Sin Radio Listen, don't just hear!

Είδα το Κουκλόσπιτο του Ίψεν πριν λίγα χρόνια, πρώτη φορά, σε μια υπέροχη παράσταση, με πρωταγωνιστικό δίδυμο την Αιμιλία Μουτούση και τον Άρη Λεμπεσόπουλο, στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων (το 2016). Ήταν κάτι τολμηρό για τα τότε δεδομένα μου, αφού προσέγγιζα τέτοια έργα με κάποιο φόβο, ως προς τη θεματολογία τους· κάτι έχει αλλάξει όσο μεγαλώνω.
Τελειώνοντας η παράσταση, κάναμε με τη σύντροφό μου μια μεγάλη συζήτηση καθ’οδόν, αλλά και στο σπίτι για όσα έλεγε τότε η Νόρα και το πόσο “εξωγήινα” τα άκουγε το περιβάλλον της, καταλήγοντας πως 140 σχεδόν χρόνια μετά δεν έχει αποδεχτεί η πατριαρχική κοινωνία το δικαίωμα της γυναικείας χειραφέτησης και, ακόμη χειρότερα, αρκετές γυναίκες λειτουργούν ενάντια σε τέτοιες πράξεις, μπολιασμένες με όλα αυτά που αναπαράγονται και κατηχούν τα “κορίτσια”.
5 χρόνια μετά, στην όμορφη θεατρικά πόλη μας, σε αγαπημένο χώρο, ανεβαίνει η παράσταση ‘Το κουκλόσπιτο, μέρος δεύτερο’. Πρώτη σκέψη, πως σίγουρα δεν είναι του ίδιου συγγραφέα και δεύτερη, πως θα έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε πώς έχουν εξελιχθεί ή όχι οι ήρωες του έργου. Απόγευμα Σαββάτου, βρεθήκαμε στο θέατρο Άνεσις και είδαμε την παράσταση.
Το όλο σκηνικό μεταφέρεται 20 χρόνια μετά, στο ίδιο σπίτι της οικογένειας, με την επιστροφή της Νόρας. Η οικονόμος και καλή της φίλη, Άννα – Μαρία, είναι ενήμερη για την άφιξή της και την υποδέχεται. Είναι κομματάκι μπερδεμένη, γιατί από τη μια θαυμάζει κρυφά τη Νόρα, που έκανε την επιλογή της, και τώρα βρίσκεται μπροστά της πιο όμορφη και ζωντανή από ότι τη θυμόταν (και δεν έφαγε τα μούτρα της, όπως πίστευαν όλοι) και από την άλλη έχει τον πόνο του ανθρώπου που “έφαγε” όλη την μπόρα, καθώς σε αυτήν κλήρωσε να μεγαλώσει τα τρία μικρά τότε παιδιά του ζευγαριού και να νοικοκυρεύει τον Τόρβαλντ (στον οποίο νιώθει και μια ευγνωμοσύνη, γιατί, αφού μεγάλωσαν τα παιδιά, την κράτησε στο σπίτι, χωρίς να του είναι και τόσο απαραίτητη).
Μετά τα ξεκαθαρίσματα μεταξύ τους, οι δύο γυναίκες συζητούν για τον λόγο που επέστρεψε η Νόρα και η οικονόμος μάλλον απογοητεύεται, καθώς νομικοί λόγοι την έφεραν πίσω και όχι κάποια νοσταλγία ή καημός για την παλιά οικογένειά της. Υπάρχουν θέματα που πρέπει να κλείσουν και χωρίς να τη δει ο πρώην σύζυγός της, επιμένει η Νόρα, αλλά τα σχέδιά της ανατρέπονται, όταν ο Τόρβαλντ επιστρέφει νωρίτερα σπίτι. Η εμφανής αμηχανία του δίνει τη θέση της σε μια άρνηση, ενώ η Νόρα αποφασίζει να μείνει και να διεκδικήσει αυτό που ζητάει. Το χαρτί του διαζυγίου, που ποτέ δεν εξέδωσε ο σύζυγός της. Οι διάλογοι του πρώην ζευγαριού διέπονται από μια κωμική χροιά, που κρύβει βαθιά συναισθήματα, διαφορετικά για τον κάθενα, όμως. Αποκαλύψεις και σκέψεις εκτίθενται μπροστά μας, αλλά καλυμμένες με ένα πέπλο αοριστίας από εκείνον – “Θα μπορούσα να είχα αγαπήσει τον αληθινό σου εαυτό”, ” Κι εγώ έχω αλλάξει” , ενώ ενδόμυχα συνεχίζει να πιστεύει πως η γυναίκα του είναι μια ρομαντική τρελή, που κυνηγάει ανεμόμυλους.
Εκείνη συνεχίζει να υποστηρίζει όσα έκανε και να προβάλλει επιχειρήματα επί τούτου, που έχουν ως αντίβαρο μισόλογα και υπαινιγμούς, και έναν Τόρβαλντ που αρνείται να υπογράψει ένα χαρτί διαζυγίου, χωρίς να δίνει καμία απολύτως εξήγηση. Είναι εγωισμός, είναι πείσμα, είναι μια μορφή τιμωρίας στο πρόβατο που ξέφυγε απ’ το μαντρί; Η Νόρα προσπαθεί με λυτούς και δεμένους να πείσει τον σύζυγό της -στα χαρτιά- ότι δεν ωφελεί να κρατάει αυτήν τη στάση και, με τη βοήθεια της οικονόμου, συναντά την ενήλικη κόρη της, για να τη βοηθήσει. Η συνάντηση των δύο γυναικών ξεκινάει με την αναμενόμενη δυσκολία και από τις δύο, για να καταλήξει αρκετά καλά για τη Νόρα, που δυσκολεύεται να καταλάβει πως το δικό της παιδί έχει μπει τόσο βαθιά στον ρόλο που της επέλεξαν κάποιοι άλλοι και μάλιστα όλο αυτό το υποστηρίζει παθιασμένα. “Είναι δική σου επιλογή;” θα τη ρωτήσει και η απάντηση θα την πείσει ότι τα πράγματα εκεί δεν έχουν αλλάξει. Οι επόμενες αποκαλύψεις, όμως, θα τη συγκλονίσουν και θα την κάνουν να δει πιο καθαρά την εικόνα μπροστά στα μάτια της.
Η οικογένειά της, όλον αυτόν τον καιρό, υποκρινόταν μια άλλη πραγματικότητα με τον φόβο της συντριβής από την αλήθεια και την αντιμετώπιση του περίγυρου – πήραν τον ρόλο του δυστυχούς πενθούντος, που συγκεντρώνει όλη την προσοχή και όλα τα κέρδη και τώρα δεν μπορούν με μια κλωτσιά να γκρεμίσουν έτσι χαλαρά τον πύργο που έχτισαν. Η Νόρα διαπιστώνει πως ένα μικρό ψέμα, που έγινε αλήθεια, για ειδικούς σκοπούς, αν εμφανιστεί στο φως θα φέρει μεγαλύτερα προβλήματα στην οικογένεια απ’ ότι η αποκάλυψη αυτών που την εκβιάζουν την ίδια. Επιλέγει να κάνει αυτό που ξέρει καλά, να αντιμετωπίσει με θάρρος ό,τι προκύψει και, αν χάσει, να ξανασηκωθεί και να ξαναπαλέψει.
Την ίδια όμως στιγμή, ο Τόρβαλντ σκέφτεται πως πρέπει για μια φορά να πει την αλήθεια με ό,τι επακόλουθα κι αν έχει. Η προσπάθειά του γεννά κωμικά επεισόδια στο ληξιαρχείο της πόλης, μα στο τέλος παίρνει το πολυπόθητο χαρτί. Η δεύτερη συνάντηση των δύο, είναι μια νέα σύγκρουση, στην οποία ο καθένας προσπαθεί να πείσει τον άλλο για την ορθότητα της δικής του απόφασης. Στο τέλος, η Νόρα αποχαιρετά ξανά το σπίτι, έχοντας καταφέρει να μην γίνει τίποτα που θα τους ξαναχαλάσει την τάξη και με τη διαπίστωση πως τελικά τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει για τον υπόλοιπο κόσμο, όσο πίστευε η ίδια ότι έχει συμβεί.
Είναι μια παράσταση που στο δελτίο τύπου αναφέρεται ως κωμωδία, αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ τρυφερή και ανθρώπινη. Ο συγγραφέας βάζει την ηρωίδα σε ένα γνώριμο περιβάλλον, που έχει αλλάξει αρκετά τα 20 χρόνια που έχουν μσολαβήσει, μόνο οπτικά, αφού οι άνθρωποι που το συμπληρώνουν δεν έχουν μετακινηθεί καθόλου και δεν έχουν τολμήσει ούτε στον εαυτό τους να ομολογήσουν την αλήθεια. Αναμετρώνονται μεταξύ τους με μια ευγένεια ζηλευτή, που ξεφεύγει κάποιες φορές, όταν διαπιστώνουν πως η Νόρα δεν επιχειρηματολογεί απλά πάνω σε όσα πιστεύει· είναι ένα ζωντανό παράδειγμα αυτών, όμως και στον αντίποδα η Νόρα δεν έχει σε κάποιες λογικές απορίες, να δώσει μια πειστική εξήγηση, αν και στο τελικό σκορ η διαφορά υπέρ της είναι καταφανής.
Η Ναταλία Τσαλίκη λάμπει και γεμίζει, ως Νόρα, τη σκηνή. Ντυμένη στα μωβ (σύμβολο πνευματικότητας και οραματισμού), εισβάλλει στο σπίτι και όπου υπήρχαν αντικείμενα-σημεία αναφοράς, που “εκδιώχθηκαν” μόλις πέρασε την πόρτα της εξόδου, αφήνει και κάτι δικό της για να επιστρέψει ως παρουσία. Απόλυτα πεπεισμένη για τις απόψεις της, είναι έτοιμη να αναλάβει τελικά κάθε κόστος για να τις υπερασπιστεί και για να μην πληγώσει κανέναν. Την κρίσιμη στιγμή δείχνει διαλλακτική και συνειδητοποιημένη πως όσα πρεσβεύει θέλουν πολύ δουλειά ακόμη…
Δίπλα της, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, ένας Τόρβαλντ ντυμένος στα καφέ – ομοιόμορφος με το σπίτι, είναι το σπίτι. Είναι συγκλονιστικές οι σκηνές της πρώτης συνάντησής του με τη Νόρα, μετά από 20 χρόνια, που όσα βγαίνουν από το στόμα του είναι απολύτως αληθινά. Δίνει στον ήρωά του μια κρυφή μελαγχολία και ένα πικρό χιούμορ, που τον καθιστούν απόλυτα συμπαθή στον θεατή, γιατί φαίνεται ότι είναι ένας άνθρωπος που δεν έχει τη δύναμη να ξεφύγει από τις επιταγές του περιβάλλοντος που ζει και μοιραία ακολουθεί ό,τι δρόμο βρεθεί στο διάβα του, προκειμένου να έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία. Απλά υπέροχος!
Η Αννα Μαρία, η οικονόμος της οικογένειας, ενσαρκώνεται από τη Ντίνα Μιχαηλίδου, που επιλέγει να παρουσιάσει την υστερική, αρκετές φορές, ηρωίδα της, πέραν του λεκτικού, και με εκφράσεις πρόσωπου και στάσεις σώματος. Πείθεσαι ότι η κυρία με τα κίτρινα (της ώχρας) ρούχα ταιριάζει απόλυτα με αυτά – δειλή, χαιρέκακη, αλλά και επικοινωνιακή ταυτόχρονα.
Τέλος, το κορίτσι με τα πράσινα, σύμβολο νεότητας, ελπίδας, αγάπης και ζωής, η κόρη του ζευγαριού, Έμυ, που ερμηνεύεται εξαιρετικά από τη Δήμητρα Βήττα. Η ηθοποιός μάς έδωσε πολύ εκφραστικά το δίπολο του χαρακτήρα της ηρωίδας, που πιστεύει ότι μόνο καλό κέρδισε που δεν τη μεγάλωσε η μητέρα της, οπότε αυτή τώρα αναγνωρίζει πως ο προορισμός και η άγκυρά της είναι ένας γάμος, ενώ ταυτόχρονα έχει και μια περιέργεια (κρυφή) για το πώς αλλιώς μπορεί να είχαν πάει όλα, αν δεν είχε φύγει η Νόρα. Τυπικό δειγμα κοριτσιού που το περιβάλλον έχει πείσει πως ο μόνος “ασφαλής” προορισμός είναι ένας σύζυγος…
Το σκηνικό του Δημήτρη Πολυχρονιάδη ξενίζει, με την πρώτη ματιά, με την υπερμέγεθη πόρτα, όμως στην εξέλιξη του έργου που το Κουκλόσπιτο μικραίνει και εγκλωβίζει το πρωταγωνιστικό ζευγάρι, το μόνο που μένει σταθερό είναι η πόρτα, που δείχνει ότι είναι η αρχή και το τέλος και αυτής της ιστορίας. Τα πολύ όμορφα ρούχα τα επιμελήθηκε η Εύα Νάθενα, τη μουσική που ήρθε και έδεσε και βοήθησε να βγουν όλα τα συναισθήματα των ηρωων κάθε στιγμή, συνέθεσε ο Λόλεκ και τους εξαιρετικούς φωτισμούς σχεδίασε ο Νίκος Βλασόπουλος.
Ο Μανώλης Δούνιας διάβασε με πολύ προσοχή το έργο, έπιασε τον παλμό και τα νοήματά του και παρουσίασε, μαζί με τους ηθοποιούς του, ένα υπέροχο αποτέλεσμα. Αντιλαμβανόμενος ότι η κοινωνία του 2021 έχει αρκετά κοινά, όσον αφορά τη θέση και την αξία της γυναίκας, αλλά και το δικαίωμά της να κάνει επιλογές, που κρίνονται με γνώμονα την ανδρική σκέψη και όχι τα θέλω της, με την αντίστοιχη του 1900, τοποθετεί την πρωταγωνίστριά του σε ένα μουντό και ξένο σπίτι, που το μόνο που τραβάει την προσοχή ειναι η πόρτα του. Και σκηνοθετεί τους άλλους γύρω της, με σεβασμό στο διαφορετικό που υποστηρίζουν και χωρίς να τους κάνει να δείχνουν λιγότεροι, ώστε να “πάρει” κι άλλο ύψος η Νόρα. Με όλους τους συντελεστές, μας έδωσαν ένα έργο που βλέπεται πολύ ευχάριστα και διασκεδαστικά, περνώντας μηνύματα που ακούμε καθημερινά από παντού και αφορούν στη δυνατότητα των γυναικών να επιλέγουν, ως βασική αρχή και όχι σαν παρεχόμενη “πολυτέλεια”.
Είναι σίγουρα μια από τις καλύτερες παραστάσεις που είδαμε φέτος και θα τολμήσω να πω και η πιο ευχάριστη έκπληξη μέχρι στιγμής, καθώς τα θετικά που είχα διακρίνει στο δελτίο τύπου, αποδειχτήκαν πολλαπλάσια την ώρα της θέασής της. Επενδύστε κομμάτι από τον ελεύθερο χρόνο σας για να την παρακολουθήσετε, αξίζει!
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Νοέμβριος 2021
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv