play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Σλουθ’ στο Από Μηχανής Θέατρο

today7 Φεβρουαρίου, 2022

Φόντο
share close

Μια αλήθεια που όσο περνούν τα χρόνια διαπιστώνω και προσωπικά, είναι πως τα αγόρια όσο κι αν μεγαλώσουν, το μικρό παιδί δεν το “σκοτώνουν” ποτέ μέσα τους. Πάντα θα υπάρχει αυτός ο πιτσιρίκος που θέλει να κάνει τη σκανδαλιά, να παίζει στα όρια του επικίνδυνου – έχει την απόλυτη άγνοια κινδύνου (κι αν πέσει και χτυπήσει, δεν έγινε και τίποτα), που αποτελεί ένα κομμάτι του ψυχισμού μας. Δεν εκδηλώνεται σε όλους το ίδιο και γι’αυτό βλέπουμε, σε κάποιες στιγμές, καταστάσεις και πράξεις που μοιάζουν πολύ άκυρες με την ηλικία του άνδρα που έχουμε απέναντί μας.

Σε ένα σπίτι κάπου στην Αγγλία, ένας πολύ γνωστός συγγραφέας βάζει την τελευταία λέξη στο βιβλίο που έχει να παραδώσει στον εκδότη του – γράφει αστυνομικές ιστοριές που κάνουν πολύ καλές πωλήσεις και του έχουν εξασφαλίσει ένα πολύ καλό βιωτικό επίπεδο. Ο ίδιος ζει χαμένος ανάμεσα στη ζωή του επιθεωρητή-ήρωα των βιβλίων του και στην πραγματικότητα. Ο προσωπικός του χώρος, το γραφείο του, είναι μια μεγάλη παιδική χαρά, με κούκλες, παιχνίδια και διάφορα αντικείμενα που δεν περιμένεις να βρεις σε ένα τέτοιο δωμάτιο και, με την πρώτη ματιά, σου φτιάχνει πολύ τη διάθεση, αλλά, σε δεύτερη σκέψη, απορείς για τη διανοητική κατάστασή του – ναι, μην κρυβόμαστε πίσω από τις λέξεις· η πρώτη σου εικόνα από τον τύπο, μετά από 5 λεπτά, είναι ότι το παλληκάρι το προβάρει το πουκαμισάκι με τα μανίκια που δένουν από πίσω!

Ο εν λόγω συγγραφέας έχει ένα ραντεβού με τον εραστή της γυναίκας του, τον οποίο έχει καλέσει εκεί για να μιλήσουν για το μέλλον – η σύζυγος έχει καταθέσει αίτηση διαζυγίου, ώστε να παντρευτεί τον καινούριο σύντροφό της. Όταν καταφθάνει ο αντίζηλος, διαπιστώνουμε ότι και με αυτόν κάτι δεν πάει και τόσο καλά· δηλαδή την έχει κι αυτός τη δόση της τρέλας! Ξεκινάνε οι δύο άνδρες μια συζήτηση για τα οφέλη και τα μειονεκτήματα του επικείμενου γάμου, μετά το διαζύγιο, και ο σύζυγος προσπάθει να πείσει τον εραστή πως η γυναίκα του είναι ένα πλάσμα που το μόνο που γνωρίζει να κάνει καλά είναι να χαλάει λεφτα! Ούτε δουλειές κάνει ούτε μαγειρευει ούτε καθαρίζει, μόνο ξοδεύει – έτσι τον ενημερώνει πως, λίαν συντόμως, θα εξανεμιστούν όλες οι οικονομίες του και η κυρία θα τον χωρίσει, αφού δεν θα έχει άλλα λεφτά, επομένως για να μην μπεί σε αυτό το βάσανο τού προτείνει να την αφήσει σε αυτόν, που και την γνωρίζει καλά και επιπλέον έχει και χρήματα!

Αφού δεμ μπορεί να τον πείσει, τον “καταφέρνει” να πάρει μέρος σε μια κλοπή κοσμημάτων της συζύγου του, με σκοπό αυτός να εξασφαλίσει την ασφάλεια και το ζευγάρι να έχει αρκετά χρήματα μετά την πώλησή τους. Από το σημείο αυτό ξεκινάει μια φάρσα που έχει στήσει ο συγγραφέας για να ταπεινώσει τον αντίζηλό του, που περιλαμβάνει μεταμφιέση με αποκριάτικα κοστούμια (για να μην γίνει αντιληπτή η ταυτοτητά του, όταν γίνει η κλοπή), εκρήξεις και στο τέλος έναν εικονικό θάνατο! Φυσικά, ο νεαρός άνδρας δεν πεθαίνει, αλλά περνάει ένα τεράστιο σοκ, λαμβάνοντας παράλληλα το μήνυμα ότι ο σύζυγος δεν σκοπεύει να παραιτηθεί τόσο εύκολα…

Έτσι αποφασίζει, δυο μέρες μετά, να στήσει ένα δικό του παιχνίδι για να πληρώσει με το ίδιο νόμισμα τον συγγραφέα. Και το έχει ενορχηστρώσει όλο πολύ καλά και, για πρώτη φορά, ο γηραιός άνδρας φοβάται ότι κάτι στα σχέδιά του δεν δούλεψε σωστά. Η πραγματική αιτία της συνάντησής τους έχει προ πολλού μπει σε δεύτερο πλάνο και κυρίαρχη είναι πλέον είναι η ανάγκη των δύο αγοριών να συνεχίσουν το “παιχνίδι” τους, εφευρίσκοντας κάθε φορά και κάτι νέο, ώστε να παρατείνουν τη διάρκειά του. Οι ρόλοι του θύτη και του θύματος χάνονται και η όλη ιστορία γίνεται ένα μπερδεμένο κουβάρι που και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές βυθίζονται μέσα σε αυτήν, συγχέοντάς τη με την πραγματικότητα. Η ανάγκη του ενός να κυριαρχήσει πάνω στον άλλο, τους εξωθούν σε ακραίες πνευματικές και όχι μόνο εξάρσεις και στο τέλος υπάρχουν μονάχα δύο άνθρωποι που έχουν εξοντώσει ο ένας τον άλλο, για χάρη ενός “παιχνιδιού” που στην πραγματικότητα είναι ένας αγώνας για το ποιος είναι το “ηγεμονικό” αρσενικό και ποιος ο ακόλουθος. 

Παρακολουθήσαμε ένα αστυνομικό θρίλερ, με έντονα στοιχεία αυτοσαρκασμού του είδους και πολλές κοινωνιολογικές προεκτάσεις – ο παλιός που απειλείται από τον νέο και το χρέος του να “τιμωρήσει” την αυθάδεια να τον αμφισβητήσει και η ρελάνς της εφευρετικότητας, σε βάρος της γνώσης και της εμπειρίας. Το σκορ του αγώνα οι αθλητικογράφοι θα το θεωρούσαν ισόπαλο; Και το τρόπαιο για το οποίο αναμετρήθηκαν πού είναι; Ή μάλλον ορθότερα, ποιο “κύπελλο” διεκδικούσαν, αφού ήταν προφανές ότι στο δεύτερο ημίχρονο κατέβηκαν να παίξουν με νέες στρατηγικές και χωρίς να αναφέρονται σε αυτό που προσδοκούσαν να κρατήσουν στην κατοχή τους ή να το διεκδικήσουν. Επί σκηνής δύο προσωπικότητες, που ο ένας αμφιβάλλει για την αξία του άλλου – απορούν τι είναι αυτό που συγκίνησε μια γυναίκα σε αυτόν που αντικρίζουν, αφού έχουν την αίσθηση πως ο καθένας πλεονεκτεί σε σχέση με τον άλλο – αυτό που για τον έναν είναι ελλειμματικό, για τον άλλο ταυτόχρονα λειτουργεί ως πλεονέκτημα! 

Ο Σωτήρης Χατζάκης σκηνοθετεί και κράτα έναν από τους δύο ρόλους, σε μία από τις καλύτερες παραστάσεις της πόλης. Εμβαθύνει με συνέπεια στον ψυχισμό του ήρωά του και αποδίδει εκπληκτικά όλη αυτήν την παράνοια που γιγαντώνεται όταν, απέναντι του, αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται κάποιος που είναι πολύ καλός και όχι ένας άθλιος τύπος. Αποδεικνύει στη σκηνή περίτρανα τους λόγους που λογίζεται τόσο ως σκηνοθέτης, όσο και ως ηθοποιός, από τους καλύτερους που έχουμε στη χώρα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να παίρνεις μια τέτοια προσωπικότητα και να πείθεις το κοινό για την αλήθεια της, χωρίς να γίνεσαι ούτε λεπτό καρικατούρα και να ακροβατείς στις μετακλίσεις του χαρακτήρα, όπως τις παρουσιάζει το κείμενο, και όλο αυτό να συμβαίνει σε μια θεατρική σκηνή (και όχι στο κινηματογραφο που υπάρχει η δυνατότητα να γίνει κάτι όσες φορες χρειαστεί, ώστε να βγει σωστά και φυσικά να μονταριστεί).

Μαζι του και ο Δημήτρης Μυλωνάς που δίνει το αντίπαλον δέος του συγγραφέα και καταφέρνει να περάσει όλη την ενέργεια του νεότερου άνδρα και την πνευματικότητα, που ακυρώνει την πεποίθηση του άλλου προσώπου, πως εξαιτίας της γραφής αστυνομικών βιβλίων, βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από τον άλλον και ταυτόχρονα μαντεύει τις σκέψεις του. Είναι ένας δυναμικός χαρακτήρας, που δίνει αρχικά την εντύπωση του χαλαρού τύπου, ο οποίος βγάζει “το θηρίο” από μέσα του, όταν ο σύζυγος της συντρόφου του επιχειρεί να τον μειώσει  οικονομικά, αλλά και ως προσωπικότητα και διεκδικεί, πέραν από τη γυναίκα του, και την αναγνώριση της αξίας του, μην πω καλύτερα, της ανωτερότητάς του! Πολύ δύσκολη και η δική του αποστολή, καθώς στα πλαίσια της φάρσας ο ήρωάς του θα δοκιμαστεί σε απίθανες καταστάσεις από τον “τρελούτσικο” σύζυγο και θα πρέπει στη συνέχεια να μαζέψει τα κομμάτια του και να γυρίσει σε διπλάσια ισχύ το χτύπημα που δέχτηκε. Δεν πιστεύω ότι στην “κανονική” ζωή συναντάμε συχνά τέτοιες προσωπικότητες και σίγουρα η πρόσεγγιση και η ενσάρκωσή τους, πέρα της σωματικής καταπόνησης, απαιτεί και εγκεφαλική εγρήγορση. Εξαιρετικό το σπίτι στην αγγλική εξοχή που έχει επιμεληθεί σκηνικά η Έρση Δρίνη και υπέροχη, όπως πάντα, η δουλειά στα κοστούμια, του Γιάννη Μετζικώφ. 

Η παράσταση καταφέρνει να περάσει όλο το πνεύμα του έργου του Άντονι Σάφερ και αντικατοπτρίζει όλους τους λόγους που έχει γνωρίσει πολύ μεγάλες επιτυχίες σε κάθε της ανέβασμα – δεν έχω δει ακόμη την ταινία για να βρω ομοιότητες ή μη. Κρατάει όλα τα στοιχεία μιας καλογραμμένης αστυνομικής ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα σατιρίζει τη “μόδα” της εποχής που γράφτηκε, όταν κυκλοφορούσαν πολλά βιβλία του είδους και γυρίζονταν πάρα πολλές ταινίες (τις περισσότερες φορές, και τα μεν και οι δε ήταν του “κιλού” και είχαν πολύ μικρή λογοτεχνική ή καλλιτεχνική αξία). Η παράσταση παρακολουθείται πολύ ευχάριστα, χωρίς να μεταφέρονται απόλυτα χρονικά τα γεγονότα (υπάρχει μια “δημιουργική” ασάφεια προς το κοινό για την περιόδο που συμβαίνουν τα δρώμενα) και χωρίς να αλλάξουν οι ρόλοι ή η υπόθεση. Συστήνεται με πολύ μεγάλη θέρμη στους φίλους του καλού θεάτρου, που θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν και τη σύμπραξη δύο πολύ σπουδαίων θεατρανθρώπων της πόλης μας.

*Υ.Γ. Να καταθέσω τον απόλυτο σεβασμό μου στους βοηθούς σκηνής, που, στο διάλειμμα μεταξύ των δύο πράξεων, έχουν την αποστολή να επαναφέρουν στην τάξη τη “βομβαρδισμένη” σκηνή! 

*Υ.Γ.2. Αλήθεια, μόνο εγώ, στον ήρωα του Δημήτρη Μυλωνά, σε κάποιες στιγμές στο πρώτο μέρος, είδα κάτι που μου θύμιζε τον Γιάννη Γιαννάκη του Made in Greece;

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Ιανουάριος 2022

Συντάχθηκε από: Sin Radio