε κάπου συναντήσει και εύκολα επί σκηνής αναγνωρίσαμε. Τέλος, ο υπέροχος Χρήστος Ευθυμίου μάς έδωσε έναν μπαμπά Γιώργο, που μπορεί να γίνει ο καλύτερος “μεγάλος” κολλητός σου, αλλά ποτέ γονιός – μονίμως κάπου αλλού, με την αφηρημάδα του εφευρέτη και του ανθρώπου που άλλοι φροντίζουν τις ανάγκες του, θύμισε στα δικά μου μάτια ένα πρόσωπο που ευδοκιμούσε στον οικογενειακό μας κύκλο για σχεδόν όλο το διάστημα της ζωής του…

Πολύ ωραία η σκηνογραφία με τα δύο σπίτια επί σκηνής – το πιο τυπικά “οικογενειακό” δεξιά και το μικρό “φοιτητικό” της Μαρίας αριστερά, που φρόντισε η Κυριακή Πανούτσου, η οποία έχει κάνει και φοβερή δουλειά στα ρούχα των ηθοποιών. Φώτα, μουσική και λοιπά τεχνικά, άψογα και ταιριαστά με το κλίμα της παράστασης.

Η αφετηρία είναι το δημοφιλές έργο του Κοκτώ, αλλά η προσέγγιση της Αναστασίας Παπαστάθη είναι, πέρα από ευρηματική, και πολύ καλοδουλεμένη. Αυτό δίνει, ως αποτέλεσμα, μια παράσταση με πολύ καλό ρυθμό, που κρατάει “ζωντανό” το ενδιαφέρον του θεατή. Έχει τη χαρα το κοινό να δει πέντε πολύ καλούς ηθοποιούς σε δυνατές ερμηνείες, που σε βάζουν στο πνεύμα του έργου, το οποίο όλοι μας κάπου το έχουμε δει να συμβαίνει και στον έξω κόσμο και σίγουρα δεν μας είχε ενθουσιάσει η θέασή του. Η διαφορά με το θέατρο είναι πως εκεί γνωρίζουμε ότι όλα αυτά ειναι “κατασκευασμένα” και κανείς δεν πληγώνεται ούτε υποφέρει πραγματικά, όπως συμβαίνει στην κανονική ζωή, και μπορεί όλο αυτό να λειτουργήσει διδακτικά και αποτρεπτικά, αφού όταν κάτι τόσο δυνατό μας συγκλονίσει στη σκηνική του μεταφορά, ποιος ο λόγος να το επιδιώξουμε ή να το επιτρέψουμε να συμβεί στη ζωή μας, έχοντας και αυτήν την εικόνα, για το πού οδηγούν τέτοιες παθογενείς καταστάσεις.

Να πάτε να το δείτε οπωσδήποτε, γιατί είναι μια πολύ ωραία δουλειά, στο όμορφο μικρό θεατράκι πίσω από τον Άγιο Ιωάννη, για να περάσετε ένα ποιοτικό βράδυ θεάτρου και για να πάρετε, αν έχετε διάθεση, και λίγη “δουλίτσα” για το σπίτι!

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Ιανουάριος 2022

Συντάχθηκε από: Sin Radio