play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Ο Ποπολάρος’ στο Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου)

today29 Οκτωβρίου, 2021

Φόντο
share close

Στα Επτάνησα, για όσους δεν γνωρίζουν, υπήρξε Ενετική κυριαρχία για πάρα πολλά χρόνια, οπότε πολλές συνήθειες των Ιταλών κυβερνητών ενσωματώθηκαν στη ζωή των ανθρώπων τους ή, ακόμη χειρότερα, επιβλήθηκαν. Παράλληλα, αξιωματικοί και ευγενείς από τη Βενετία ήρθαν και εγκατάσταθηκαν, καταλαμβάνοντας διοικητικές θέσεις… Όλοι αυτοί καταγράφονταν στο Libro d’ Oro, μια Χρυσή Βίβλο, που σταδιακά ενσωμάτωσε και τους ντόπιους έχοντες και κατέχοντες ή όσους “είχαν τον τρόπο τους”. 

Κάτω από αυτήν τη θεωρητική ανώτατη τάξη, βρίσκονταν οι αστοί, αμέσως μετά οι ποπολάροι (αστοί, με όχι ευγενική καταγωγή) και στον βυθό συναντούσε κανείς τη φτωχολογιά, που αποτελείτο από βιοπαλαιστές και χειρωνάκτες, που υποτιμητικά τους αποκαλούσαν πλεμπάγια. Με την πάροδο του χρόνου, αστοί και ποπολάροι ενώθηκαν και πήραν την ονομασία των δεύτερων. Αυτά συνέβαιναν στα νησιά που οι Ενετοί είχαν μακρόχρονη κατοχή, γιατί εμείς στη Λευκάδα, περάσαμε 204 χρόνια οθωμανικής κατοχής, οπότε όλα αυτά δεν υπήρξαν σχεδόν ποτέ. Αρκετά έντονα αυτά τα κοινωνικά φαινόμενα, τα βρίσκουμε στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο, όπου οι πολύ ονομαστές οικογένειες ξεχώριζαν από τις λοιπές της Χρυσής Βίβλου, καθότι είχαν προγονικά οικόσημα ευγενείας. Εννοείται πως οι ευγενείς απολάμβαναν μια ιδιότυπης ασυλίας και προσφωνούνταν με τους τίτλους τους από όλους τους υπόλοιπους, αλλά και μεταξύ τους.

Το 1913, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γράφει τη νουβέλα “Ο αντάρτης”, με θέμα έναν νεαρό ποπολάρο που μπλέκει σε ένα ειδύλλιο με την κόρη ενός ευγενή, εν έτει 1873, και τις συνέπειες στις ζωές των δύο νέων, όταν εμπλέκονται πατεράδες, θείοι, κοινωνία, προκαταλήψεις, με δραματική κατάληξη για αμφότερους. Στα επόμενα χρόνια, θα υπάρξει μια διασκευή του έργου και ένα θεατρικό κείμενο με ευτυχή κατάληξη (γιατί αυτό ικανοποιούσε καλύτερα το κοινό, όπως και στο φιλμ του 1971). Η ομάδα ΟΠΕRΑ καταπιάνεται με το αρχικό έργο του Ξενόπουλου και προσαρμόζει, στη διασκευή που επιμελήθηκε η Έλσα Ανδριανού, και ιστορικά στοιχεία της περιόδου, όπως η επιδημία ευλογιάς που “χτύπησε” το νησί και τις δημοτικές εκλογές εκείνου του έτους, που το κυρίαρχο κόμμα επέλεξε, όχι έναν ευγενή υποψήφιο, αλλά κάποιον από την τάξη των ποπολάρων, ο οποίος, κόντρα στις προβλέψεις της αριστοκρατίας, κέρδισε, χτυπώντας ένα πρώτο καμπανάκι για την ανατροπή όσων υπήρχαν, σταδιακά.

Ο Ζέππος Πεμπονάρης, γιος του έμπορου σταφίδας και ανηψιός του γιατρού Μαρινέρη (ο οποίος, κόντρα στα ήθη της εποχής, παντρεύτηκε μια κόρη ευγενή, ασχέτως αν το “πλήρωσε” ποικιλοτρόπως στην πορεία), επιστρέφει από τις σπουδές του στη Νομική Αθηνών, για τις καλοκαιρινές του διακοπές στη Ζάκυνθο. Θα φιλοξενηθεί από τον θείο του και τη γυναίκα του στο σπίτι τους στην Μπόχαλη (λόφος που βρίσκονταν τα εξοχικά των πλουσίων). Το σπίτι αυτό γειτνιάζει με εκείνο του Κόντε Ντιμάρα, που βρίσκεται εκεί συντροφιά με την κόρη του, Έλντα – ο Ντιμάρας έχει επιλέξει να αγοράσει αυτό το σπίτι, λένε οι κακές γλώσσες, για να βρίσκεται κοντά στην ερωμένη του, την σύζυγο του γιατρού Μαρινέρη! 

Κάτι η καλοκαιρινή ατμόσφαιρα, κάτι ο ήλιος, κάτι που είναι κι ομορφόπαιδο ο Ζέππος, η Έλντα τον ερωτεύεται. Αυτός, γνωρίζοντας τα τυχόν προβλήματα που θα έχει μια τέτοια σχέση, αντιστέκεται αρχικά, όμως πείθεται από τις υποσχέσεις και την ερωτική συμπεριφορά της. Το καλοκαίρι προχωρά και οι δύο νεοι είναι αχώριστοι (στον βαθμό που τους επιτρέπεται, φυσικά), μέχρι την ημέρα που ο Κόντες θα πρέπει να φύγει για το άλλο σπίτι του, κοντά στις καλλιέργειες, όπου θα πρέπει να εγκατασταθεί για να επιθεωρεί τη συγκομιδή της σταφίδας και άλλων προϊόντων. Ο Ζέππος, αντί να αναχωρήσει για την Αθήνα, ώστε να συνεχίσει τις σπουδές του, περιμένει την επιστροφή στην πόλη, της Έλντας, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις και τις νουθεσίες του θείου του. Όταν η οικόγενεια Ντιμάρα επιστρέφει στο σπίτι της πόλης, όλα όσα συνέβησαν το καλοκαίρι είναι ως μη γενόμενα για την Έλντα, που συμπεριφέρεται σαν ξένη. 

Το τελειωτικό χτύπημα στον Ζέππο έρχεται μέσα από την αναγγελία των αρραβώνων της, με έναν άνδρα από πολύ πλούσια οικόγενεια, από τη Χρυσή Βίβλο της Κεφαλλονιάς. Επαναστατεί σε όλο αυτό που συμβαίνει, ενεργεί μην υπολογίζοντας τίτλους και τάξεις και, παρά τις προσπάθειες των δικών του να τον επαναφέρουν στην “τάξη”, την ημέρα των γάμων της Έλντας αυτοκτονεί, πέφτοντας από έναν βράχο στη θάλασσα…

Στην παράσταση του θεάτρου Τέχνης (στην σκηνή της Φρυνίχου), πέντε ηθοποιοί αναλαμβάνουν να αναπαραστήσουν μια ολόκληρη εποχή και να μας μεταφέρουν στους τόπους όπου συμβαίνουν οι δράσεις. Με μια σκηνοθετική ματιά που δεν συνηθίζεται σε έργα όπως αυτό, ο Θοδωρής Αμπατζής επιτυγχάνει να φτιάξει μια αρκετά ευχάριστη παράσταση, που ενώνει το τότε με το σήμερα, χωρίς να χάνει σε καμία στιγμή τα μηνύματα που επιθυμεί να μεταδώσει στο κοινό, αφήνοντας τους ηθοποιούς, με την αφήγηση, το παίξιμο, το τραγούδι και την κίνησή τους να φτιάχνουν εικόνες επί σκηνής και στη φαντασία των θεατών. Η χρήση μουσικών οργάνων και επτανησιακών καντάδων από τους ηθοποιούς, φέρνει μια ατμόσφαιρα μιούζικαλ ή χορού αρχαίας τραγωδίας και δίνει το χρώμα και το στίγμα του νησιού της Ζακύνθου, όπου συμβαίνουν τα γεγονότα.

Η Ιφιγένεια Καραμήτρου, στον ρόλο της Έλντας, και ο Γιάννης Καράμπαμπας, ως Ζέππος, συνθέτουν το πρωταγωνιστικό ζευγάρι, με τους Παντελή Δεντάκη (γιατρός Μαρινέρης), Μαρία Παρασύρη (σύζυγος γιατρού) και Νίκο Αλεξίου (Κόντες Ντιμάρας) να συμπληρώνουν τον θίασο. Τα δύο νεαρά παιδιά είναι, πραγματικά, πάρα πολύ καλά στην ερμηνεία τους, στο σύνολο του έργου, και συνεπικουρούνται από τους καταξιώμενους πιο μεγάλους (σε ηλικία) συναδέλφους τους, που για μια ακόμη φορά αποδεικνύουν πόσο καλοί ηθοποιοί είναι. Η ευρηματική σκηνική σύνθεση και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου μάς ενθουσιάσαν και στα λοιπά τεχνικά ζητήματα δεν βρήκαμε κάτι που να μας προκαλέσει κακή αίσθηση. 

Η παράσταση του Θοδωρή Αμπατζή παίρνει ως βάση την τρυφερή ιστορία δύο νέων από διαφορετικές “τάξεις” και την κατάληξή της και κάνει ένα σχόλιο για την υποκρισία, τη μοναξιά, τον έρωτα, την πίστη, για τις πολιτικώς “ορθώς” συμπεριφορές και το πώς αυτές επιβάλλονται. Μέσα από τα λόγια των ηρώων, αντιλαμβάνεται το κοινό ότι 250 χρόνια μετά από τα γεγονότα εκείνα, το σήμερα παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με τότε, πράγμα αρκετά ανησυχητικό ως προς το πού πηγαίνουμε. Προχωράμε μπροστά τεχνολογικά, με μια παράλληλη ολίσθηση σε συντηρητικές και ξεπερασμένες από τα ιστορικά γεγονότα φόρμες – συμπεριφορές ή όλα αυτά που συνέβαιναν τότε, έμειναν συγκεκαλυμμένα στις σκιές, περιμένοντας τις συνθήκες και το “προσωπικό” ώστε να επανακάμψουν.  Όλα αυτά βγαίνουν μέσα από μια πολύ όμορφα στημένη δουλειά, που δεν έχει σκοπό να διδάξει τον θεατή, αλλά να του δώσει μια καλή θεατρική παράσταση που θα τον διασκεδάσει και ακολούθως, σε δεύτερες σκέψεις, θα τον προβληματίσει (αν φυσικά ο ίδιος το επιδιώξει).

Είναι μια πολύ αξιόλογη πρόταση, στο όμορφο θέατρο της Φρυνίχου, ένα ελληνικό έργο σε μια εκδοχή που δεν βλέπουμε συχνά και που συστήνεται σε όσους αγαπούν, πέραν του καλού θεάτρου, και τα ελληνικά θεατρικά κείμενα.

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Οκτώβριος 2021

Συντάχθηκε από: Sin Radio