Sin Radio Listen, don't just hear!

Έχεις δουλέψει ποτέ νυχτα; Κι όταν λέω νύχτα, εννοώ τις ώρες που όλοι κοιμούνται κι εσύ πρέπει να ετοιμάσεις κάτι για να το βρουν οι “πρωινοί” στο στέκι τους ή να έχεις βάρδια σε μια υπηρεσία ή να είσαι οδηγός ή γιατί απλά αυτή είναι η δουλειά σου…
Αν ναι, ξέρεις τι σκληρό που είναι, ειδικά τον πρώτο καιρό, όλο αυτό… τη νύχτα που θεωρητικά ο οργανισμός ηρεμεί και επιδιώκει να ξεκουραστεί, εσύ ακολουθείς το ανάποδο “δρομολόγιο” – φυσικά, μετά από λίγο καιρό, όλο αυτό σου μοιάζει φυσιολογικό και το απολαμβάνεις ίσως.
Υπάρχουν και κάποιοι που δεν δουλεύουν, αλλά απλώς δεν μπορούν να κοιμηθούν ή δεν θέλουν ή έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν. Τις ώρες αυτές, που φεύγει η ένταση της μέρας από πάνω τους και μένουν μόνοι με τον εαυτό τους, τότε συχνά γίνονται κάποιοι επουσιώδεις “διάλογοι”… εσύ με εσένα και την ελπίδα να σε ακούσουν κι άλλοι, που βρίσκονται στην ίδια φάση-κατάσταση-λούπα…
Τέσσερα πρόσωπα, σε μια ακτίνα κάποιων χιλιομέτρων, δεν κοιμούνται, για τους δικούς του λόγους ο καθένας και εμείς γινόμαστε το ακροατήριο αυτών των διαλόγων που λέγαμε πιο πριν. Οι δύο είναι νέοι, 30 και λίγο πριν – ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Σε δύο χώρους, που μάλλον τους πνίγουν, αλλά δεν έχουν κι άλλη επιλογή από το να μη βρίσκονται εκεί.
Αυτός νοσηλεύεται μετά από ένα βαρύ χειρουργείο… όλοι του έλεγαν να προσέχει με το μηχανάκι κι όμως ένα οργανικό θέμα τον έφερε έκει. Μέχρι να πάρει τα καλά νέα για την πορεία της υγείας του, και μετά το επιτυχές της επέμβασης, είχε τον χρόνο να σκεφτεί πάρα πολλά – για τη γενιά του, για τον εαυτό του, τον κόσμο που ζει και κινείται. Τα ανακαλεί ξανά και διαπιστώνει ότι, ρε φίλε, σε σχέση με άλλες εποχές, έχει ζήσει πάρα πολλά σε λίγο χρόνο. Η τεχνολογία κάνει άλματα και ο κόσμος οφείλει να (παρ)ακολουθεί για να μη χάθει και δεν μπορέσει να συμβαδίσει. Φρικάρει με όλα αυτά, αλλά επειδή είναι νέος ακόμη, αισιοδοξεί ότι θα τα καταφέρει – λογικό, αφού δεν τον σκότωσε η αρρώστια, θα κωλώσει τώρα στις προκλήσεις της εποχής; Περιμένει το εξιτήριο για να ξεκινήσει πάλι από την αρχή, να διορθώσει όσα τυχόν έγιναν λάθος.
Το κορίτσι έχει γυρίσει από τη δουλειά – έχει φάει τα νιάτα της σε σπουδές και συλλογή γνώσης, για να βρει δουλειά σε μια πολυεθνική, όπου είναι απλά μια βίδα στην καλοκουρδισμένη μηχανή. Πληρώνεται καλά; Αμφίβολο… είναι νέα και θέλει να ζήσει. Τη χαλάει το σπίτι, που τα χρήματα που βγάζει της επιτρέπουν να νοικιάζει, που δεν έχει ούτε παράθυρο ούτε ενα υποτυπώδες μπαλκόνακι, παρά μόνο έναν φωταγωγό, μέσω του οποίου “λαμβάνει” όλα τα σήματα από τον “έξω” κόσμο. “Ό έξω κόσμος”…. μίζεροι γείτονες, σε θλιβερά σπίτια σαν το δικό της, πνιγμένοι στη σύμβαση και τους κανόνες και τις “υποχρεώσεις”, ανθρωποι που δημιουργούν μυρωδιές σπιτικού φαγητου, που μαγειρεύεται σε όποια ώρα υπάρχει διάθεσιμη, που καταναλώνουν και παράγουν σκουπίδια (γιατί, ποιον λόγο ύπαρξης θα είχε αλλιώς η υπηρεσία καθαριότητας των δήμων), που φυσικά πετάνε όλα μαζί σε έναν κάδο (έλα τώρα, πού να ξεχωρίζεις και να ανακυκλώνεις και τέτοια χαζά), που έχουν ξεχάσει τις μικρές χαρές της ζωής και έχουν γεράσει πριν την ώρα τους. Εκείνη ψάχνει κάτι να πιαστεί και, όταν πιστεύει ότι βρίσκει σε μια νέα γνωριμία, τα πάντα όλα που ζητούσε, μπαίνει στο τριπάκι της “ασέβειας”, σπάζοντας όλες τις συμβάσεις και τις “ιερότητες” του μικρόκοσμου της πολυκατοικίας, απολαμβάνοντας τις λοξές ματιές και τους ψιθύρους για τη “διαγωγή” της. Είναι μόλις 30 χρονών και θέλει να γατζωθεί από οτιδήποτε την κινητοποιεί, για να μπορεί να έχει τις δικές μικρές στιγμές ζωής και να κερδίσει λίγο πολύτιμο χρόνο, προτού γίνει κάτι σαν αυτό που τώρα την ενοχλεί…
Οι άλλοι δύο είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Αυτός, ένας επιτυχημένος ποινικολόγος με λαμπρή καριέρα και διαλυμένη προσωπική ζωή. Τον βρίσκουμε σε ενα μαγαζί· ξέρεις, αυτά που υποτιμητικά αποκαλούμε κωλόμπαρα… είναι το στέκι του, από τη μέρα που άνοιξε ως ένα υπέροχο μπαρ, πριν χρόνια, μέχρι και σήμερα που άλλαξε ύφος, μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη του – πιθανόν από συνήθεια στην αρχή και τώρα από ανάγκη. Συντροφιά του ένα κορίτσι, από μια χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ, που “δουλεύει” εκεί και δεν γνωρίζει καθόλου τη γλώσσα μας – η ιδανική ακροάτρια. Θαμώνας εκεί, σήμερα θα νιώσει την ανάγκη να της πιάσει κουβέντα, να μάθει κάτι για εκείνη που, όσον καιρό συναντιούνται, η σχέση τους μοιάζει με τζουκμποξ – αυτός πληρώνει και το κορίτσι παίζει κάθε φορά και ένα “πρόγραμμα”.
Ο φίλος μας, περασμένα 50, έχει φάει τον κόσμο και τη ζωή στη μούρη και δεν μπορεί να ισχυριστεί πως έχει πολλή ελπίδα ή όνειρα. Έχει τη συνείδηση ότι άλλα ήθελε στη ζωή του κι άλλα επέλεξε – θαμπώθηκε από το πνεύμα και παρέλειψε τις ανάγκες του, που του υπαγόρευαν ένα “‘έπιπλο” για σύντροφο ζωής κι όχι ένα ζωντανό ον. Όταν μοιραία έσκασε η φούσκα, αναγνωρίζοντας πως αυτό που θέλει είναι κάπως αργά για να το βρει, η “μετάλλαξη” του στεκιού τού έδωσε μια υπέροχη διέξοδο – αυτήν τη νύχτα, σε μια κρίση αυτογνωσίας, ομολογεί όλα όσα ίσως τον βαραίνουν και δεν του “επιτρέπεται” στο φως να παρουσιάσει. Έχει κυνικά αποδεχτεί ότι αυτή είναι η ζωή του και με αυτά που έχει και εκείνα που αναζητά, αλλά δεν μπορεί να αποκτήσει, θα πορευτεί…
Η έτερη παρουσία είναι μια κοπέλα κοντά στα 40, που επικοινωνεί σε μια εφαρμογή με τους “εικονικούς” της φίλους, όπως κάθε μέρα. Απόψε, βρίσκεται σε μια πλατεία και κάθεται σε ενα μικρό συνοικιακό σουβλατζίδικο. Παρατηρεί και καταγράφει σε live video τους γύρω της, ενώ ενημερώνει, όσους την παρακολουθούν, πόσο σκατένια ήταν ακομή μια μέρα της. Όταν η κάμερα κλείνει, η μελαγχολία και το γαμώτο γι’αυτό που ζει την ξεχυλίζει. Την ενοχλεί που όλοι έχουν εγκλωβιστεί στο καβουκάκι τους, που δεν υπάρχει κανεις να μιλήσει αληθινά μαζί τους για όσα την απασχολούν, που δεν της φτάνουν τα χρήματα για καμία απόλαυση, παρά για ένα σουβλάκι και δυο μπουκιές κάποιο συνοδευτικό – εκεί που πήγε και το φαγητό του λαού, πώς να το χαρείς; Σιχαίνεται που δεν έχει κάποιον δίπλα της να την προσέχει και να τη φροντίζει, που επιλέγει να πουλάει μια εικόνα της online για να αισθάνεται ότι όσα λέει κάποιος τα ακούει, τρελαίνεται που διαπιστώνει ότι ο κόσμος συγκεντρώνεται σε διάφορους χώρους για καλούς ή κακούς λόγους και πολλοί λίγοι “συνδέονται”, αφού η πλειοψηφια, πνευματικά, ταξιδεύει κάπου αλλού ή σκέφτεται πού θα πάει για φαγητό μετά. Έχει χάσει κι αυτή την όποια ελπίδα κουβαλούσε νεότερη, για ένα μέλλον πιο όμορφο και φωτεινό και εχει εναρμονιστεί με τα σκοτάδια της, τον σκατόκοσμο που ζει και το δεδομένο πως κάποια τέτοια βράδια θα βγάζει τα εσώψυχά της για να αδειάζει, προτού επιστρέψει στη λουστραρισμένη “ηλεκτρονική” της περσόνα.
Ο Αντώνης Morgan Κωνσταντουδάκης παρέλαβε από τη Γεωργία Δρακάκη, ένα σύγχρονο, πολύ ζωντανό έργο και επέλεξε να στήσει μια παράσταση που ο λόγος θα είναι ο πρωταγωνιστής, μέσα από το στόμα των ερμηνευτών. Οι πέντε ηθοποιοί κινούνται με απόλυτη φυσικότητα στον γεωγραφικό “ζωτικό” χώρο που τους ανήκει, χωρίς εξάρσεις ή υποκριτικές “ακροβασίες” και η παράσταση έχει μια ροή που στο τέλος της εύλογα μπορείς να απορήσεις, πώς κατάφερε σκηνοθετικά κάποιος σε 60 λεπτά να σου μεταδώσει τόσες πολλές πληροφορίες, χωρίς να έχεις την αίσθηση ότι δεχόσουν βομβαρδισμό λέξεων και την παράλληλη υποψία ότι το έργο είχε μεγαλύτερη διάρκεια. Το δε κείμενο αναβλύζει φρεσκάδα, αλήθεια και είναι γραμμένο σε μια καθημερινή γλώσσα, μη διανοουμενίστικη, που το κάνει εύστοχα προσλαμβανόμενο από το κοινό (άλλωστε κι εμείς όλοι έτσι δεν εκφραζόμαστε;).
Ερμηνευτικά, ξεχώρισα τους μεγαλύτερους και ηλικιακά ηθοποιούς – τον Χάρη Μαυρουδή, στον ρόλο του δικηγόρου, και την Άντα Κουγιά, στον ρόλο της influencer. Ήταν και οι δυο εξαιρετικοί και άμεσοι, με σωστά ελληνικά, που ακούγονταν καθαρά και, επειδή μάλλον δεν έχω και μεγάλη απόσταση βιολογικά από τους ήρωές τους, βρήκα πολλά που θα μπορούσα να τα πω κι εγώ. Από τα δύο νεαρότερα παιδιά, η Μιχαέλα Δάβιου είχε όλη αυτήν την ορμή της ηρωίδας και τις εκφράσεις που ταίριαζαν με τον λόγο της, όμως σε κάποια σημεία ήθελα να μην είναι τόσο “ποζάτο” το παίξιμό της, χωρίς αυτό να ακυρώνει τη συνολική της εικόνα, που ήταν αναμφίβολα πολύ καλή. Ο Γιώργος Λιάκος, στον ρόλο του νοσηλευόμενου, μου έβγαλε μια “περιέργη” αμηχανία και είχα την αίσθηση ότι κάποια κομμάτια του κειμένου ήταν κάτι σαν απαγγελία και όχι ερμηνεία, και αυτό το γεγονός μου “κατέβασε” κάπως την αίσθηση που πήρα από τη σκηνική του παρουσία (μιλάω για το βράδυ που τον είδαμε εμείς, αποκλειστικά). Τέλος, η Αγγελική Αγγελάκη σε μια σκηνική παρουσία που ήταν διασπασμένη σε τέσσερα πρόσωπα-ρόλους, αφηγήτρια-σερβιτόρα-κορίτσι του μπαρ-νοσοκόμα, μου έδωσε την εντύπωση πως ήταν δύο τα ξανθά κορίτσια και όχι ένα, με τις εναλλαγές και τις μεταμορφώσεις, σε πολύ λίγο χρόνο… από αυτές τις παρουσίες που βοηθάνε τις παραστάσεις να εξελίσσονται και, χωρίς να μιλήσουν, κερδίζουν επάξια το χειροκρότημα. Τεχνικά, δεν εντόπισα κάτι να με ενοχλήσει, απεναντίας βρήκα πολύ καλό τον ήχο και υπέροχα φωτισμένη την παράσταση.
‘Το καλύτερο πράγμα στον κόσμο είναι να πέφτεις για ύπνο τα ξημερώματα’ είναι μια παράσταση που ξεχειλίζει από συναίσθημα, ωμή αλήθεια, προβληματισμούς και τροφή για σκέψη. Έχει μια αμεσότητα που σε κερδίζει από το πρώτο λεπτό και συνδυάζει λυρικότητα-ποίηση με μια πολύ “λαϊκή” γραφή, χωρίς αυτό να σου ακούγεται παράταιρο ή να σε προβληματίζει για το “πώς τώρα τα συνέδεσε αυτά”, ευτυχεί να είναι σκηνοθετημένη με ευφυΐα και ερμηνευτικά βρίσκεται σε πολύ καλό επίπεδο· συνεπώς, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, για όποιον ψάχνει νέες φωνές δημιουργών σε λιγότερο προβεβλημένες σκηνές, που συνήθως κρύβουν ευχάριστες εκπλήξεις (ναι, αυτή η παράσταση είναι μία από αυτές).
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2023
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv