play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Συνοικία το όνειρο’ στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο

today26 Οκτωβρίου, 2021

Φόντο
share close

Θα θυμάμαι πάντα τον κύριο Χρήστο, τον πατέρα του φίλου μου του Μπίλλυ, που στα 33 η “αρρώστια” τον πήρε από κοντά μας, και τις ιστορίες του από την παλιά Αθήνα… Πετραλωνίτης γέννημα-θρέμμα, είδε το πρώτο φως της μέρας το 1956 – έχασε τη μητέρα του στη γέννα και έμεινε με τον κυρ-Βασίλη, τον πατέρα του. Τον μεγάλωσε η γειτονιά, εκεί που ζούσαν στα Άνω Πετράλωνα, στον Ασύρματο (πήρε τον όνομά της από την Ναυτική Σχολή Πολέμου-Σχολή Ασυρμάτου, που υπήρχε εκεί κοντά). Πού είναι αυτή η περιοχή, θα ρωτήσει κάποιος που δε γνωρίζει… Ήταν ένα παλιό λατομείο εγκαταλελειμένο στους πρόποδες του λόφου του Φιλοπάππου, που εκεί στήθηκε το 1922 με χωματόπλινθους, λαμαρίνες, γκαζοντενεκέδες, σανίδια από παλιές κάσες, ψευτοκαδρόνια και ό,τι άλλο οικοδομήσιμο υλικό μπορούσαν να βρουν οι 800 οικογένειες- πρόσφυγες από την Ατττάλεια του νότου της Μικράς Ασίας, μια μικρή συνοικία για να στεγαστούν, όπου αργότερα βρήκαν καταφύγιο και άλλοι μετανάστες, εσωτερικοί αυτήν τη φορά. Το 1953 χτίζονται τα πρώτα πέτρινα σπίτια· σε ένα τέτοιο έζησε κι αυτός, αλλά δεν απαλείφθηκαν ολικά οι παλιές τρώγλες (αυτό θα συμβεί πολύ αργότερα, τη δεκαετία του ’70). Εκεί έζησε μέχρι το 1966, που απαλλοτριώθηκε το οικόπεδο, για να γίνει η πρώτη μεγάλη εργατική πολυκατοικία της περιοχής – έφυγαν και αγόρασαν, για να εγκατασταθούν στα Κάτω Πετράλωνα, σε ένα καλύτερο σπιτάκι, που 8 χρόνια μετά έγινε η πολυκατοικία που βρίσκεται το πατρικό μου, κάτω από το δικό του διαμέρισμα. Μας μιλούσε συχνά για τις μέρες στη γειτονιά εκείνη, το το πόσο δύσκολα ζούσαν οι άνθρωποι, χωρίς τα βασικά που όλοι πλέον θεωρούμε δεδομένα για πολλά χρόνια (νερό, ρεύμα, αποχέτευση…), τα όνειρά τους να αλλάξει η μοίρα και το πόσο περήφανος ένιωθε που έπαιξε, ως πιτσιρίκι, σε κάποια πλάνα στην ταινία “Συνοικία το όνειρο”. Ήταν ένας από τους κατοίκους της περιοχής, που κινηματογραφήθηκε, μέσω της ταινίας, η καθημερινότητά τους – στεναχωριόταν, γιατί η ταινία πετσοκόπηκε από τη λογοκρισία και μου είχε μιλήσει για σκηνές που θυμόταν και ήρωες που ποτέ δεν είδαμε στην οθόνη (Ο κύριος Χρήστος πήγε να συναντήσει τον γιο του, που έφερε το όνομα του πολυαγαπήμενου του πατέρα, 5 χρόνια μετά το θάνατό του και μου λείπει πολύ σαν άνθρωπος…. θα ήθελα να δει κι αυτός την παράσταση που παίζεται και μετά να κάνω μαζί του μια μεγάλη κουβέντα, όπως παλιά…).

Υπήρχε, λέει, στην ταινία ένας που έκανε τον τρελό – δεν ήταν τρελός, λίγο ελαφρύ στο μυαλό τον έκανες, αλλά, λόγω του ότι όλοι τον λέγανε τρελό, μπορούσε να λέει ό,τι σκεφτόταν, χωρίς να τον παρεξηγεί κανείς. Σε όλες τις γειτονιές υπήρχε ένας τέτοιος τύπος (όπως “ο τρελός του χωριού”), που είχε τα θεματάκια του, αλλά ήταν ακίνδυνος. Οικογένεια και λοιποί συγγενείς δεν έδιναν φράγκο γι’αυτόν, σε ψυχιατρική κλινική δεν τον πήγαινε κανείς, οπότε ήταν το “αξιόθεατο” της περιοχής. Ένας τέτοιος τρελός παρουσιάζεται και στη σκηνή του Γυάλινου, παρατηρεί τα γεγονότα και σχολιάζει, με τον δικό του τρόπο, δίνοντας έναν λίγο πιο εύθυμο τόνο στην παράσταση, που ξεκινά με την αναπαράσταση μιας μέρας της γειτονιάς και συνεχίζεται με τον ερχομό του Ρίκου, μετά από την πενταετή φυλάκισή του. 

Ο Ρίκος (Αντρέας βαφτίστηκε, αλλά τον φώναζαν έτσι από μικρό), ένας φτωχοδιάβολος που ψάχνει την καλή για να ξεκολλήσει από τη φτωχογειτονιά… με λαθρεμπόριο, μικροκλοπές και μεγάλα όνειρα κινείται η ζωή του. Μαζί του ο Ασημάκης κι ο Νεκροφόρας, δύο πιο μεγάλοι σε ηλικία κάτοικοι της συνοικίας, που ελπίζουν στα σχέδιά του για να ξεφύγουν παρέα από εκεί. Και η Στέφη, η κόρη του Νεκροφόρα, κορίτσι κάποτε του Ρίκου, προσπαθεί, με όχημα την ομορφιά της, να βρει τον πρίγκιπα με το άσπρο άλογο, που θα την πάρει μακριά από τη δυστυχία. Και τριγύρω τους, γυναίκες και άνδρες που κυνηγούν ένα κομμάτι ψωμί, κάνοντας τις πλύστρες στα πλούσια σπίτια και ό,τι δουλειά του ποδαριού προκύψει. Και μέσα σε όλη αυτή την ατμόσφαιρα και τη μαυρίλα, πάντα ξεπροβάλλει ένα φως που γεννάνε τα όνειρα και οι ελπίδες τους, η αγάπη και η αλληλεγγύη που νιώθουν ο ένας για τον άλλο.  

Είναι σίγουρα δύσκολο να πάρεις μια εμβληματική ταινία και να την κάνεις θεατρικό έργο. Ειδικά στην περίπτωση αυτή, που η “Συνοικία το όνειρο”, στην κυκλοφορία της πριν 60 χρόνια, ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ από την τότε κυβέρνηση, που θεώρησε πως η προβολή μιας τέτοιας εικόνας, λίγα χιλιόμετρα από το λαμπερό κέντρο της πόλης, θα έβλαπτε τη διεθνή προπαγάνδα για τα “ανδραγαθήματά” της. Ως εκ τούτου, ο Σωτήρης Χατζάκης έπρεπε να καταδυθεί στο αρχικό σενάριο των Τάσου Λειβαδίτη και Κώστα Κοτζιά, να κάνει μια έρευνα της εποχής, ώστε να αποκτήσουν θεατρικότητα, σκηνές και πρόσωπα που καταγράφει πιο “αποσπασματικά” η κάμερα. 

Το ζητούμενο ήταν να αποδοθεί όσο το δυνατόν πιο πιστά η εποχή, η ατμόσφαιρα και η αισθητική που υπάρχει στην ταινία. Σκηνογραφικά και ενδυματολογικά, αυτό είχε ευτυχή κατάληξη. Ανοίγοντας η αυλαία, βλέπεις μια φτωχογειτονιά, με παράγκες και ανθρώπους στα όρια της εξαθλίωσης. Το συναίσθημα που βγάζει το φιλμ είναι δύσκολο να το βγάλει μια θεατρική παράσταση, όπως αντιστοίχως σε θεατρικά που έγιναν ταινίες πάλι κάτι θα διαφοροποιείται.

Ο τρελός του Κώστα Φλωκατούλα είναι ο συνδετικός κρίκος όλης της γειτονιάς, των σκηνών και των γεγονότων, αυτός που δίνει το ιλαρό στίγμα μέσα στις σκόνες και τη φτώχεια. Ο Γιωργής Τσαμπουράκης ενδύεται τον Ρίκο (αρκετά κοντά, εμφανισιακά, η εικόνα σε εκείνη του Αλέκου Αλεξανδράκη στο φιλμ), η Σοφία Μανωλάκου αποδίδει με ζωντάνια και θηλυκότατα τη Στέφη, αλλά και ως απογοητευμένη στη συνέχεια είναι αρκετά καλή, ο πολυαγαπημένος Μάνος Βακούσης είναι ο Νεκροφόρας (που έχει την αποστολή, στο άνοιγμα και το κλείσιμο της παράστασης, να ψάλλει μια προσευχή και τη δεύτερη φορά να κάνει ένα αφιερωματικό προσκλητήριο στην μνήμη των συντελεστών της ταινίας). Οι ηθοποιοί Μαρία Φιλίππου (γυναίκα του Νεκροφόρα), Στράτος Χρήστου (τυφλός πατέρας του Νεκροφόρα – φίλος πλούσιου νέου), Δημήτρης Καραμπέτσης (Ασημάκης), Εύρη Σωφρονιάδου (μητέρα Ρίκου – πλούσια γριά), Κατερίνα Σπάρταλη (Ελένη, σύζυγος Ασημάκη), Γεράσιμος Σοφιανός (νέος της γειτονιάς – πλούσιος φίλος της Στέφης), ακολουθούν πιστά τις οδηγίες του σκηνοθέτη, Σωτήρη Χατζάκη, και χρωματίζουν με την παρουσία τους τον καμβά της δράσης και των ιστοριών που διαδραματίζονται επί σκηνής.

Πολύτιμοι συμπαραστάτες τους ο Ζαχαρίας Καρούνης και η Μαρία Γράμψα, που ερμηνεύουν δύο μικρούς ρόλους κατοίκων της συνοικίας και τα τραγούδια της παράστασης, με τη συνοδεία των τριών υπέροχων μουσικών που παίζουν ζωντανά· στην κιθάρα ο Μάριος Μούρμουρας, ο Κοσμάς Κοκόλης και ο Αλέκος Γλυκιώτης στο μπουζούκι, τα ορχηστρικά κομμάτια από τη μουσική της ταινίας, το πασίγνωστο “Βρέχει στην φτωχογειτονιά” (πόσο ανατριχιάζω, όποτε ακούω αυτό το τραγούδι…) και κάποια άλλα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, που έχουν προσαρμοστεί στην παράσταση (όπως η “Όμορφη Πόλη”). Η σκηνική ανασύνθεση της συνοικίας του Ασυρμάτου, επήλθε δια χειρός της πολύ καλής δουλειάς από την Έρση Δρίνη, τα καλαίσθητα και πολύ προσεγμένα, στην λεπτομέρειά τους, ρούχα των ηθοποιών – κατοίκων της γειτονιάς επιμελήθηκε ο Γιάννης Μετζικώφ, που πάντα ξεχωρίζει για το γούστο του, ενώ πολύ φροντισμένοι ήταν και οι φωτισμοί που σχεδίασε ο Αντώνης Παναγιωτόπουλος.

Η “Συνοικία το όνειρο” είναι για μένα μια ιστορία, που την έχω ακούσει πολλές φορές, την έχω δει στην οθόνη αρκετές και πλέον ήρθε και η θεατρική παράσταση να ολοκληρώσει (λογικά) τη σύνδεσή μου μαζί της. Είναι μια πραγματικότητα, στην οποία οι λιγότερο προνομιούχοι γίνονται πρώτη ύλη για τη μηχανή του κιμά, που παράγει λάμψη, ανάπτυξη, ευημερία, φροντίζοντας ταυτόχρονα να τους κρύβει γιατί η τυχόν “ατυχής” εμφάνισή τους θα λερώσει τη “βιτρίνα”. Μπορεί η γειτονιά στις παρυφές του Φιλοπάππου να είναι πλέον μια πανάκριβη και πανέμορφη αστική περιοχή, όμως τέτοιες γειτονιές υπάρχουν ακόμη μέσα στην πόλη, παρόλο που οι πολλοί αγνοούμε την ύπαρξή τους, γιατί κανείς δεν τις εμφανίζει πουθενά. 

Η παράσταση στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, μου έβγαλε όλα αυτά τα συναισθήματα που επιδίωκαν οι συντελεστές της και με άφησε με μια πικρή απορία: “Γιατί εμείς, που δεν έχουμε τόσα προβλήματα όσα εκείνοι, καταφέραμε να χάσουμε όλα αυτά που τους έκαναν να ελπίζουν και να ονειρεύονται ένα ομορφότερο μέλλον, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές τους;”. O λόγος των Λειβαδίτη – Κοτζιά, παραμένει ζωντανός, γιατί δεν τελείωσαν οι πρόσφυγες και οι απόκληροι, όπως και η μουσική του πρόσφατως εκλιπόντα Μίκη Θεοδωράκη, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένη η παράσταση, που σίγουρα θα συγκινήσει αρκετούς θεατές φέτος στην Αθήνα μας. Να φροντίσετε να την παρακολουθήσετε, οπωσδήποτε!

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Οκτώβριος 2021

Συντάχθηκε από: Sin Radio