Sin Radio Listen, don't just hear!

Ο Μπο γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη το 1939 – ήταν ένας από τους 2 γιους κάποιου μαφιόζου της περιοχής. Λίγο μετά που θα ενηλικιωθεί (στα 21 τότε), ένας οικογενειακός “φίλος-συνεργάτης” του πατέρα, θα τον ενημερώσει πως, στον κύκλο που κινούνται αυτοί οι άνθρωποι, ένας ομοφυλόφιλος γιος αποτελεί βδέλυγμα και, αν δεν φύγει το γρηγορότερο από την πόλη, αυτό που θα έχει να αντιμετωπίσει προσεχώς είναι το λεγόμενο “τσιμέντωμα”…
Αυτή είναι η αφετηρία του ήρωά μας, που υποχρεώνεται να εγκαταλείψει για πάντα το μέρος που γεννήθηκε και μεγάλωσε, γιατί κινδυνεύει από την ίδια του την οικογένεια. Θα γίνει μουσικός και θα συνοδεύσει για πολλά χρόνια τη Μέιμπελ Μέρσερ, μια θρυλική αφροαμερικανίδα τραγουδίστρια των καμπαρέ, που τα τραγούδια της είχαν μεγάλη επιτυχία στη gay κοινότητα της δεκαετίας του ’60 και γι’αυτό γέμιζε ασφυκτικά τα μαγαζιά που εμφανιζόταν – το μυστικό ήταν ότι οι δημιουργοί αυτών των ερωτικών τραγουδιών ήταν ομοφυλόφιλοι, που υμνούσαν ή θρηνούσαν τα όσα ζούσαν με τους εραστές τους. Ήταν η εκφράστρια όλου του συναισθηματικού φορτίου εκείνων των ανθρώπων, που δεν μπορούσαν αλλιώς να το εκφράσουν δημόσια.
Στη συνέχεια, θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη, θα πάρει μέρος στα γεγονότα του Στόουνγουολ και θα γνωρίσει ένα νεαρό όμορφο αγόρι, που θα γίνουν ζευγάρι. Αυτό το αγόρι, το 1973, θα βρει τραγικό θάνατο στον εμπρησμό του Upstairs Lounge στη γαλλική συνοικία της Νέας Ορλέανης, όταν ένας φανατικός πολέμιος του κινήματος για τα δικαιώματα της gay κοινότητας, που αργά και σταθερά σε κάποιες πολιτείες κατοχυρωνόταν (όχι όμως στην ομοφοβική ακόμα Νέα Ορλεάνη), θα ρίξει μια μολότωφ στο κτίριο και θα κάψει ζωντανούς 32 θαμώνες, που δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν… Το γεγονός αυτό θα τον συγκλονίσει και θα φύγει για την Ευρώπη και το Παρίσι, όπου θα γνωρίσει έναν ιδιόμορφο καλλιτέχνη, που τα καλοκαίρια παρουσίαζε δικές του διασκευές αρχαίων τραγωδιών σε υπαίθρια αυτοσχέδια θέατρα ανά την Ελλάδα. Με τον Τζορτζ θα ζήσουν αρκετά χρόνια μαζί, μέχρι που ο εφιάλτης του AIDS, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, θα τον πάρει από τη ζωή.
Στη στιγμή που μας συστήνεται, τον βρίσκουμε στο Λονδίνο, που ζει αρκετά χρόνια πλέον και δουλεύει ως μουσικός. Είμαστε στο 2001 και ο Μπο είναι πλέον 62 ετών. Δεν πιστεύει ότι έχει πολλά να δει ή να ζήσει ακόμη στην ηλικία του και, προσπαθώντας να ακολουθήσει το ρεύμα της εποχής, κάνει λογαριασμό σε μια σελίδα για γνωρίμιες, αποκλειστικά για ομοφυλόφιλους. Και μέσα από αυτό προκύπτει ο Ρούφους!
Ο Ρούφους, 29χρονος δικηγόρος για μια κτηματομεσιτική ασφαλιστική εταιρεία. Δεν του πολυαρέσει η δουλειά του και προτιμά να κάνει σχέσεις είτε σύντομες είτε μακροχρόνιες με μεγαλύτερους ηλικιακά άνδρες. Έτσι, ένα απλό ραντεβού για ένα one night stand, τον φέρνει μπροστά στον Μπο, που όλως τυχαίως έχει παρακολουθήσει σε αρκετές εμφανίσεις του και έχει μάθει, από το περιβάλλον του, για το παρελθόν που κουβαλάει και το όλο “πακέτο” τού εξάπτει την περιέργεια, αλλά δεν υπάρχει δυνατότητα προσέγγισης. Ο Μπο, κολακευμένος από το ποικιλόμορφο ενδιαφέρον του νεαρού, χαλαρώνει τις αντιστάσεις του και του μιλά για τη δεκαετία του ’60 και τα χρόνια του ως πιανίστας της Μέιμπελ Μέρσερ – άλλωστε, είναι μόνο ένα ραντεβού για σεξ, μέσα από μια σελίδα γνωριμίων και αξίζει να του δώσει κάτι που θέλει τόσο πολύ να μάθει.
Κι όμως, αυτό το απλό ραντεβού της μιας βραδιάς, εξελίσσεται μια βαθιά σχέση αγάπης και αλληλοεκτίμησης. Ο Ρούφους βρίσκει έναν άνθρωπο που έχει πολλές ιστορίες να του πει και κρύβει έναν μεγάλο συναισθηματικό κόσμο μέσα του, συν ότι είναι πολύ υποστηρικτικός με τη διπολική διαταραχή που τον βασανίζει. Απο την άλλη πλευρά, ο Μπο, μετά από χρόνια, έχει έναν σύντροφο που τον προσέχει και τον αγαπά, και νιώθει πως ποτέ δεν είναι αργά για την ευτυχία – έχοντας παράλληλα τη γνώση ότι το γήρας είναι αρκούντως απωθητικός παράγοντας, προτείνει στον σύντροφό του να βλέπει κατά καιρούς και άλλους νεότερους άνδρες. Στην ίδια λογική, αντιδρά και όταν ο Ρούφους του ζητά να επισημοποιήσουν τη σχέση τους και, γιατί όχι, να υιοθετήσουν ένα παιδί… Ο Μπο θεωρεί ότι το τρένο έχει περάσει γι’αυτόν και αρνείται κατηγορηματικά. Βρισκόμαστε στο 2011 και ο κόσμος έχει αλλάξει αρκετά…
Ο νεαρός drag performer Χάρυ, που ο Ρούφους θα γνωρίσει σε κάποιο κλαμπ, θα γίνει ο έτερος σύντροφός του, όπως του είχε ζητήσει ο Μπο, και αυτό το ιδιόμορφο τρίγωνο θα κρατήσει για 3 ακόμη ολόκληρα χρόνια, μεχρι την στιγμή που οι δύο νεαροί άνδρες θα αποφασίσουν να συζήσουν και να επισημοποιήσουν τη σχέση τους. Ο Μπο, παρόλο που θα πληγωθεί, θα κατανοήσει πλήρως τα κίνητρα της απόφασης του Ρούφους και θα δεχτεί να γίνει κουμπάρος του, με τον όρο να ζητήσει επιτέλους ο Ρούφους τη βοήθεια ενός ειδικού. Η σχέση των τριών αυτών ανθρώπων θα μείνει ισχυρή και όταν το νεαρό ζευγάρι θα υιοθετήσει ένα κοριτσάκι, ο θείος Μπο θα είναι αυτός που θα της τραγουδήσει λίγο πριν πάει ένα επαγγελματικό ταξίδι, το πιο όμορφο νανούρισμα που θα ακούσει ποτέ… αυτό που λέει ότι πρέπει να παίρνει τη ζωή όπως πάει το ποτάμι….
Ο Γιάννης Λεοντάρης παίρνει την πολύ ωραία μετάφραση του αγγλικού κειμένου από τον Αντώνη Πέρη και φτιάχνει μια πολύ ανθρώπινη παράσταση, για τα προβλήματα που δημιουργούνται στη σχέση ενός ζευγαριού, όπου υπάρχει διαφορά ηλικίας και εμπειριών. Πέραν αυτού, τοποθετεί στο επίκεντρό της τον άνθρωπο και τις ανάγκες του για αποδοχή, συντροφικότητα, οικογένεια, με τη λιτή, πλην όμως λειτουργική, σκηνογραφία της Μικαέλας Λιακάτα (που έχει επιμεληθεί και τα κοστούμια της παράστασης, όπως και τα βίντεο) να βοηθάει προς αυτό το σκοπό. Αφήνει τα σώματα των δύο κεντρικών ηρώων να πουν τις ιστορίες τους είτε ως απόσταγμα εμπειρίας (Μπο) είτε ως πηγή ενθουσιασμού (Ρούφους).
Ο Περικλής Μουστάκης είναι απλά εξαιρετικός, στον ρόλο του Μπο, που κουβαλάει σαν μετεωρίτη μέσα του την οικογενειακή απόρριψη, αλλά και την ιστορία όλου του κινήματος και των αγώνων των ομοφυλοφίλων για δικαιώματα και αναγνώριση. Είναι ο άνθρωπος που δεν τολμάει να πάει ένα βήμα παρακάτω τα πράγματα, γιατί έχει τον ενδόμυχο φόβο ότι όλα θα πάνε το ίδιο άσχημα όπως τις προηγούμενες φορές – δεν τον κακίζουμε, φυσικά, γι’αυτό. Οι πιο δυνατές συναισθηματικά στιγμές του είναι αναμφίβολα όταν αφηγείται τα γεγονότα του παρελθόντος με τους συντρόφους του, που εκεί βγαίνει ο πόνος για όλα εκείνα που ονειρεύτηκαν και οι άνθρωποι ή ο HIV τούς στέρησαν τη χαρά να τα ζήσουν.
Ο Μάνος Καρατζογιάννης, ως Ρούφους, προσέγγισε με ιδιαίτερη φροντίδα τον μανιοκαταθλιπτικό του ήρωα και μας έδωσε μία από τις καλύτερες μέχρι σήμερα ερμηνείες του. Και στο κομμάτι της σχέσης με τον μεγαλύτερό του Μπο και αυτά που ζητάει από τον ίδιο, αλλά και στις κρίσεις της “αρρώστιας”, είχε μια προσέγγιση που σε μας, ως κοινό, η όλη του συμπεριφορά και στις δύο συνθήκες, πέρασε πολύ αρμονικά και φυσικά και δεν μας “κλώτσησε” κάτι. Και όταν αλλάζουν τα δεδομένα, πάλι προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες που διαμορφωθήκαν με έναν φοβερό τρόπο, που λείανε όποιες τυχόν γωνίες υπήρχαν από την προηγούμενη περίοδο της σχέσης του με τον Μπο.
Ο Δημήτρης Ροΐδης, το τρίτο πρόσωπο, ο Χάρυ του έργου, έφερε όλη αυτήν την απαίδευτη ορμή ενός καλλιτέχνη που ψάχνει νέα μέσα για να εκφραστεί και ταυτόχρονα επιζητά ένα τοπόσημο στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται στην κοινωνία. Δεν λειτούργησε διασπαστικά στους δύο κεντρικούς ήρωες, αντιθέτως έγινε ένας συνδετικός κρίκος που μετάλλαξε τη σχέση τους και την εμπλούτισε με έναν τέταρτο μέλος – υποκριτικά, φάνηκε λιγάκι πιο αδύναμος και αυτό γιατί είναι μικρός ο ρόλος του και τα χαρακτηριστικά του τέτοια.
Μια παρατήρηση, ως προς αυτά που με ξένισαν, έχει να κάνει με τις σκηνές που ο Μπο και ο Ρούφους ανταλλάσσουν κάποια φιλιά και έχουν κάποιες σωματικές επαφές – όπως έχουν παρουσιαστεί στην παράσταση, μας δόθηκε η αίσθηση, ότι υπάρχει ένας υπερβάλλων ζήλος να μην “προκληθεί” το δημόσιο αίσθημα, κάτι που δεν συμβαδίζει με την ιστορία και το πνεύμα του έργου συνολικά. Αυτό είναι και το μόνο σημείο που έμεινα με κάποιες απορίες-ενστάσεις.
Πέραν αυτού, όμως, η παράσταση στο θέατρο Σταθμός είναι μια αξιολογότατη δουλειά, από τις καλύτερες που έχω παρακολουθήσει φέτος. Σε μια συγκυρία, που τα γεγονότα και τα μηνύματα των καιρών, διαμορφώνουν συνθήκες και συζητήσεις για τα δικαιώματα και την “ορατότητα” όλων, ανεξαρτήτως σεξουαλικής προτίμησης, η παράσταση παρουσιάζει ως αναπόσπαστα κομμάτια του κοινωνικού συνόλου (όπως είναι δηλαδή) τους ομοφυλόφιλους ήρωές της, που έχουν λόγο και συμμετοχή στο καθημερινό γίγνεσθαι κάθε μορφής. Όλο αυτό γίνεται μέσα από ένα φίλτρο αγάπης και με απουσία καταγγελτικού ή ριζοσπαστικού πνεύματος και η παρουσίαση των αγώνων και των απωλειών του Μπο σκιαγραφεί, με δηκτικό τρόπο, όλα τα σφάλματα και τις “ανορθογραφίες” που βιώσαν τις προηγούμενες δεκαετίες αυτοί οι άνθρωποι, κάνοντας τον υγιώς σκεπτόμενο θεατή, να αισθάνεται και αμήχανα και άβολα στην εξιστόρησή τους. Περνάει σαφέστατα το μήνυμα ότι όλοι μας έχουμε τις ίδιες συναισθηματικές ανάγκες: αποδοχή, συντροφικότητα, αγάπη και αυτή η συνειδητοποίηση είναι ένα πολύ καλό πρώτο βήμα για την αναγνώριση της αναγκαιότητας να βελτιωθεί στη χώρα ακόμη περισσότερο το νομοθετικό πλαίσιο για αυτές τις ομάδες ανθρώπων στη χώρα μας…
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Φεβρουάριος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv