Sin Radio Listen, don't just hear!

Ο Αριστοφάνης γεννήθηκε στην ακμάζουσα Αθήνα, από μια οικογένεια της μέσης – σημερινής – τάξης και στη διάρκεια κάποιων ταραχών, λόγω πολέμων, φιλοξενήθηκε σε πλούσιους συγγενείς του στη Σαλαμίνα και ανήκε σε αυτήν την κάστα των ανθρώπων, που έχουν μια “αριστοκρατική” συμπεριφορά και κάπως πιο συντηρητική προσέγγιση για την κοινωνία και τον κόσμο συνολικά. Δεν πολυσυμπαθούσε οτιδήποτε θα διατάραζε – κατά τη γνώμη του πάντα – την τάξη της πολιτείας και γι’αυτό ήταν φανατικός πολέμιος του Σωκράτη και του κινήματος των σοφιστών, καθώς πίστευε πως η αμφιβολία που δίδασκαν αποτελούσε στοιχείο που θα διατάραζε την υπάρχουσα τάξη και “ηθική”. Έτσι σκεπτόμενος, δεν είδε με καλό μάτι την ανανέωση που έφερνε ο σύγχρονός του τραγικός ποιητής Ευριπίδης, που παρουσίαζε επί σκηνής ανθρώπους με “ταπεινά” πάθη (ενώ οι άλλοι τραγωδοί τα υπονοούσαν και δεν τα έδειχναν) και, λόγω της συναστροφής του με τους σοφιστές, έφερνε την αμφισβήτηση προς οτιδήποτε τον ενοχλούσε και προσπαθούσε να δείξει πως, μέσα από μια τέτοια διαδικασία που δεν υπάρχουν αλάθητα, ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος και τα όποια λάθη να διορθωθούν. Ο Αριστοφάνης, που ζούσε με την ιδέα του μεγαλείου της Αθήνας και ήταν ταγμένος σε οτιδήποτε αποτελούσε θεματοφύλακα των “αξιών” (π.χ. θρησκεία), μέσα από τα έργα του, συχνά, τις ιδέες που ασπάζεται και κομίζει στις τραγωδίες του ο Ευριπίδης, τις διακωμωδεί, με σκοπό να δείξει την “ελαφρότητά” τους (κατά τον ίδιο και τους ομοϊδεάτες του) και να υποστηρίξει εμμέσως τους “ψιθύρους” που ακουγόνταν από κάποιους στην πόλη περί αθεΐας ή χαλαρών ηθών.
Έτσι, τοποθετεί τον Ευριπίδη ως κεντρικό θέμα στην κωμωδία του “Θεσμοφοριάζουσες”, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 411 π.Χ., πιθανότατα στα Μεγάλα Διονύσια, και ανήκει, μαζί με τη Λυσιστράτη και τις Εκκλησιάζουσες, στα λεγόμενα “γυναικεία” του έργα. Το έργο αυτό είχαμε τη χαρά να το παρακολουθήσουμε φέτος το καλοκαίρι, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μπέζου.
Η Ιστορία πάει ως εξής: O Ευριπίδης μαθαίνει πως οι γυναίκες της πόλης θα πάρουν απόφαση να τον τιμωρήσουν (με ποιο τρόπο δεν μαθαίνουμε ποτέ!) στη γιορτή, στα “Θεσμοφόρια” (αποκλειστικά γυναικεία γιορτή, που απαγορεύονταν να μπουν άντρες) και αναζητά κάποιον τρόπο να “βάλει” έναν δικό του άνθρωπο μέσα, ώστε να μιλήσει με κάποια καλά λόγια, για να κατευνάσει τον θυμό τους και να μην προχωρήσουν στην απόφασή τους. Επισκέπτεται, έτσι, τον ποιητή Αγάθωνα, που του αρέσει να ντύνεται με γυναικεία ρούχα και χαίρει εκτίμησης από τις γυναίκες, για να τον βοήθησει. Μετά την άρνηση του Αγάθωνα, στρέφεται στον συγγενή του Μνησίλοχο και, με τη βοήθεια του ποιητή, τον ετοιμάζουν με γυναικεία αμφίεση και τον στέλνουν στη γιορτή. Εκεί, ο Μνησίλοχος ακούει όσα καταμαρτυρούν στον Ευριπίδη οι γυναίκες της πόλης και επιχειρεί να τις πείσει πως σε αυτά που “δικαίως” του καταλογίζουν, οφείλουν να αναγνωρίσουν πως έχει αποκρύψει και αρκετά άλλα πιο “σκοτεινά” μυστικά και πολλές φορές έχει αναφερθεί με κολακευτικό τρόπο για εκείνες. Οι γυναίκες υποψιάζονται πως κάτι δεν πάει καλά με την “ξένη” και τις αμφιβολίες τους ξεδιαλύνει ο Κλεισθένης, ένας θηλυπρεπής νέος της πόλης, που μπαίνει στη γιορτή και ενημερώνει πως ένας άνδρας, ντυμένος γυναικεία, έχει παρεισφρήσει ανάμεσά τους, με σκοπό να γλιτώσει τον Ευριπίδη.
Όταν οι γυναίκες αποκαλύπτουν τη μεταμφίεση του Μνησίλοχου, τον δένουν σε έναν στύλο και τοποθετούν έναν Σκύθη τοξότη να τον φρουρεί. Ο κρατούμενος, προκειμένου να ειδοποιήσει τον Ευριπίδη, που τον περίμενε κάπου έξω από τον χώρο της γιορτής, για την “αιχμαλωσία” του και να του ζητήσει βοήθεια, απαγγέλλει κομμάτια από τα έργα “Ελένη” και “Ανδρομέδα” (του Ευρυπίδη, και όχι σωζώμενα, δυστυχώς) και ο ποιητής, μεταμφιεσμένος σε Μενέλαο αρχικά και Περσέα σε δεύτερο χρόνο, δοκιμάζει να ξεγελάσει τον φύλακα και να απελευθερώσει τον συγγενή του μάταια. Προκειμένου να μην του συμβεί κάτι κακό, παρουσιάζεται ο ίδιος μπροστά στις γυναίκες και υπόσχεται πως δεν θα ξαναγράψει κάτι κακό για εκείνες, αρκεί να αφήσουν ελεύθερο τον Μνησίλοχο. Με τη βοήθεια μιας νεαρής όμορφης κοπέλας, αποσπά την προσοχή του φύλακα, ελευθερώνει το Μνησίλοχο και εξαφανίζονται. Το έργο κλείνει με τις γυναίκες να τραγουδούν για την επιτυχία τους και να πειράζουν τον φύλακα, που δεν μπορεί να καταλάβει πώς απέδρασε ο κρατούμενός του.
Ο Γιάννης Μπέζος χρησιμοποίησε την έξυπνη μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη, με τη “μετρημένη” βωμολοχία (γνωστό το αθυρόστομο του Αριστόφανη, που δεν ενοχλούσε καθόλου τους σύγχρονούς του) και έστησε μια παράσταση με γνώμονα το λεγόμενο “λαϊκό” θέατρο. Κράτησε για τον εαυτό του τον ρόλο του Μνησίλοχου και έφτιαξε μια παράσταση που κυλούσε και πρόσφερε γέλιο στο κοινό της, ενσωματώνοντας πολύ λίγες και εύστοχες “σύγχρονες” παρεμβάσεις στο κείμενό της. Για τον θεατή που δεν έχει γνώση της ιστορίας και του τι “αντιπαλότητα” υπήρχε μεταξύ των δύο ποιητών, Αριστοφάνη και Ευριπίδη, ήταν λίγο δύσκολο να καταλάβει το μέγεθος της παρωδίας, όμως όταν “πατάς” πάνω στο κείμενο σκηνοθετικά και δεν έχεις διάθεση για νεωτερισμούς ή προσθήκες, αυτό είναι κάπου αναμενόμενο. Ως Μνήσιλοχος ήταν πολύ καλός, στη γνωστή υποκριτική του φόρμα, που δεν μας ενόχλησε καθόλου.
Σε παράλληλη τροχιά και ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης – Ευριπίδης, που δεν είχε πολύ μεγάλη συμμετοχή στο έργο, όπως διαμορφώθηκε, αλλά μας αποζημίωσε, παίζοντας αυτό που περιμέναμε να δούμε από εκείνον. Σίγουρα ξεχωρίσαμε τη Φωτεινή Βαξεβάνη ως Κριτύλλα, την κορυφαία του χορού των γυναικών, που ήταν απολαυστική για ακόμη μια φορά, με κέφι, άνεση και φυσικότητα, και μας χάρισε πολλές στιγμές γέλιου. Μαζί της, στα ίδια υψηλά δεδομένα απόδοσης, βρέθηκε και ο χορός της παράστασης, αποτελούμενος από τις: Νίκη Σερέτη, Γιάννα Παπαγεωργίου, Αρετή Πασχάλη, Λήδα Καπνά, Ντένια Στασινοπούλου, Κωνσταντίνα Νταντάμη, Αγγελική Γρηγοροπούλου, Ελένη Ζαχοπούλου και Μανταλένα Καραβάτου, που κέρδισε το περισσότερο χειροκρότημα και αναδείχτηκε, σύμφωνα και με την άποψη των συνθεατών μας, σε πρωταγωνιστή του έργου.
Ευχάριστη έκπληξη ήταν ο Λαέρτης Μαλκότσης σε διπλό ρόλο – απολαυστικά κωμικός ως Αγάθωνας και αστείος ως καρικατούρα, στον ρόλο του Σκύθη φύλακα. Δεν φανταστήκαμε πως επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο στην αρχή και, στο τέλος της παράστασης, αξιολογήσαμε πολύ θετικά τη δουλειά που έκανε σε δύο τόσο διαφορετικές περσόνες. Ο Αλέξης Βιδαλάκης, στον ρόλο του υπηρέτη του Αγάθωνα, και ο Παναγιώτης Κατσώλης ως Κλεισθένης, στους “μικρούς” ρόλους των θηλυπρεπών νεαρών, που κλήθηκαν να υπηρετήσουν, ήταν κωμικοί και πρόσφεραν γέλιο σε όλους, χωρίς να γίνουν κάτι που θα προσομοίαζε σε παλιές παρουσιάσεις τέτοιων ηρώων και αυτό προσμετράται στα υπέρ, τόσο για τους ίδιους όσο και για τον σκηνοθέτη.
Εξαιρετική η μουσική που έγραψε για την παράσταση ο Φοίβος Δεληβοριάς, “έπιασε” τόπο η μουσική και τραγουδιστική διδασκαλία στα κορίτσια του χορου από την Νεφέλη Φασούλη και μας αρέσαν αρκετά οι λιτές, αλλά ταιριαστές, χορογραφίες από τη Σεσίλ Μικρούτσικου. Η σκηνογραφία, επίσης, πολύ λιτή, αλλά λίγο άκυρη, αφού κανείς δεν κατάλαβε τι ακριβώς αναπαριστούσε (κάποιο ιερό ίσως;) και ήταν, μαζί με τα φώτα, οι πιο χτυπητές αδυναμίες μιας καλοδουλεμένης κατά τ’άλλα παράστασης. Μιας δουλειάς που η απλότητα και ο πιο “λαϊκός” τρόπος της ξένισαν ορισμένους, που θεωρούν πως οι καλές παραστάσεις είναι εκείνες που ο κόσμος, πλην ελαχίστων, δεν καταλαβαίνει τίποτα, αλλά φεύγει ικανοποιημένος από το θέατρο, καθώς είδε αγαπημένους ηθοποιούς και μια ωραία παράσταση και ως εκεί… μην αναθεματίζουμε τα πάντα που “ξεφεύγουν” από την αισθητική ή την αντίληψή μας και μη δαιμονοποιούμε οτιδήποτε φέρνει την τέχνη κοντά στον απλό κόσμο. Άλλωστε, ο πολιτισμός δεν είναι διαχρονικά υπόθεση των “σοφών” και των λογιών, αλλά των πολλών.
Θοδωρής Κ., Σεπτέμβριος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv