play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Θέλω να σου κρατάω το χέρι’ στο Θέατρο ΑΛΦΑ

today4 Μαΐου, 2023

Φόντο
share close

*Το “I Want to Hold Your Hand” ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο του 1963 από τους Beatles, και ήταν το πρώτο κομμάτι τους που ηχογραφήθηκε με την τεχνολογία multitracking (συνήθως οι ηχογραφήσεις ήταν μονοφωνικές ή σε 2 κανάλια, δηλαδή stereo, που είχαν μικρότερο κόστος παραγωγής), που, αν και ήταν εφαρμόσιμη από το 1955, δεν προτιμούνταν για οικονομικούς λόγους από τους παραγωγούς (εξασφάλιζε καλύτερη πιστότητα στην ηχογράφηση, παρόλο που δεν υπήρχαν οι αντίστοιχες συσκευές αναπαραγωγής στο εμποριο για το κοινό). Έφτασε στο νούμερο 1 του βρετανικού chart 100 και έμεινε εκεί για 5 εβδομάδες, ενώ σχεδόν σε όλη την Ευρώπη κατέκτησε την αντίστοιχη θέση σε πωλήσεις. Μόνο στο μεγάλο νησί, πούλησε 1.000.000 αντίτυπα και για λίγα νούμερα δεν ξεπέρασε το “She loves you”, που ήταν το πιο καλοπουλημένο single τους. Ήταν το κομμάτι που, απο τους ιστορικούς της μουσικής, αποτέλεσε την απαρχή της “βρετανικής μουσικής εισβολής” στις ΗΠΑ, το 1964.

**Οι Beatles ξεκίνησαν ως μια μπάντα που έπαιζε ένα εύθυμο ποπ-ροκ με πιασιάρικους στίχους – 4 νέοι εξαιρετικοί μουσικοί και εμφανίσιμοι, έκαναν πολλά κορίτσια να τους λατρέψουν και τα αντίστοιχα αγόρια της εποχής να επιδιώκουν να αντιγράψουν το στυλ τους. Στη συνέχεια, παρέδωσαν σημαντικές κυκλοφορίες, γεμάτες πειραματισμούς, και ενέπνευσαν εκατοντάδες συγκροτήματα στην υφήλιο να δοκιμάσουν να παίξουν όπως κι αυτοί, διαμορφώνοντας είδη όπως το garage, η ψυχεδέλεια και το hard rock που έκανε την εκκίνησή τους. Αναμφίβολα, χωρίς τα “Σκαθάρια” και τις μουσικές τους ανησυχίες, η μουσική, όπως τη γνωρίζουμε και την ακούμε, θα ήταν πολύ διαφορετική, καθώς επηρέασαν συνολικά όλη τη βιομηχανία του χώρου, και τα μέλη της δικαιωματικά αναγνωρίζονται ως η επιδραστικότερη μπάντα όλων των εποχών.

Σε ένα ξενοδοχείο ημιδιαμονής, συναντιέται ένα ζευγάρι – αυτός ζει εκεί (το σπίτι το έχει κάνει μπουρδέλο, σύμφωνα με τη γυναίκα του, οπότε τι πιο ταιριαστό μέρος για να επιλέξει!) και εκείνη τον επισκέπτεται μετά τη δουλειά της. Η σχέση τους… είναι λίγο μπερδεμένη, που λέμε και στα social media. Δεν έχουμε καμία απολύτως πληροφορία για το πώς γνωρίστηκαν, τι είδους σχέση έχουν, τίποτα. Γινόμαστε μάρτυρες από την πρώτη συνάντηση (θα δούμε 10 συνολικά τέτοιες – σκηνές), δύο ανθρώπων πολύ διαφορετικών. Εκείνη εξωστρεφής, θέλει να μιλήσει για τη μέρα της και τα προβλήματά της και αυτός πιο προσηλωμένος στους κανόνες – βρίσκονται εκεί μόνο ως εραστές για μια ξεπέτα και όλα τα υπόλοιπα μένουν στην εξώπορτα. Αυτό, με την επιμονή της, σταδιακά καταργείται και κάπως έτσι πληροφορούμαστε αρκετές λεπτομέρειες για τον γάμο της, που περνάει μια δύσκολη φάση, αλλά και για τον σύζυγό της, που μια κακιά στιγμή τον έχει αποσυντονίσει και πελαγοδρομεί, αδυνατώντας να βρει πώς μπορει να ξαναγίνει χρήσιμος. Αυτός, σε ένα γάμο επίσης με προβλήματα και ένα μικρό παιδί (όπως κι εκείνη), που το υπεραγαπά, αλλά του λέει ψέματα πως βρίσκεται στην Αγγλία για δουλειά, για να μην καταλάβει ο μικρός ότι υπάρχει διάσταση των γονιών του. Περιγράφει μια σύντροφο, που κάποια στιγμή χάθηκε μέσα στα προβλήματά τους και δεν έβλεπε ότι προσπαθούσε, παρά μόνο τον έκρινε με μια υπερβολική αυστηρότητα, λες και δεν είχε το δικαίωμα στο λάθος κι όλο αυτό το σκηνικό τους έκανε εντελώς ξένους – δεν αναφέρει πολλά, απλά ρίχνει το βάρος των ευθυνών στον εαυτό του και, βυθισμένος σε μαύρες σκέψεις, καταφεύγει σε καταχρήσεις για να ξεχνάει τα προβλήματά του.

Με τον καιρό, και όσο γνωρίζονται καλύτερα, οι πληροφορίες για τη ζωή της είναι σχεδόν όλες απλωμένες στο τραπέζι, ενώ για εκείνον υπάρχει ακόμη ένα μυστήριο για το πώς βρέθηκε εκεί και πού τελικά το πηγαίνει το “καράβι”. Σε αυτό το σημείο, υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα τροπή στην ιστορία, αφού μια εξέλιξη στη σχέση του με τη σύντροφό του, επιταχύνει τις εξελίξεις και, μετά από μια νύχτα γεμάτη λάθος αποφάσεις, στην τελευταία συνάντηση με την ερωμένη του, αποφασίζει να ανοίξει κι αυτός όλα τα χαρτιά του και να αποκαλύψει όσα τόσον καιρό κρατούσε κρυφά και από εκείνη, αλλά κυρίως από τον ίδιο τον εαυτό του. Χρησιμοποιώντας το αγαπημένο του συγκρότημα, τους Beatles, και το τραγούδι που αγαπάει πολύ αυτός και η σύζυγός του (“I Want to Hold Your Hand”), δηλώνει εμμέσως, πλην σαφώς, ότι η κάθαρση που έψαχνε τόσον καιρό έχει επέλθει και το μόνο που ζητάει είναι να τον εμπιστευτούν ξανά… Το χέρι απλώθηκε και περιμένει το δικό της….

Τα αγόρια που γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’70, μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον που η οικονομική άνθιση και οι ευκαιρίες σού έδιναν την ασφάλεια πως η ζωή μοιάζει με ένα τρενάκι στο λούνα παρκ και είναι σούπερ διασκεδαστική και υπέροχη. Είχαν μαμάδες που έμεναν στο σπίτι (συνήθως) και φρόντιζαν κάθε επιθυμία του κανακάρη τους, και κάπως έτσι οι περισσότεροι εξ αυτών έμειναν “παιδιά” (όχι ότι μεγαλώνουμε επί της ουσίας ποτέ, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση) και ελάχιστοι ήμασταν προετοιμασμένοι για τυχόν στραπάτσο. Αντιθέτως, τα κορίτσια τα μεγάλωναν άλλες σε μια λογική να μην “πάθουν” ό,τι κι αυτές και να γίνουν ανεξάρτητες και δυνατές (αν μια οικογένεια είχε αγόρι και κορίτσι, φαντάζεστε ότι ήταν απόλυτα ψυχεδελικές οι καταστάσεις, με τα κηρύγματα της μητέρας – από τότε είχα την απορία… αν όλα τα κορίτσια ακολουθούσαν αυτό το μοτίβο, πού θα βρίσκονταν εκείνες που θα φρόντιζαν τους λεβέντες που μεγάλωναν;;;), κάποιες στο στυλ να ακολουθήσει τα δικά της χνάρια (μαμά στο σπίτι), έχοντας τη δύναμη να καθορίζει η ίδια τη ζωή της, αφήνοντας τον άνδρα να νομίζει ότι αυτός είναι το αφεντικό, και η πλειοψηφία δεν έλεγε απολύτως τίποτα και οι νεαρές κυρίες εμπνέονταν από το περιβάλλον και τα περιοδικά της εποχής, που δεν προβάλλαν επουδενί το πρότυπο της γυναίκας-αντικείμενο-θύμα. Σε κάθε περίπτωση, τα κορίτσια ήταν πιο προετοιμασμένα για την τυχόν στραβή και ως πιο έξυπνες από εμάς (γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;) σε πλεονεκτική θέση.

Κλισεδάκι; Ναι, δεν αντιλέγω, όπως γεμάτη τέτοιες αναφορές είναι και η παράσταση – βγαλμένες από τη ζωή, αφού αν στήσεις αυτί στον κόσμο, όλα αυτα καθημερινά αναπαράγονται διαρκώς, οπότε η πληροφορία για τον θεατή δεν είναι κάτι ξένο. Όμοιως, ξένοι δεν είναι και οι χαρακτήρες των ηρώων… ο χαλαρός, με χιούμορ εξυπνάκια, άνδρας που μόλις στράβωσε η κατάσταση έψαξε τη μανούλα να τον κάνει μάκια για να περάσει ο πόνος και για να φροντίσει να τρέχει τα πράγματα, μέχρι να συνέλθει ο “πασάς” (αυτήν την αίσθηση δίνει, αρχικά, ο ήρωάς μας). Απέναντί του, μια γυναίκα που έχει φρικάρει με την τύχη της και της φταίνε τα πάντα, που στραβώθηκε και πήρε έναν μικρότερό της χαριτωμένο τύπο, που φαινόταν κελεπούρι, αντί για κάποιον πιο “φτιαγμένο”, που θα της εξασφάλιζε ένα ταξίδι σε ήρεμα νερά. Και οι δύο ατύχησαν στις επιλογές τους και ποιος φταίει γι’αυτό; Για εκείνον, αρχικά, για όλα φταίει η σύζυγός του, που δεν τον κατάλαβε ποτέ, που ήθελε να ωριμάσει επιτέλους κάποτε και να μην του φέρεται σαν σκύλα. Για τη φίλη μας, ο άχρηστος που έχασε τα αυγά και τα καλάθια και σήκωσε έντρομος τα χέρια ψηλά και την έριξε στην αρένα να παλέψει και για τους δύο, μέχρι αυτός να κάνει την αναδόμησή του – όμως, ρε γαμώτο, σαν πολύ δεν αργεί κι αυτή; Είναι δύο άνθρωποι που μπήκαν σε μια σύμβαση έγγαμης ζωής, χωρίς να γνωρίζουν τους συντρόφους τους και, το χειρότερο όλων -για εκείνη-, χωρίς να είναι έτοιμοι τη στιγμή που συνέβη, να γίνουν και γονείς (πόσο σκληρό ακούστηκε αυτό το “και κάποια στιγμή με έκανε και μάνα”).

Κι επειδή ο χρόνος και η γνωριμία με τον άλλον λειαίνουν τις γωνίες, μοιραία κι οι δύο θα αντιληφθούν πως για να χορέψει ένα ζευγάρι χρειάζεται όντως κάποιος να οδηγεί, αλλά και ο δεύτερος να ακολουθεί και, όπου χρειάζεται, να επεμβαίνει και να διορθώνει. Όταν δεν μπορούν να μοιραστούν σωστά οι ρόλοι, όταν οι συνθήκες απαιτούν αναδίπλωση και προσαρμογή και κάποιος επιλέγει την αποστασιοποίηση ή τη φυγή δια της πλαγίας οδού (βγάλε εσύ το φιδάκι από την τρύπα, όσο εγώ τα βρίσκω με την πάρτη μου, μια φάση), δυστυχώς η ρήξη είναι αναπόφευκτη. Και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να βγεις από τη ζώνη ασφαλείας σου, να κοιτάξεις την ατομάρα σου και να της πεις “μεγάλε, έκανες μαλακία”…. Είναι κομματάκι άβολο αυτό όσο να ‘ναι, αλλά κι αν είσαι αυτός που τραβάει το κάρο και φυσιολογικά σού έχει φτάσει η γλώσσα στον αστράγαλο, ίσως πρέπει να δεις πως μέσα στα εκατομμύρια δίκια που έχεις και σε πνίγουν, το να γίνεις κέρβερος και να δαγκώνεις σαν λυσσασμένο ζωο δεν είναι και η καλύτερη συμπεριφορά. Αυτά διαπιστώνουν οι δύο πρωταγωνιστές, μέσα από μια σχέση που ίσως και να πήγε πολύ καλύτερα απ’ όσο ήλπιζαν! Διαπίστωσαν πως οι σχέσεις ειναι μαραθώνιος με ανεβοκατεβάσματα ρυθμού και παράσταση που δύο ηθοποιοί καλούνται να αναλάβουν πολλαπλούς ρόλους, για τους οποίους τις περισσότερες φορές δεν έχουν καν σενάριο ή σκηνοθετική καθοδήγηση, αλλά πρέπει να αυτοσχεδιάσουν, αγνοώντας ταυτόχρονα τι μπορεί να είναι σωστό και τι λάθος – παλιοκατάσταση δηλαδή!

Ο Τάσος Ιορδανίδης, την περίοδο της καραντίνας, που όλοι υποχρεωτικά ήμασταν μαντρωμένοι στα “κλουβάκια” μας, έγραψε ένα έργο για τη συντροφικότητα και τις παγίδες που κρύβονται στις λεπτομέρειες, για τα ζευγάρια που ζουν μαζί. Σκιαγραφεί όλα τα “αρχέτυπα” που βρίσκονται στα “οικογενειακά” εγχειρίδια και τρόπον τινά υπαγορεύουν συμπεριφορές και στέκεται με μια διάθεση σκεπτικισμού και διακωμώδησης για τον λόγο ύπαρξής τους και τη “χρηστικότητά” τους. Το ζευγάρι της ιστορίας δεν έχει ονόματα, αλλά είναι άνθρωποι καθημερινοί, της διπλανής πόρτας και ο κάθε θεατής στις 10 σκηνές – στιγμές θα βρει πολλά ή λίγα για να ταυτιστεί, καθώς τα πρόσωπα είναι αληθινά και οι καταστάσεις που ζούνε αναγνωρίσιμες.

Η Θάλεια Ματίκα, σκηνοθετικά, επέλεξε το δύσκολο – παρουσίασε δύο ανθρώπους σε ένα κοινό “ξένο” περιβάλλον που είναι οικείο και ψυχρό ταυτόχρονα. Τους προσέγγισε με ευαισθησία, χωρίς να τους “χαριστεί”, αλλα αναδεικνύοντας την αλήθεια του καθενός, με κυρίαρχο τον λόγο (ή την απουσία του), κρατώντας ίσες αποστάσεις στην παρουσίασή τους, σε μια ιδιότυπη στιγμή μονομαχίας-αναμέτρησης δύο αντίθετων φαινομενικά νοοτροπίων-χαρακτήρων. Η φυσικότητα στην κίνηση, αλλά και στο παίξιμο, πολύ γρήγορα μας έκανε να ξεχάσουμε ότι είμαστε θεατές μιας θεατρικής σύμβασης, αλλά πως, μέσω ενός γυάλινου τοίχου, βλεπουμε κάποιους που ίσως συναστρέφομαστε ή δουλεύουμε μαζί, σε μια προσωπική τους στιγμή. Ακόμη και οι μεταβάσεις και οι ανατροπές ήταν πολύ ωραία δοσμένες και ομολογώ πως, ενώ κατάλαβα περίπου στη μέση τη σχέση των δύο, λίγο αργότερα αμφισβήτησα την κρίση μου και στο τέλος έμεινα με την απορία του τι μπορεί τελικά να έγινε και αν όντως όλο αυτό το “παιχνίδι” των 10 ημερών επί σκηνής, όντως τους έκανε να γνωριστούν επιτέλους καλύτερα…

Ερμηνευτικά, η σκηνική χημεία είναι εμφανέστατη (βοηθάει ότι είναι και στη ζωή ζευγάρι, σίγουρα). Ο Τάσος Ιορδανίδης καταφέρνει να σε γεμίσει αντιφατικά συναισθήματα για τον ήρωά του – τον συμπονάς, γιατί έχει μπλέξει με μια μέγαιρα (κατά τα λεγόμενά του, πάντα), αμέσως μετά θες να τον βαρέσεις, γιατί δεν μπορεί να έχει φτάσει σε αυτή την ηλικία, να έχει την ευθύνη ενός παιδιού και να παραμένει τόσο ανώριμος· την επόμενη στιγμη τον συμπαθείς… όλο το ψυχολογικό πέρα-δώθε του ήρωα περνάει απευθείας στην πλατεία και του “δίνουμε” τη διαχείριση στις έντονες και στις τρυφερές στιγμές, που ήταν απόλυτα ειλικρινείς. Η Θάλεια Ματίκα, στο ίδιο υποκριτικό επίπεδο, στον ρόλο της γυναίκας που έχει κουραστεί από το γεγονός ότι μεγαλώνει δυο μικρά αγόρια τελικά και βρίσκεται να έχει αλλάξει ρότα ζωης, κυνηγώντας καριέρα και οτιδήποτε θα φέρει φαγητό στο τραπέζι, βγάζει χωρίς επιτήδευση μια ευαισθησία που κρύβεται πίσω από την άμυνα του δυναμισμού, κερδίζοντας όλη την υποστήριξη του κοινού για μεγάλο μέρος της παράστασης – στο τελευταίο δεκάλεπτο, προσωπικά, σκέφτηκα πως ίσως κάπου το τερμάτισε και πέρασε πολύ απέναντι, αλλά και πάλι τη δικαιολόγησα. Μας έπεισε πως, παρόλη την ένταση και τον θυμό, έχει ανάγκη κάποιον να της κρατάει το χέρι, καθώς πολλές φορές με θάρρος ομολόγησε όλα τα θετικά του ανθρώπου που επέλεξε να μοιραστεί τη ζωή της.

Αναμφίβολα, παρακολουθήσαμε μια εξαιρετική παράσταση, ένα σύγχρονο έργο που μιλάει με τη δική μας καθημερινή γλώσσα για τις σχέσεις και τις δυσκολίες τους, σε μια εποχή που έχει αλλάξει αρκετά και εκτός του δεδομένου ότι δεν το είχαμε προβλέψει, μας βρήκε και εντελώς απροετοίμαστους. Κάνει μια τομή και μιλάει για την ουσία που οφείλουν να έχουν και για όλα εκείνα που κουβαλάμε ως άνθρωποι (η πατριαρχία, όπως τη “διδαχτήκαμε” είναι παρελθόν), να προσαρμοζόμαστε στο τώρα και ότι απλά πράγματα, όπως το κράτημα του χεριού και η, με αποδείξεις, συμπόρευση στα ζόρια και όχι μόνο στις χαρές είναι το συστατικό που “δένει” τα ζευγάρια και το θάρρος να αποδεχτείς την “ήττα” και να προχωρήσεις μπροστά, χωρίς θρηνους διαρκείας. Προτείνεται σε όλα τα ζευγάρια και σε αυτούς που ψάχνουν τι πάει λάθος και δεν στεριώνουν με κάνεναν (στους τελευταίους θα κάνει σίγουρα πολύ καλό!).

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Απρίλιος 2023

Συντάχθηκε από: Sin Radio