play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Πεταλούδες στο στομάχι’ στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

today7 Απριλίου, 2023

Φόντο
share close

Aνήκω ηλικιακά σε εκείνους που έχουν ζήσει τέσσερις γεμάτες δεκαετίες και βιώσαν τις αλλαγές σε όλα γύρω μας. Παρότι είμαι ιδιαίτερα κοινωνικός και, λόγω δραστηριοτήτων, έχω επαφή με νεότερους ανθρώπους, έχω μια εύλογη απορία – τι είναι αυτό που κάνει διαφορετική τη γενιά που προσδιορίζεται από τους χαρακτηρισμούς “Gen Z, Millenials, Generation X”; Είναι νέοι άνθρωποι, που μεγάλωσαν σε ένα μάλλον ψηφιακό περιβάλλον (όχι, όμως, και στον εφιάλτη του Matrix) και σε μια συνθήκη, που ο παγκόσμιος καπιταλισμός έχει διαβρώσει αρκετά τις δομές αυτού που ορίζαμε ως κοινωνία και έχει τροποιήσει τις ανθρώπινες σχέσεις σε μεγάλο βαθμό. Η μόνιμή μου απορία είναι τι κάναμε ή κάνουμε σε όλα αυτά, πέρα από το να τα ακολουθούμε σαν πρόβατα; (και μετά να διαμαρτυρόμαστε, γιατί το μονοπάτι μάς έβγαλε μπροστά στο σφαγείο – μα, ένας, ρε φίλε, δεν το είδε; Δεν βρέθηκε κάποιος να μυρίσει το “αίμα” και να προειδοποιήσει – βρέθηκαν διάφοροι που τα έλεγαν, αλλα αντιμετωπίστηκαν ως οι τρελοί του χωριού…). Και τέλος, ο πηρύνας αυτών των νέων ανθρώπων, αυτό που λέμε ψυχή, έχει αντικατασταθεί από τη γέννησή τους με κάτι άλλο; Κι αν ναι, θέλω κάποιος να μου πει πώς έγινε αυτό….

Με την πίστη ότι ο άνθρωπος είναι πολύ ισχυρότερος από όλες τις τεχνολογίες (που κι αυτές, ο ίδιος τις φτιάχνει, ως εργαλεία, και όχι για να τις υπηρετεί), βρέθηκα στη νέα δουλειά του Κωνσταντίνου Ρήγου, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Σε μια σκηνική σύνθεση που μοιάζει με ένα κλαμπ της δεκατίας του ’90 (αλήθεια, έχει αλλάζει η αισθητική τους τα τελευταία 30+ χρόνια;), κάτι σαν το θρυλικό 4 στην Πειραιώς ή τα εξίσου “ιστορικά” Factory και +Soda, που ξοδέψαμε κάποια βράδια (φερτοί από παρέες ή από περιέργεια), 5 ερμηνευτές-perfomers, διασκορπισμένοι στον χώρο, και σε περίμετρο γύρω από τον Ρ.Α., ένα αγόρι λίγο πριν τα τριάντα, που ψάχνει, πέρα από το νόημα της ζωής, και πού κρύβεται αυτή η παροιμιώδης ομορφιά της, που γράφουν τα βιβλία. Ζει μέσα σε έναν ψηφιακό κόσμο, σκοτεινό και είναι σίγουρος πως γύρω του, και στα μέρη που συχνάζουν άνθρωποι σαν κι αυτόν, βρίσκεται εκείνο το άτομο που ψάχνει για να δημιουργήσει τη δική του “συμμορία της αγάπης” – δύσκολο εγχείρημα, καθώς η αγάπη είναι κάτι τόσο αφηρημένο και τόσο πολλαπλά ερμηνευόμενο από τον καθένα, ωστε να συναντήσεις τον άνθρωπο που θα ταυτιστείς απόλυτα και μάλιστα ανάμεσα σε μια “δεξαμενή” υποψηφίων, ανεβάζει την κλίμακα δυσχέρειας στο σχεδόν απίθανο. Όμως, για να γίνεις κοινωνός αυτού που περιγράφεται ποιητικά ως ‘Πεταλούδες στο στομάχι’, οφείλεις να εκπληρώσεις μια προϋπόθεση – να επιστρέφεις το ίδιο, αν όχι και σε μεγαλύτερο βαθμό, την αγάπη που λαμβάνεις…

Ο νάρκισσος Ρ.Α. αντιλαμβάνεται με τον δικό του παθολογικό τρόπο τα πράγματα και πιστεύει ότι φτάνει μόνο να γίνεται αποδέκτης συναισθημάτων και όχι πομπός. Αφού θα δοκιμάσει τα πάντα με όλα τα φύλα και τις ηλικίες, θα την “ψάξει” με τα χημικά και τα χάπια, για να καταλήξει πως όλο αυτό με την αγάπη είναι μια πελώρια μπαρούφα και πως τελικά η ζωή είναι μια θλιβερή ματαιοπονία, που πεφωτισμένα άτομα σαν τον ίδιο είναι προορισμένα με μαθηματική ακρίβεια να δυστυχήσουν – κάπως έτσι, σε ένα ακόμη άλμα λογικής, αποφασίζει πως δεν θα πέσει στην παγίδα και θα την “κάνει” από μόνος του…

Η παράσταση εξερευνά το σύμπαν μιας γενιάς ή, πιο σωστά, μιας μερίδας ανθρώπων αυτής της γενιάς, γιατί αδυνατώ να πιστέψω ότι όλα τα παιδιά αυτών των ηλικιών έχουν μια τέτοια κοσμοθεωρία, όπως οι ήρωες επί σκηνής. Δεν ρωτάει τίποτα, οπότε δεν επιχειρεί να απαντήσει και μάλλον κάνει μια παρουσίαση – σχόλιο, στα προβλήματα αυτών των ανθρώπων και τους τρόπους που επιλέγουν είτε να τα αντιμετωπίζουν είτε να τα δημιουργούν. Δραματουργικά, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ενιαίο κείμενο, καθώς οι 5 ήρωες έχουν την αυτόνομη διαδρομή τους, που, σε κάποιες στιγμές, θα διασταυρωθεί με εκείνη του “κεντρικού” Ρ.Α. Επίσης, μου κάνει λίγο άτοπο να κατορθώσει κάποιος να περιγράψει μια εποχή από την οποία απέχει ηλικιακά και την αντιλαμβάνεται με τα δικά του κριτήρια, που έχουν και τον παράγοντα της εμπειρίας μέσα τους, αναμφίβολα. Ως σκηνική σύνθεση, όμως, κερδίζει την προσοχή του θεατή, καθώς, παρά το απόλυτο μαύρο του σκηνικού, οι ερμηνευτές εκπέμπουν πολύ φως, όταν καλούνται να παρουσιάσουν αυτό που ο σκηνοθέτης ζήτησε.

Η αισθητική του Κωνσταντίνου Ρήγου, που επέλεξε να τοποθετήσει μαζί αυτούς τους ανθρώπους και να τους καθοδηγήσει να κινούνται σε μια υπέροχη “χορογραφία”, να τραγουδάνε γνωστά τραγούδια που ανεβάζουν τη διάθεση, σε συνδυασμό με τα βίντεο, που παίζουν σε διάφορες στιγμές, είναι το δυνατό χαρτί του έργου. Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής, ως άξονας της ανομοιογενούς ανθρώπινης σύνθεσης, υποκριτικά ξεχωρίζει και δίνει μια ακόμη πολύ καλή ερμηνεία, χωρίς όμως να λείπουν στοιχεία που τα έχουμε ξαναδεί από εκείνον (ειδικά όσοι τον παρακολουθούμε τακτικά), στον ρόλο του ναρκισσιστή, wannabe ποιητή Ρ.Α. Στο πλευρό του, το “αερικό” Κλέλια Ανδριολάτου γίνεται η “Μόλι”, ένα κορίτσι που γίνεται, για κάποιον χρόνο, το έτερον ήμισύ του και βρίσκει πως το καλύτερο φάρμακο, όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν πολύ καλά, είναι ο χορός και οι δονήσεις που προκαλεί η μουσική. Η προβολή της στα μάτια του Ρ.Α. είναι ο πυλώνας και σε δεύτερο χρόνο ο καταλύτης των εξελίξεων της ιστορίας, καθώς όταν η ίδια αποφασίζει ότι θέλει να δει τι βαθύτερο υπάρχει πίσω από την εικόνα, αυτομάτως διαλύεται και ο κόσμος εκείνου.

Ο Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου υποδύεται τον Άλεξ, τον πρώτο άνθρωπο που συνδέεται ο ήρωας και τον τελευταίο που θα απευθυνθεί πριν την αυτοκτονία. Αυτό που μας ενθουσίασε ήταν η εξαιρετική του κίνηση, μαζί φυσικά με εκείνη του Κωνσταντίνου Γεωργόπουλου – Τζούλιαν στο έργο -, ενός νεαρού αγοριού που ψάχνει στα παιχνίδια του έρωτα την ευτυχία, ενώ ταυτόχρονα διοχετεύει τον άκρατο ρομαντισμό του στα κείμενα που γράφει.

Η Ίντρα Κέιν, ως Κάθι – σχέση του Ρ.Α., που επιχείρησε να του αλλάξει τη θεωρία της πολυγαμικότητας, ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, αφού, πέρα από υπέροχη φωνή, διαθέτει και υποκριτικές ικανότητες που έδειξε, όπου της ζητήθηκε, αν και κάποιες φορες οι σκηνοθετικές κατευθύνσεις για τη ηρωίδα της ήταν λίγο “θολές”, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται απορίες… Τέλος, η Δωροθέα Μερκούρη τραγούδησε υπέροχα, μίλησε Ιταλικά και μας μάγεψε, και στα κομμάτια που ερμήνευσε έβγαλε μια αμηχανία που ταίριαζε με την ηρωίδα της, που εμφανώς έρχεται από κάπου αλλού και προσπαθεί να προσαρμοστεί στα δεδομένα που συναντάει.

Ο κεντρικός ήρωας, ένας πολυσχιδής χαρακτήρας, πανσεξουαλικός, σε αναζήτηση μιας ουτοπίας, μεταμορφώνεται κάθε φορά και σε μια άλλη οντότητα, ώστε να κατορθώσει να βρει ό,τι θα τον συμπληρώσει – 5 υποθετικά κομμάτια που θα τον συμπλήρωναν και όλοι μαζί τοποθετημένοι σε μια μαύρη “τρύπα” που, ενώ έχει χαρακτηριστικά και γνωρίσματα του τώρα, έχει ταυτόχρονα και πολύ 90s. Κινητήριος δύναμη, θεωρητικά, ο έρωτας, αλλά στην πραγματικότητα η διάλυση μέσω αυτού και η ανάγκη για επανασύσταση και επαναπροσδιορισμό, ένα διαρκές ανικανοποιήτο, που στροβιλίζεται μέσα σε αυτήν την τρύπα και ζει σε λούπα το ίδιο σενάριο κάθε φορά, με μικρές παραλλαγές. Δυστυχισμένοι οι ήρωες; Για εμάς ναι, για τους ίδους δεν υπάρχει κάποια απάντηση. Αν το βρήκα υπερβολικό; Ναι, το βρήκα στον μέγιστο βαθμό, αφού δεν πιστεύω πως οι γενιές αναφοράς έχουν “καταστραφεί” σε τέτοιο βαθμό, αλλά ταυτόχρονα πανέμορφο ως σύλληψη, θέαμα και σύνθεση. Πολλά μηνύματα, μεγάλος πόνος κρυμμένος πίσω από στίχους και λέξεις και ένα καθαρό σχόλιο για το πώς κάποιοι επιδιώκουν να μεταμορφώσουν την ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία, με όχημα τον έρωτα και τη σαφέστατη προτίμηση στις φόρμες των τότε εποχών, κάτι που ταυτίζομαι κι εγώ, όχι λόγω ηλικίας, αλλά γιατί τρομάζω στην ιδέα η τεχνητή νοημοσύνη και η τεχνολογία να μας απογυμνώσουν από το συναίσθημα.

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2023

Συντάχθηκε από: Sin Radio