Sin Radio Listen, don't just hear!

Τα βράδια του χειμώνα του 1983, ο πατέρας μου απέκτησε μια τηλεοπτική συνήθεια – λεγόταν “Το Μινόρε της Αυγής”. Θα τον συντρόφευε για ακόμη μια σεζόν και, παρότι δεν το ομολόγησε ποτέ, μάλλον η σειρά αυτή του “μίλησε”. Δεν ήταν και πολύ δύσκολο άλλωστε – ναυτικός για χρόνια κι ο ίδιος, στον Πειραιά ήταν τα γραφεία της εταιρείας που είχε συμβολαιο, εκεί γυρνούσε ως ελεύθερος, εκεί σε μια κλινική γεννήθηκαν και τα δύο παιδιά του. Και με τους ανθρώπους του Πειραιά, αισθανόταν οικεία, ειδικά με εκείνους τους παλιούς, τους μουσικούς που φτιάξαν το ρεμπέτικο, ειδικά τον Μάρκο (Βαμβακάρη). Είναι μερακλής ο πατέρας μου και ας το παίζει κυριλέ και “απεταξάμην εξ εμού αυτά” τώρα που καβάντζωσε την έβδομη δεκαετία. Με πρέζες, βελόνια και όλη την κουλτούρα αυτή, όμως, δεν είχε ποτέ σχέση και φρόντισε να μας το μεταδώσει όλο αυτό – μόνο στο τραγούδι γούσταρε να ακούει για όλα αυτά τα παραβατικά.
Ο, μικρός τότε, Θοδωρής ρωτούσε τον μπαμπά του, τι είναι αυτό που βλέπει την ώρα που αυτός με τον αδερφό του πήγαιναν για ύπνο. “Δεν είναι για μικρά παιδιά σαν εσάς”, θα μου απαντούσε. Κάπως έτσι αντέδρασε κι όταν ανακάλυψε ότι, ως τριαντάρης, η σχέση μου με τον Ανδρέα (τον γείτονα – στρατιωτικό γιατρό) δεν περιορίζοταν μόνο στο να παίζουμε 5 επί 5 μαζί, αλλά και στη μύησή μου στον κόσμο του ρεμπέτικου και την ιστορία του, αφού ο φίλος μας τυγχάνει ένας απο τους σημαντικότερους συλλέκτες αυθεντικών δίσκων ρεμπέτικων κυκλοφοριών παγκοσμίως και βαθύτατα γνώστης όσων αφορούν αυτό το είδος.
– “Γιατί ψάχνεσαι με αυτά; Αφού εσύ ακούς ξένα, τι θες αυτα τα παραβατικά; Τι σε έπιασε, μου λες; Δεν είναι για εσένα αυτά!”
– “Και για εσένα ήταν, όταν είχες και δυο μικρά παιδιά;”
Σιωπή και δεν μου ξαναείπε κουβέντα. Κάποια στιγμή, μάλιστα, μου είπε να δω και τη σειρά και πρόσφατα με ρώτησε αν θα κατέβω στον Πειραιά, να δω τη θεατρική διασκευή. “Φυσικα, πατέρα, και θα παω. Θέλω να δω κι αυτήν την εκδοχή της ιστορίας”.
Σάββατο απόγευμα, κατηφορήσαμε στο Δημοτικό Θέατρο και βρεθήκαμε ανάμεσα σε ένα κοινό ανθρώπων συνομήλικων και μεγαλύτερων του πατέρα μου… δύσκολα τα πράματα, σκέφτηκα*.
Αφού καθυστερήσε λίγο η έναρξη, γιατί το κοινό είχε διάφορα θέματα και απασχολούσε διαρκώς τις ηρωίδες – ταξιθέτριες, τα φώτα χαμήλωσαν και οι πρώτες νότες από αγαπημένο τραγούδι της εποχής εκείνης γέμισαν τον χώρο. Θα μεταφερθούμε στη δεκαετία του 1930. Ο Πειραιάς τότε ένα λιμάνι, που δεν θυμίζει σε τίποτα τη σημερινή του εκόνα. Κατοικημένος από κάθε είδους πρόσφυγες στις γειτονιές του, έχει τους δικούς νόμους και κανόνες. Η μαγκιά, η μπέσα και το αντριλίκι είναι στην πρώτη γραμμή καθημερινά. Στα διάφορα παράνομα χασισοποτεία, στα Βούρλα (το πρώτο δημόσιο πορνείο) και σε καφενεία συχνάζουν οι λαϊκοί οργανοπαίχτες. Κάνουν δουλειές του ποδαριού και τραγουδάνε τον πόνο και τις ιστορίες τους, στα μέρη αυτά, χωρίς να ελπίζουν ότι ποτέ θα αναγνωριστεί η μουσική τους.
Στον καφενέ του Θανάση, που έχει το κρυφό όνειρο, η τριάδα των φίλων που παίζουν παρέα, να κυκλοφορήσει μια μέρα ένα δισκάκι, καταφτάνει ο Αντώνης. Κυνηγημένος από τη Σύρο, ψάχνει τον ξάδερφό του, Μήτσο, για να του δώσει στέγη. Είναι κι αυτός μουσικός, παίζει μπουζούκι. Ο ξάδερφος έχει, πέραν των μπερδεμάτων με τον νόμο, και αισθηματικά ζητήματα και ο Αντώνης προσφέρεται να βοήθησει την παρέα και μπαίνει σαν τέταρτος στην απαγωγή του αισθήματος του Μήτσου! Αυτό είναι και το διαβατήριό του για την κομπανία, που ονομάζεται Πειραιώτικη Τετράς (ναι, είναι ευθεία η αναφορά στην ιστορική τετράδα του πειραιώτικου ρεμπέτικου των Βαμβακάρη, Μπάτη, Δελιά και Παγιουμτζή). Όταν κάποια βραδιά στο καφενείο θα βρεθεί ο Σπύρος Μπελούσης (μούτρο περιωπής, λαθρέμπορος, ρουφιάνος της ασφάλειας και άλλα “όμορφα”), ιδιοκτήτης ενός κέντρου στα Καμίνια (εξοχή του Πειραιά τότε), θα πειστεί να δώσει στους τέσσερις φίλους την ευκαιρία να παίξουν στο μαγαζί του.
Η επιτυχία του σχήματος είναι πρωτοφανής και το πορτοφόλι του Μπελούση γεμίζει, σε αντίθεση με την τετράδα που παίζει για λίγα και την υπόσχεση να βγάλει δίσκο. Όταν εκπληρώνεται αυτό, ο Αντώνης νιώθοντας θιγμένος, καθώς ο Μητσος παίρνει όλη τη λάμψη πάνω του, θα αποχωρήσει για να κάνει μια ατομική καριέρα και θα αντικατασταθεί από τον Αρίστο. Οι μήνες περνούν και η κομπανία απολαμβάνει αναγνώρισης και πωλήσεων των δίσκων που κυκλοφορεί. Το ίδιο και ο Αντώνης, που έχει καθιερωθεί, ως ανερχόμενη βεντέτα, και οι περιοδείες του στην επαρχία τον γεμίζουν με λεφτά.
Η άσχημη προσωπική ζωή επηρεάζει τον Μήτσο, που “κυλάει” αρχικά στις πιο ελαφρές ουσίες και μια κίνησή του στην κοπέλα του Αρίστου, χαλάει τη συντροφιά και ο ίδιος, που απολαμβάνει της προστασίας του Μπελούση, μένει μόνος στο μαγαζί. Από εκείνο το σημείο, οι ζωές των υπολοίπων αλλάζουν – ο Αρίστος φεύγει στα καράβια, ο Θανάσης γυρνάει στο καφενείο και ο Βαγγέλης που ενδιαφέρεται για την Χρυσούλα, την αδερφή του Αρίστου, βρίσκει μια άλλη δουλειά.
Έχουμε φτάσει στο 1936 και η δικτατορία του Μεταξά είναι γεγονός. Από τα πρώτα μέτρα που λαμβάνει το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, είναι να κυνηγήσει όλους τους λαϊκούς μουσικούς που παίζουν τα “απαγορευμένα” ρεμπέτικα με την δικαιολογία ότι δεν είναι αρκούντως “ελληνικά” αλλά “τουρκαϊζοντα” και εν συνεχεία να κλείσει όλα τα στέκια τους, σε μια προσπάθεια να δείξει ότι επιθυμεί την ηθική και την τάξη. Τα μαγαζιά που φιλοξενούν τους μουσικούς προσαρμόζουν το πρόγραμμά τους στα νέα ήθη και κάποια από τα τραγούδια αλλάζουν στίχους, για να περάσουν τη λογοκρισία και να συνεχίσουν να ακούγονται. Οι φυλακίσεις και οι διωγμοί θα συνεχιστούν μέχρι και την Κατοχή, που οι ήρωές μας, ελεύθεροι τρόπον τινά, θα προσπαθήσουν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να επιβιώσουν. Σε αυτές τις δύσκολες μέρες, συντροφιά τους θα είναι οι ιστορίες από τα χρόνια της άνθησης του Πειραιώτικου ρεμπέτικου και οι “πλάκες” με τα τραγούδια του.
Ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα ήταν εξ ορισμού, η μεταφορά ενός μέρους της θρυλικής σειράς στο θέατρο. Επιλέχτηκε ορθά να τοποθετηθεί η ιστορία στην δεκαετία του ’30 και λίγο μετά την Κατοχή, ώστε να μπορούν να παρουσιαστούν, όσο το δυνατόν καλύτερα, ιστορίες και γεγονότα και όσοι δεν γνωρίζουν τη θεματική να πάρουν μια σωστή πληροφόρηση ως αρχή. Σε αυτό το σκεπτικό κινήθηκε μάλλον και η θεατρική διασκευή του Δημήτρη Χαλιώτη, που, εκ του αποτελέσματος, κρίνεται πάρα πολύ επιτυχημένη.
Σε δύο ώρες, ο θεατής βλέπει επί σκηνής έναν Πειραιά μιας αλλοτινής εποχής – καλύτερης από τη δική μας; Όχι, σίγουρα. Παρακολουθεί τους ανθρώπους της, τους ρεμπέτες, τον περίγυρό τους, τα φτηνά ξενοδοχεία, τους τεκέδες… ακούει τα όνειρα αυτού του κόσμου, λεφτά, δόξα, αναγνώριση και μαθαίνει τις αρχές τους, μπέσα, καλοί φίλοι, ντρομπροσύνη, μαγκιά. Ήταν κι αυτοι καλύτεροι από εμάς; Παρότι η σύγκριση είναι αδόκιμη, εύκολα λέμε πως ήταν, σε ένα μεγάλο μέρος του, αυτός ο κόσμος ιδιαίτερα παραβατικός, όμως είχε κάποιους άγραφους νόμους ηθικής που σήμερα έχουν ξεχαστεί… άλλωστε μιλάμε για ανθρώπους που είχαν μεταναστεύσει, στην πλειοψηφία, από τους τόπους τους και δεν είχαν ούτε τη στοιχειώδη παιδεία.
Ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης, που ανέλαβε να επιμεληθεί τη μουσική της παράστασης, έπιασε τον παλμό και τις επιθυμίες αυτών των ανθρώπων και επέλεξε τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια του είδους, για την παράσταση, συντελώντας στο να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα εποχής στον χώρο. Το υπέροχο σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου, που χώρεσε στη σκηνή ένα καφενείο, δύο νυχτερινά μαγαζιά, ένα ξενοδοχείο, το σπίτι της χήρας και το σπίτι της πλούσιας κυρίας, μας έδωσε μια αληθινή εικόνα της περιοχής, όπως ακριβώς ήταν πριν 90 χρόνια. Τα ρούχα του θιάσου, που επιμελήθηκε, ήταν εξαιρετικά καλαίσθητα και νόμιζες ότι ήταν από κάποια συλλογή από ρούχα του τότε.
O Tάκης Τζαμαργιάς είχε την ευτυχία να πάρει στα χέρια του μια πολύ καλή ιστορία από πραγματικά γεγονότα και ανθρώπους που έχουν αφήσει το στίγμα τους στην ιστορία της πόλης. Έπρεπε, ως σκηνοθέτης, να φτιάξει μια παράσταση, που θα παρουσίαζε όσα υπήρχαν στο κείμενο, με τη συνοδεία της μουσικής, και όλο αυτό να έχει ροή και να περνάει την πληροφορία αυτούσια στο κοινό, χωρίς παράλληλα να το κουράζει. Κρίνεται ως πολύ θετική η σκηνοθετική του ματιά, καθώς η παράσταση έχει και ρυθμό και ψυχαγωγεί, υπενθυμίζοντας στους παλιούς μουσικές και ιστορίες, ενώ τις κοινοποιεί για τα περαιτέρω στους νεότερους.
Η επιτυχία αυτή στηρίζεται στην πολύ αξιόλογη ομάδα ηθοποιών, που αποτελούν τον θίασο της παράστασης. Και επειδή μιλάμε για μουσικό θέαμα, οι ηθοποιοί και να παίξουν ξέρουν και να τραγουδήσουν, πράγμα που γίνεται αντιληπτό εύκολα από το κοινό. Με προεξέχοντες τους “παλιούς” Μιχαηλίδη-Σκιαδαρέση και τους νεότερους Σταύρο Σβήγκο, Χριστίνα Μαξούρη, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Μαρία Τσιμά, Κώστα Κοράκη, Κυριάκο Σαλή, Άρη Αντωνόπουλο, Κατερίνα Παπανδρέου, Γιάννη Εγγλέζο, Όλγα Σκιαδαρέση, μαζί με τη συνδρομή των πολύ καλών μουσικών, Αντώνη και Θοδωρή Ξηντάρη. Όλοι μαζί αναβιώνουν τα πρόσωπα και τη διαδρομή τους τόσο πειστικά, που κάποιες στιγμές νομίζεις πως όντως βρίσκεσαι σε εκείνη την εποχή.
Μπορεί να ακούς ό,τι μουσική προτιμάς και να αγαπάς ή να καταδικάζεις κάποια μουσικά είδη. Είναι, όμως, σχεδόν αδύνατο να μην έχεις ακούσει ποτέ κάποιο από τα “κλασικά” ρεμπέτικα τραγούδια, που γεννήθηκαν στον Πειραιά και τις φτωχογειτονιές του. Το πειραιώτικο ρεμπέτικο είναι κομμάτι της μουσικής ιστορίας του τόπου μας και η βάση που πάτησαν όλοι οι μεγάλοι του μετέπειτα λαϊκού τραγουδιού, για να συνθέσουν και να δημιουργήσουν τη μουσική που συγκινεί πλήθος συμπατριωτών μας. Αυτήν την ιστορία της γέννησής του και των ανθρώπων που το υπηρέτησαν με την προσωπικότητά του ο καθένας, έχουμε την ευκαιρία, σε μια εκπληκτική δουλειά, να τη δούμε να ζωντανεύει μπρος στα μάτια μας. Είναι ένα “μάθημα” πολιτισμού και ιστορίας ταυτόχρονα και είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς που το παρακολουθήσαμε. Το προτείνουμε ανεπιφύλακτα σε όσους αγαπούν τις ιστορίες πίσω από τη μουσική και σε εκείνους που τους αρέσουν οι ιστορίες των παλιών χρόνων. Σίγουρα, μετά το τέλος την παράστασης, θα νιώσουν το ίδιο γεμάτοι και ευτυχείς, όπως κι εμείς.
*Και δυστυχώς προφήτευσα σωστά…..Είναι γεγονός ότι οι μεγαλύτεροι, δε το πολυέχουν με την τεχνολογία και την χρήση της – εξου κι στην παράσταση συνεχώς χτυπούσαν τα κινητά τους με ότι αρνητικό σήμαινε αυτό. Επίσης, οι θεατρικοί χώροι δεν είναι ενδεδειγμένοι για επαναστάσεις “της μάσκας” – “την φοραω, δε την φοράω” ένα στυλάκι κάπως, που και όλους εμάς τους νεότερους προσβάλλει που υπακούμε στους κανόνες και το κακό παράδειγμα δίνουν. Θα οφείλαν αυτοί οι λιγοστοί να είχαν “συμμαζευτεί” απο τους υπόλοιπους και να μην εξαναγκάζονται τα κορίτσια του θεάτρου την ώρα της παράστασης, να τρέχουν για να τους απενεργοποιούν κινητά ή να τους “μαλώνουν” για τις κατεβασμένες μάσκες….
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Δεκέμβριος 2021
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv