Sin Radio Listen, don't just hear!

To 1985, ήμουν ένας ζωηρός δεκάχρονος πιτσιρίκος, που ήθελε διαρκώς να μαθαίνει και είχε μεγάλη αγάπη στη μουσική, αφού, όπως έχω ξαναπεί, στο σπίτι που μεγάλωσα η μουσική δεν σταματούσε σχεδόν ποτέ να παίζει. Και στο αυτοκίνητο της οικογένειας (ένα λαχανί Golf του ’83, που είχε αγοράσει έναν χρόνο νωρίτερα ο πατέρας μου), όπου και να πηγαίναμε, είτε στο ραδιόφωνο είτε σε κασέτες, ακούγαμε μουσική. Ήταν εκείνη η εποχή, που τα μεσημέρια της Κυριακής οι δισκογραφικές εταιρείες, στα κρατικά ραδιοφωνικά κανάλια, είχαν τα ημίωρά τους, όπου η καθεμία παρουσίαζε τις καινούριες κυκλοφορίες της, ενημερώνοντας, με αυτόν τον τρόπο, τους ακροατές για τις εξελίξεις σε αυτή τους τη δραστηριότητα. Σε μια τέτοια εκπομπή πρωτοάκουσα αυτούς τους στίχους:
Τις ξένες πόρτες μη χτυπάς
κι ας είν’ γιορτής ημέρα
κι αν κάποιος θα σε λυπηθεί
και σε ρωτήσει πώς και τι
τραβήξου παραπέρα
Δεν ξέρω τι συνέβη και το ρεφρέν από τις “Ξένες πόρτες” εντυπώθηκε στο μυαλό μου και το τραγουδούσα σε κάθε ευκαιρία. Ζήτησα, λίγο καιρό αργότερα, να μου αγοράσουν την κασέτα που είχε το τραγούδι – οι δικοί μου ψιλοφρίκαραν (απολύτως λογικό) και προσπάθησαν να αντιληφθούν για ποιον λόγο είχα αυτήν την απαίτηση. “Μου αρέσει η φωνή της κυρίας που τραγουδάει”, θα τους απαντούσα. Τελικά, μου γράψανε μια κασέτα, λίγο καιρό μετά, με τραγούδια εκείνης της κυρίας, με τη συνδρομή του κύριου Χρήστου, φίλου του πατέρα μου, και μου την έδωσαν να την ακούω μαζί με τις άλλες “δικές” μου στο ταπεινό μου walkman. Εκείνη η κασέτα περιείχε, όπως μπορώ εύκολα να θυμηθώ, τα “Πλατεία Βάθης”, “Μην Κλαις”, “Δε λες κουβέντα”, “Νταλίκα”, “Φάμπρικα” και κάποια ακόμα από τη νεότερη δισκογραφία της – ελάχιστα δείγματα από τη μεγάλη της διαδρομή στο ρεμπέτικο… Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε ούτε ίντερνετ ούτε πρόσβαση στην πληροφορία, όπως σήμερα, οπότε την ιστορία της στις προηγούμενες δεκαετίες, θα την ανακάλυπτα πολλά χρόνια αργότερα και με πολύ ψάξιμο και κόπο. Αυτή ήταν η πρώτη γνωριμία μου με τη Σωτηρία Μπέλλου, που έμελλε να είναι από τους πρώτους μου μουσικούς έρωτες.
Ήθελα πολύ να δω την παράσταση για τη Μπέλλου με την Ντίνα Κώνστα, όταν παιζόταν, αλλά λίγο τα άστατα ωράριά μου, λίγο τα απανωτά sold out, δεν τα κατάφερα…, ομοίως και κάποιες άλλες σχετικές δουλειές, στα χρόνια που ακολούθησαν – όταν διάβασα πως η παράσταση ‘Σωτηρία με λένε’, που βασίζεται στο βιβλίο της Σοφίας Αδαμίδου «Πότε ντόρτια, πότε εξάρες»*, θα παιζόταν στο Μικρό Χορν, με πρωταγωνίστρια την Κάτια Γκουλιώνη, υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως αυτήν τη φορά δεν θα την έχανα. Κυριακή απόγευμα στο κέντρο και, ενώ έχουμε πάει νωρίτερα στο θέατρο, συναντάμε μια τεράστια ουρά από θεατές.
Η πρώτη εικόνα που το κοινό βλέπει, μπαίνοντας στην αίθουσα, είναι η Μπέλλου ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, σε ένα πολύ λιτό δωμάτιο, σχεδόν ψυχρό. Πριν αρχίσει η παράσταση, θα σηκωθεί από αυτό και θα μιλήσει με το κοινό, για το ευαίσθητο θέμα των κινητών την ώρα της παράστασης, μέσα από μια έξυπνη προσέγγιση. Τα φώτα σβήνουν, η νοσηλεύτρια της βάρδιας (Ιωάννα Μονέδα) έρχεται να τσεκάρει την ανήσυχη ασθενή της, που, για ακόμη ένα βράδυ, δεν μπορεί να κοιμηθεί και η σκέψη της τρέχει στην επέμβαση τραχειοτομής, στην οποία προσεχώς θα υποβληθεί. Υπάρχει μια πολύ καλή σχέση μεταξύ τους και η νεαρή κοπέλα καταλαβαίνει απολύτως την ψυχολογία της δημοφιλούς τραγουδίστριας και δεν δυσανασχετεί που, για ακόμη μια φορά, θα ακούσει τις ίδιες ιστορίες.
Η φωνή της είναι αυτή που την έφερε στην κορύφη της εκτίμησης του κόσμου και με την επέμβαση θα τη χάσει οριστικά – ο καρκίνος, που την ταλαιπωρεί καιρό τώρα, έχει δημιουργήσει μεγάλο πρόβλημα στους πνεύμονές της και κουράζεται εύκολα. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, αναπολεί τη ζωή της και τη διηγείται στο κοινό. Από τη γέννησή της στη Χαλκίδα, την πρώτη επαφή με τη Βέμπο, μέσω μιας ταινίας που είδε μικρή, και την απόφαση να γίνει τραγουδίστρια εξαιτίας της. Την αντίδραση της οικογένειάς της, τον σχεδόν υποχρεωτικό γάμο στα 17, την αποβολή στην εγκυμοσύνη της, μετά από κλωτσιές του μόνιμα κακοποιητή άνδρα της. Τη φυλάκισή της για το βιτριόλι που του πέταξε στο πρόσωπο, για όσα δεινά πέρασε κοντά του, την αποστροφή και την απόσταση που πήρε από την αλήθεια της η οικόγενεια που τη μεγάλωσε, η φυγή στην Αθήνα μεσούσης του πολέμου. Η φτώχεια, ο ύπνος στα βαγόνια, οι δουλειές του ποδαριού, η αντίσταση, τα Δεκεμβριανά, η γνωριμία με τον Τσιτσάνη, οι πρώτες δισκογραφικές προσπάθειες, η καταξίωση. Οι έρωτες και η “κοπελάρα της”, που την κορόιδεψε και της έφαγε τα λεφτά, οι περιοδείες στην Αμερική, ο εθισμός της στα ζάρια, οι πόρτες που έκλεισαν κάποια στιγμή και το μόνιμο παράπονο για εκείνο το παιδί, που δεν κατάφερε ποτέ να γεννήσει.
Πολλά γεγονότα, και η αλήθεια είναι πως για έναν μη γνώστη της ζωής της, οι πληροφορίες είναι αρκετές και μάλλον ανισομερώς δοσμένες – έχουμε πολλή πληροφορία για τα χρόνια στην Αθήνα τη δεκαετία του ’40, αποσπασματικές αναφορές για το ’50, ελάχιστες για το τι συνέβη και τη δεκαετία του ’60 έκλεισαν όλες οι πόρτες και καμία για το πώς στα μέσα του ’70 η Lyra τής έδωσε τη δυνατότητα μιας δεύτερης καριέρας, με τραγούδια πιο “έντεχνα” και όχι ρεμπέτικα, που τη σύστησαν σε μια νέα γενιά ακροατών, που ανακάλυψε έτσι και το πλούσιο μουσικό της παρελθόν. Ξεκάθαρα επιλογή της δραματουργικής επεξεργασίας να φωτιστούν συγκεκριμένα κομμάτια και κάποια να μείνουν ως αναφορά ή να αναπτυχθούν λιγότερο, αλλά αυτό χαλάει τη συνοχή του έργου και αφήνει τον θεατή, που δεν γνωρίζει, με πολλά “κενά” (αυτός που ενδιαφέρεται και δεν έχει γνώση, γυρνώντας σπίτι, θα ψαχτεί, αλλά σε μένα, ως πιο “ειδικευμένο” γνώστη, δεν άρεσε).
Έξυπνο το εύρημα να συνυπάρχουν επί σκηνής ο πραγματικός κόσμος, δηλαδή το δωμάτιο του νοσοκομείου, και εκείνος που μεγαλούργησε η Σωτηρία (και συχνά ονειροπολεί· αυτός του πάλκου), σε έναν μικρό χώρο και στην ουσία ενσωματωμένος ο δεύτερος στον πρώτο. Ωραία και η προσθήκη των αδερφών Ξηντάρη (ξανά σε παράσταση με θέμα από το ρεμπέτικο, μετά “Το Μινόρε”), που δίνουν με το παίξιμό τους μια άλλη ζωντάνια στην παράσταση, με μόνη ένσταση τη επιλογή του “Μην κλαις”, που δεν ανήκει στην περίοδο που η Μπέλλου έγινε η πρώτη γυναίκα που ανέβηκε στο πάλκο, δίπλα σε άνδρες, όπως τα υπόλοιπα τραγούδια που ακούγονται (επίσης, βρήκα “συναισθηματική εκμετάλλευση” του κοινού, που έχει ήδη φορτιστεί αρκετά, το κλείσιμο με το “Ζεϊμπέκικο” του Σαββόπουλου – “Με Αεροπλάνα και Βαπόρια”, όπως κάποιοι το ξέρουν).
Η Κάτια Γκουλιώνη είχε να ξεπεράσει αρχικά, όταν δέχτηκε τον ρόλο, το ζήτημα πως ηλικιακά είναι σαφέστατα νεότερη από την ηρωίδα. Δούλεψε πάρα πολύ και έχει κυριολεκτικά ενδυθεί τη Μπέλλου, και σε πολύ λίγες στιγμές, κι αυτές ανεπαίσθητες, μια μικρή αμηχανία την παρατηρείς ως θεατής. Η ερμηνεία της είναι συγκλονιστική και δεν είναι καθόλου ψέμα ότι κουβαλάει στους ώμους της όλη την παράσταση. Ειδικά στις σκηνές που διηγείται τις πιο σκληρές στιγμές της ιστορίας, το “σπάσιμό” της περνάει και στο κοινό και τότε η συγκίνηση χτυπάει κόκκινα και πιθανά οι ευσυγκίνητοι θα δακρύσουν.
Σκηνοθετικά, ο Γιώργος Παπαγεωργίου, που υπογράφει και τη δραματουργική επεξεργασία της παράστασης, έχει μια ξεκάθαρη διάθεση να παρουσιάσει μια πιο “γήινη” Μπέλλου. Σε αυτήν τη λογική βάζει την ηρωίδα να μιλάει, κάποιες στιγμές, με το κοινό και να έχει μια διάδραση (π.χ. να μοιράζει λουλούδια, κάτι που η ίδια η Μπέλλου δεν ήθελε καθόλου, όπου εμφανιζόταν, και το έθετε ως όρο να μην υπάρχουν, γιατί θεωρούσε πως δεν ταιριάζουν με το δωρικό της σκηνικής της ιδιοσυγκρασίας), που είναι ανακόλουθη με την “ιστορική” αλήθεια του προσώπου, αλλά δίνει κάτι το διαφορετικό. Η προσθήκη της ζωντανής μουσικής λειτούργησε σίγουρα στα υπέρ, όμως η διήγηση της ηρωίδας και η εναλλαγή των γεγονότων δεν ήταν ορθώς δοσμένη, με αποτέλεσμα, πέραν των χρονικών κενών που προανέφερα, να υπάρχει και σε κάποια σημεία μια πιο χαλαρή σύνδεση των επεισοδίων, που μάλλον αποπροσανατόλιζε τον κόσμο (το δικαιολόγησα με το επιχείρημα ότι δεν ήθελε ίσως να έχει μια έντονα συναισθηματικά φορτισμένη παράσταση σε όλη τη διάρκειά της, όμως το βιβλίο και το έργο καθαυτό έχουν πολύ έντονο αυτό το στοιχείο και το κοινό ίσως να το περίμενε).
Σίγουρα, δεν είμαι ο πλέον αντικειμενικός άνθρωπος να μιλήσω για τη Σωτηρία Μπέλλου – δεν με απασχόλησε ποτέ, θετικά ή αρνητικά, το κομμάτι της ζωής και των επιλογών της και πρωτίστως την αγαπώ ως μια τεράστια γυναικεία φωνή, που αποτελεί κεφάλαιο του πολιτισμού μας, όσο κι αν κάποιοι δεν το δέχονται. Η παράσταση στο Μικρό Χόρν, με τις όποιες παρατηρήσεις ή ενστάσεις μπορεί να έχω, είναι μια πολύ καλή δουλειά και ανανεώνει το ενδιαφέρον του κόσμου γι’αυτήν και το έργο της. Έχει μια εκπληκτική πρωταγωνίστρια, υπέροχη ζωντανή μουσική και καταφέρνει να κάνει το κοινό, κομμάτι της, και αυτοί οι άνθρωποι, όταν φεύγουν, να αισθάνονται πολύ ευγνώμονες γι’ αυτό που βιώσαν. Προσωπικά, δεν μετάνιωσα καθόλου την επιλογή μου να την παρακολουθήσω και αν αγαπάτε κι εσείς αυτά τα έργα-βιογραφίες που αφορούν ανθρώπους, που στο πεδίο που δραστηριοποιήθηκαν άφησαν σπουδαία παρακαταθήκη πίσω τους, αν δεν την έχετε δει ακόμα, έχετε για περίπου 2 εβδομάδες την ευκαιρία να το κάνετε, γιατί ολοκληρώνει τον κύκλο της.
*βιογραφία της Μπέλλου, όπως τη διηγήθηκε λίγους μήνες πριν πεθάνει στη νεαρή τότε δημοσιογράφο, που γνωρίστηκαν με αφορμή μια συνέντευξη και την τίμησε με τη φιλία της όσο ζούσε.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Ιανουάριος 2023
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv