Sin Radio Listen, don't just hear!

Όταν ακούω κάποιους να λένε “Θα γίνουμε Αμερική”, υπονοώντας τα όποια άσχημα ή αρνητικά έρχονται προς εδώ, γελάω γιατί, πέραν των προαναφερομένων, ο τόπος εκεί είναι στημένος σε διαφορετικούς πυλώνες από τον δικό μας, οπότε να γίνουμε κάτι τέτοιο αποκλείεται – χρειάζεται γκρέμισμα και ξαναχτίσιμο (πράγμα αδύνατο). Οι φίλοι μας, οι Αμερικανοί, έχουν μέσα στα όποια στραβά τους και ορισμένα καλά, όπως τη διαχρονική τους συμπεριφορά στα παιδιά που ενηλικιώνονται και η οικογένεια προτρέπει ή και βοηθάει, πολλές φορές, να αποκτήσουν τις δικές τους ευθύνες, κάνοντας, εν αρχή, μια μετακόμιση σε δικό τους χώρο (αν το ζήσω αυτό στην Ελλάδα μας, τότε θα πιστέψω πραγματικά ότι “χαλάσαμε”).
Αυτή η συνθήκη δεν λειτουργεί απόλυτα για τον ήρωά μας, τον Ντον – έχει μετακομίσει από το πλούσιο προάστιο, στο κέντρο της Νέας Υόρκης, σε μια περιοχή που δεν τη λες και την καλύτερη και σε ένα σπίτι με κάποιες “ιδιαιτερότητες”. Ο Ντον είναι εκ γενετής τυφλός και αυτό το σπίτι, που δεν έχει πολλούς τοίχους, αλλά προσφέρει άνετους χώρους, είναι ιδανικό γι’ αυτόν.
Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’60, σε μια εποχή που υπάρχει η σεξουαλική απελευθέρωση, το κίνημα των hippies, καθώς και διάφορες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές. Για τους αστούς της εποχής, η συμπεριφορά της νεολαίας και τα νέα ήθη που εισάγονται σε κάθε έκφραση τέχνης, είναι κάτι σαν ένα μικρό σοκ. Είναι εγκλωβισμένη αυτή η γενιά, σε αυτά που γνωρίζει, και τρέμει αυτά που οι νέοι θέλουν να αλλάξουν (δηλαδή ό,τι συμβαίνει σε κάθε εποχή, καλή ώρα όπως και σήμερα).
Το διαμέρισμα του Ντον δεν βρίθει πολυτέλειας και ανέσεων, ούτε καν της στοιχειώδους επίπλωσης, ούτε μόνωσης, με αποτέλεσμα να ακούει τι συμβαίνει στο διπλανό διαμέρισμα και αντιστοίχως η ενοικός αυτού να ακούει τι γίνεται στο δικό του σπίτι. Η διπλανή ένοικος… η Τζιλ… 19 ετών, με έναν αποτυχημένο γάμο 6 ημερών, δηλώνει πρώην χίπισσα και αισιοδοξεί να γίνει ηθοποιός… είναι απόλυτα ακατάστατη και συναισθηματικά λίγο ανασφαλής, παρότι δηλώνει συνεχώς πως τα κορίτσια ωριμάζουν πιο νωρίς από τα αγόρια. Πώς τα μαθαίνουμε αυτά; Μα από την ίδια φυσικά, που χτυπά την πόρτα του διαμερίσματος του Ντον, ζητώντας ένα φλιτζάνι καφέ, μιας και η ίδια δεν το έχει καθόλου με το νοικοκυριό!
Ο αρχικός της ενθουσιασμός για τον όμορφο γείτονα θα χαθεί, όταν θα ενημερωθεί από τον ίδιο πως είναι τυφλός, όμως θα επανέλθει σταδιακά, όταν, με την κουβέντα, θα σχηματίσει την άποψη ότι ο Ντον είναι, παρόλα αυτά, ένας πολύ ευχάριστος τύπος και η εξέλιξη θα είναι μια συναισθηματική εμπλοκή με το αγόρι της διπλανής πόρτας – ή πιο σωστά της ενδιάμεσης πόρτας, αφού τα διαμερίσματά τους επικοινωνούν με μια εσωτερική πόρτα (σαφώς ήταν παλιά ένα ενιαίο μεγάλο, που ο ιδιοκτήτης, με ψευτοπαρεμβάσεις, μετέτρεψε σε δύο σπίτια, για διπλό ενοίκιο…).
Η επίσκεψη της μητέρας του Ντον, που την έχει ήδη περιγράψει με όχι τόσο κολακευτικό τρόπο στην Τζιλ, στο διαμέρισμα, με το πρόσχημα ότι περνούσε κι είπε να ανέβει, θα τη φέρει αντιμέτωπους τους δύο νέους, καθώς αυτά που η ίδια θέλει, δεν συμβαδίζουν με τις δικές τους επιλογές. Όμως, ως πιο έμπειρη, θα σπείρει την αμφιβολία και θα προσπαθήσει να πετύχει τον σκοπό της. Κατά τη διάρκεια αυτού, όμως, η νεότερη γυναίκα της ιστορίας θα μάθει στη μεγαλύτερη αρκετά, που είτε αγνοούσε είτε αρνιόταν να δει και θα τη βυθίσει στη δική της εσωτερική περιδίνηση….
Ένα ραντεβού που δεν θα γίνει ποτέ στην ώρα του, μια επιπόλαιη απόφαση της Τζιλ, ένας φέρελπις και ανατρεπτικός σκηνοθέτης που θα εισβάλλει κι αυτός στο διαμέρισμα, θα μεταβάλλουν τις δυνάμεις των ηρώων και, τρόπον τινά, θα καταδείξουν τις αγκυλώσεις και τους εγκλωβισμούς τους… Θέλουν να πετάνε ελεύθεροι, σαν πεταλούδες, αλλά αυτοί που τους κρατάνε στη γη είναι οι ίδιοι οι εαυτοί τους… Ο Ντον έχει μια άνεση για την τυφλότητά του και τη διαχειρίζεται με χαλαρότητα, όμως το τραύμα από την εγκατάλειψη του κοριτσιού που ερωτεύτηκε και η υποψία πως έτσι πάντα θα συμβαίνει, τον στοιχειώνουν. Η μητέρα του αρνείται να δεχτεί πως δεν χρειάζεται το πατρικό να είναι η “ασφαλής φωλιά” για το παιδί της και πως όλη η αγάπη της, που έχει μετατραπεί σε υπέρμετρη ανασφάλεια με τα χρόνια, ευνουχίζει τον γιο της συναισθηματικά και δεν τον αφήνει να εξελιχθεί. Και τέλος, η Τζιλ, με προφανές συναισθηματικό πρόβλημα, αφού τρέμει την έννοια της λέξης “ευθύνη” και σε κάθε ευκαιρία προτιμά να φεύγει από κάτι που μπορεί να αγαπήσει, παρά να προσπαθήσει να το διαχειριστεί…
Η γνώση όλων αυτών, που έρχεται λυτρωτικά στον καθένα, δεν γνωρίζω αν τους απελευθερώνει ή όχι… σίγουρα τους κάνει να θέλουν να δοκιμάσουν, χωρίς τη γνώση ότι υπάρχει από κάτω δίχτυ ασφαλείας – δεν είναι και τόσο μεγάλο το ύψος… κι αν πέσουν, θα σηκωθούν και θα ξαναδοκιμάσουν.
Ο συγγραφέας, βάζοντας ένα τυφλό αγόρι ως ήρωα του έργου, αλλάζει το μοτίβο των σχέσεων παιδιών – γονέων. Ο ήρωάς του έχει ζήσει σε μια πραγματικότητα που δημιούργησε η μητέρα του και, ενώ του μεταλαμπάδευσε πολλά καλά στοιχεία, του στέρησε την κοινωνικότητα και την αυτοπεποίθηση – ίσως έτσι η μητέρα να ήθελε να “παλέψει” τις “ενοχές” της που γέννησε ένα τέτοιο παιδί. Ο Ντον της παράστασης, κατά κόσμον Αναστάσης Ροϊλός, μας έβαλε στη συνθήκη του αγοριού που επιθυμεί να κάνει τα δικά του όνειρα πραγματικότητα. Παρουσίασε έναν νέο άνδρα που δεν διαφέρει στην καθημερινότητά του – στην πρώτη επαφή – με εμάς και την εκ γενετής τυφλότητα την προσέγγισε με τέτοιο τρόπο που, πέραν του γέλιου που μας χάρισε, συναισθηματικά έγινε πολύ οικείος και συμπαθής. Ταυτιστήκαμε μαζί του και χαλαστήκαμε, όταν στεναχωρήθηκε, και χαρήκαμε, όταν τα πράγματα έφτιαξαν ξανά. Υπέροχος πραγματικά!
Η Εριέττα Μανούρη, η ανασφαλής Τζιλ, στάθηκε πολύ καλά επί σκηνής, με τα πιο δυνατά της σημεία να τα εντοπίζω στους διαλόγους με τη μητέρα του Ντον. Τη μίσησα λίγο, όταν αποφάσισε να “δραπετεύσει” και αισιοδοξώ ότι δεν θα το ξαναέκανε στο μέλλον – το λες και επιτυχία αυτό που μου πέρασε. Η μαμά του έργου, Πέμυ Ζούνη, έχει τον άχαρο ρόλο να πρέπει να αλλάξει αυτά που θέλει, γιατί η ζωή του παιδιού της δεν είναι ιδιοκτησία της… Δύσκολη αποστολη και την έφερε εις πέρας στο απόλυτο, ποντάροντας στη μεγάλη θεατρική εμπειρία που κουβαλάει στους ώμους της – σε κάποιες σκηνές νόμιζα πως είχε έρθει από το νησί η δική μου μάνα και αυτή μιλούσε (ναι, δυστυχώς για την “Ελληνίδα” μαμά μου είμαι 30 χρόνια νεότερος και θεωρεί πως έχει αυτή ακόμη την “ευθύνη” να με καθοδηγεί και πολλές φορές να αναλαμβάνει βάρη που δεν της αναλογούν…). Τέλος, στο μικρό, αλλά ιδιαιτέρως καθοριστικό πέρασμά του, ο Κωνσταντίνος Ελματζίογλου, ήταν ο άνθρωπος που λειτουργεί καταλυτικά και απελευθερωτικά για όλους τους υπόλοιπους, με την ελευθεριότητα και την αμετροεπή ειλικρίνειά του, δημιουργώντας μια σειρά σκηνικών και συναισθηματικών ανατροπών.
Η Ρέινα Εσκενάζυ συνεχίζει να με εκπλήσσει ευχάριστα κάθε φορά που παρακολουθώ κάποια παράσταση που σκηνοθετεί. Εδώ, παραλαμβάνει το σύμπαν του Αμερικανού συγγραφέα Leonard Gershe, μια αστεία, τρυφερή και πνευματώδης κομεντί και σεβόμενη τον χώρο και τον χρόνο που αναφέρεται στο κείμενο, στήνει ένα έργο με ωραίο ρυθμό, πολύ καλή κίνηση, καθαρούς διαλόγους, που δεν κουράζει καθόλου στη θέασή του, αλλά ρέει. Αφαιρεί από τον πρωταγωνιστή της οποιαδήποτε στοιχεία που θα οδηγούσαν σε ενδείξεις αυτολύπησης ή συμπάθειας, λόγω οίκτου από το κοινό, δίνοντάς μας την εικόνα ενός ανθρώπου που ψάχνει την ελευθερία του και, στον αντίποδα, η “αντιπαράθεση” των δύο γυναικών δίνεται χωρίς μελοδραματισμούς και υπερβολές, κάτι που πολύ μας άρεσε!
Ωραίο το σκηνικό του διαμερίσματος του Ντον και αρκετά προσεγμένα και μέσα στο κλίμα της εποχής, που συμβαίνουν τα γεγονότα, τα ρούχα της παράστασης. Το φως μου έλειψε σε κάποιες σκηνές και δεν ξέρω αν αυτό εξυπηρετεί κάποιο σκοπό ή έτσι είναι ο σχεδιασμός. Ηχητικά δεν είχαμε κανένα απολύτως θέμα και το πολύ ωραίο τραγούδι της παράστασης φέρει την υπογραφή του πολυαγαπημένου Σταμάτη Κραουνάκη.
“Οι πεταλούδες είναι ελεύθερες” είναι ένα θεατρικό έργο που ευτύχησε να κάνει, στο πρώτο ανέβασμα, πάνω από 1000 παραστάσεις, να γίνει το 1972 κινηματογραφική ταινία (δείτε την σε πρώτη ευκαιρία, αξίζει!) και φέτος το καλοκαίρι έχει τη χαρά να το σκηνοθετεί η Ρέινα Εσκενάζυ, και, με τη συνδρομή τεσσάρων υπέροχων ηθοποιών, να παραδίδει μαθήματα ζωής και πολύ καλού θεάτρου, με απλά και όχι πομπώδη μέσα… και το απλό να ξέρετε, είναι πολύ δυσκολότερο να γίνει. Όπου, στην περιοδεία της παράστασης, συναντηθείτε, δώστε στον εαυτό σας την ευκαιρία να ζήσει αυτό το υπέροχο συναίσθημα που βιώσαμε κι εμείς, βλέποντάς τη.
Περισσότερα εδώ.
Theodore a.k.a. Evil Chef, Ιούλιος 2021
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv