Sin Radio Listen, don't just hear!

Πόσο τα αγαπάω τα αιλουροειδή! (Λογικό να το λέω, όταν ζω με τέσσερις της “οικογενείας” τους μαζί). Έχουν κάτι το αριστοκρατικό και το γοητευτικό ταυτόχρονα και, αν θα ξεχώριζα κάποιο ως το πλέον αγαπημένο, θα ήταν τα λιοντάρια – οι βασιλιάδες της ζούγκλας, όπως λέγανε και κάτι παλιά ντοκιμαντέρ. Λιοντάρια, φυσικά, συναντά κανείς και στην καθημερινότητά του – ο πατέρας μου π.χ. έτσι αποκαλεί όσους τρέφονται σχεδόν αποκλειστικά με κρέας, έχουμε φίλους που έχουν γεννηθεί στο ζώδιο του λέοντα (και φέρουν κάποια χαρακτηριστικά από το αγαπημένο τετράποδο), διάφοροι άλλοι τύποι ανθρώπων που χαρακτηριστικά τους ή συμπεριφορές μας τα θυμίζουν και κάποιοι που έχουν στο επίθετό τους κάτι που θυμίζει λιοντάρι.
Μια τέτοια οικογένεια, οι Lyons, πρωταγωνιστεί στην παράσταση στο Mικρό Θέατρο Κεραμεικού. Ο μπαμπάς Μπεν νοσηλεύεται σε ένα μονόκλινο δωμάτιο, όντας στα τελευταία στάδια της επάρατου. Δεν το έχει πάρει και πολύ καλά όλο αυτό που συμβαίνει (ποιος θα το έπαιρνε;) και προσπαθεί να δείχνει άνετος και έτοιμος για το μοιραίο. Η σιγουριά ότι δεν έχει κάτι να φοβάται για το αύριο, του έχει υπερτονίσει όλα τα αρνητικά στοιχεία της προσωπικότητάς του. Είναι πιο οξύθυμος, πιο ειρωνικός και μιλάει έξω από τα δόντια σε όλους! Ο ήρωάς μας είναι ένας άνδρας, που πορεύτηκε μη βάζοντας νερό στο κρασί του ποτέ και έχοντας στο κεφάλι του κάποιες εικόνες, τις οποίες ποτέ δεν εξέτασε για την αλήθεια τους…
Μαζί του (λέμε τώρα), είναι η σύζυγός του, Ρίτα. Είναι λίγο στην κοσμάρα της – μάλλον μόνιμα – αφού η έννοια της αυτές τις στιγμές, είναι τι είδους ανακαίνιση θα κάνει στο σπίτι, αφού πεθάνει ο άνδρας της. Και το καλύτερο όλων, είναι ότι ζητάει και τη γνώμη του! Δείχνει ότι έχει κάτι να την απασχολεί ή, πιο σωστά, δεν μπορεί να αρχειοθετήσει σε σοβαρά και μη, όσα τυχόν την απασχολούν. Στις συζητήσεις με τον άρρωστο σύντροφό της, προσπαθεί να του αλλάξει, έστω και την τελευταία στιγμή, την άποψη για κάποια θέματα που πιστεύει, θεωρώντας πως, αν παραδεχτεί την αλήθεια, όλη αυτή η “μετάβαση” θα γίνει πιο ομαλά – δεν έχει άδικο, αλλά ο τρόπος της δεν είναι ο καλύτερος. Άνθρωποι σαν εκείνον, θέλουν μια προσέγγιση με αγάπη και καλοσύνη… κάτι που, όπως υποψιαζόμαστε απο τις πρώτες στιγμές μαζί τους, πιθανότατα δεν ήταν και ποτέ στην πρώτη γραμμή της ζωής τους. Βασικά, όλη τους η ζωή ήταν δομημένη με κάποια δεδομένα που, ως θεατές, μας τρόμαξαν.
Π.χ. τα δυο τους παιδιά δεν έχουν γνώση για την ασθένεια του πατέρα τους – μάλλον δεν τα έχουν καν ενημερώσει ότι ο πατέρας τους νοσηλεύεται… Επειδή, όμως, πρέπει να το μάθουν, τα προσκαλούν να έρθουν να τον δουν και να μάθουν εκείνη την ώρα τι συμβαίνει. Η κόρη Φράνκι, μητέρα δύο αγοριών, σε μια μόνιμη φάση αποτοξίνωσης από το αλκοόλ, με έναν εξίσου προβληματικό σύντροφο, που η σχέση τους δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο ως “μπερδεμένη”, και ο γιος, που είναι το κόκκινο πανί για τον πατέρα, ειδικά μετά την παραδοχή του ότι είναι ομοφυλόφιλος και την αντικατάσταση του ονόματος του παππού του (Μαλαχίας) από το πιο εύηχο Κέρτις. Η ανακοίνωση των θλιβερών μαντάτων στα παιδιά από τη μητέρα, με καθόλου τακτ είναι η αλήθεια, ούτε τα σοκάρει ούτε μοιάζει να τα πολυενδιαφέρει… Έχουν αποστασιοποιηθει καιρό τώρα από την οικογένεια και μιλάνε κάποιες φορές με τη μητέρα τους, οπότε, όσα συμβαίνουν, τα αντιμετωπίζουν σαν να αφορούν κάποιο γείτονα, να πω…
Την όλη αμηχανία των στιγμών, εντείνει η πρόταση της μητέρας να πουνε κάτι τελευταίο καλό στον πατέρα τους, για να το “πάρει” μαζί του. Εκεί είναι που ζορίζονται πραγματικά πολύ, γιατί δεν βρίσκουν τι να πούνε, αλλά και η όλη επιθετική συμπεριφορά του Μπεν μάλλον τους κομπλάρει περισσότερο. Αντί να πούνε κάτι θετικό και να υπάρξει μια μορφή επικοινωνίας, ο πατέρας μιλάει για τη σχέση του με τη μητέρα τους – περάσαν 40+ χρόνια μαζί και μάλλον από συνήθεια, από ένα σημείο και μετά, τους προειδοποιεί για τον χαρακτήρα της, ώστε να προσέχουν και, στην ερώτηση-κλειδί γιατί έμεινε σε αυτή την αρρωστημένη σχέση, που δηλητηρίασε τους πάντες, η πλέον αμήχανη απάντηση είναι ότι πίστευε ότι αγαπούσε τη συντροφό του – πίστευε… ακόμα και τώρα δεν μπορεί να το πει στα σίγουρα. Αμέσως μετά κι ενώ ο ασθενής κοιμάται, η μητέρα, με τη σειρά της, δίνει μια δική της εκδοχή της ιστορίας της γνωριμίας και της σχέσης τους και εκεί διαπιστώνουμε πως αυτοί οι δύο ήθελαν να αγαπήσει ο ένας τον άλλο, αλλά κάτι πήγε συνολικά πολύ στραβα μεταξύ τους και έγιναν σαν δυο εχθροί, που αναγκαστικά συγκατοικούν. Και τα παιδιά; Ε, κάπου μέσα στην ιστορία προέκυψαν κι αυτά…
Όσο οι μέρες περνούν και η οικογένεια βρίσκεται στο νοσοκομείο πιο συχνά, οι συζητήσεις και οι παρεξηγήσεις μεταξύ τους αυξάνονται γεωμετρικά και βγαίνουνε, φόρα παρτίδα, μυστικά των παιδιών, που αποκαλύπτουν μια μεγαλύτερη συναισθηματική ζημιά από εκείνη που είχαμε φανταστεί. Οι γονείς, φυσικά, πάντα στη δική τους διάσταση, τα παιδιά να ψάχνουν πώς θα κλείσουν τις νέες πληγές που άνοιξαν και μοιραία όλοι θα ζητήσουν τον χρόνο τους να “θεραπευτούν” μακριά από τη μιζέρια αυτού του δωματίου. Στο μεταξύ, ο Μπεν πεθαίνει και την ημέρα της τελετής τα παιδιά έχουν άλλες δουλειές να κάνουν και δεν παρευρίσκονται εκεί. Σε ένα παιχνίδι της μοίρας, η οικογένεια θα βρεθεί ξανά όλη μαζί στο ίδιο δωμάτιο, που νοσηλεύεται μετά από έναν άσχημο ξυλοδαρμό, ο Κέρτις.
Ο Μπεν, ως πνεύμα, τους παρακολουθεί και μοιράζεται μαζί μας τις πρώτες του εικόνες από τη μεταθανάτια ζωή του – είναι μάλλον απογοητευμένος, γιατί αλλιώς τα φανταζόταν κι αλλιώς τα βρήκε. Και επιπλεόν, αρκετά από αυτά που πίστευε, βλέπει ότι μάλλον τα είχε περάσει από το προσωπικό παραμορφωτικό του φίλτρο, oπότε χρειάζεται λίγο χρόνο να σκεφτεί και να προσαρμοστεί στα καινούργια δεδομένα. Η λοιπή οικογένεια μένει όλη μαζί, πλην του Κερτις, και αυτό φυσικά δημιουργεί προβλήματα στην καθημερινότητά τους, με αποκορύφωμα την απόφαση της μητέρας να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής της στο πλάι ενός νεαρότερου άνδρα, ξοδεύοντας όλα τα χρήματα που άφησε ως κληροδότημα ο μακαρίτης! Τα δυο παιδιά διαπιστώνουν πως το επώνυμό τους, ταιριάζει απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία της οικογένειας που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν – είναι γραφτό τους όλοι να θεωρούν βασιλικότερο του βασιλέως τον εαυτό τους και να κατασπαράζουν ο ένας τις σάρκες του άλλου, για να ικανοποιήσουν την κάθε ανάγκη τους.
Η παράσταση είναι μια μαύρη κωμωδία και δεν είναι καθόλου δραματική. Από το πρώτο λεπτό, αντιληφθήκαμε πως οι δηλητηριώδεις ατάκες, οι ειρωνείες και η άνευ όρων ελεύθερη διατύπωση των σκέψεων των ηρωών θα πρωταγωνιστήσουν. Το ζευγάρι των γονιών δίνει ρεσιτάλ διαλόγων, καθώς μιλάνε πάρα πολύ και οι δυο και χρησιμοποιούν όλα τα “όπλα” τους για να αποδείξουν την ορθότητα των λόγων τους ή για να αντικρούσουν κάτι που έχει κατατεθεί ως μομφή εναντίον τους. Ο Παύλος Ευαγγελόπουλος, ως Μπεν, είναι απολαυστικός στον ρόλο του ετοιμοθάνατου άνδρα, που, ελεύθερος απο ό,τι τον κρατούσε σε πλαίσια μιας κάποιας κοσμιότητας, περιλούζει την οικογένειά του με ό,τι του έρχεται στο κεφάλι, αλλά και ως πνευμα, που διαπιστώνει πως κάπου στην πορεία ξέχασε τη σημασία της αγάπης και πλέον έχει απεριόριστο χρόνο για την επανεκτιμήσει. Η Νικολέττα Βλαβιανού, αρχικά, μου θύμισε μια αντίστοιχη κυρία στο φιλικό μου περιβάλλον – αργότερα διαπίστωσα πως δεν ήταν μια γυναίκα που παίρνει λίγο πιο χαλαρά τα πράγματα, αλλά ένας άνθρωπος που αποκλειστικά ενδιαφέρεται για τον εαυτό του και δεν έχει το θάρρος, ακόμα κι όταν αναγνωρίζει ότι κάνει λαθος, να το παραδεχτεί. Κατάφερε την αρχική μας συμπάθεια να τη γυρίσει σε θυμό και αυτό όλο το λες και μεγάλη επιτυχία – στις σκηνές με τον άρρωστο Μπεν και τους διαλόγους για την ανακαίνιση, ομολογώ πως δάκρυσα από το γέλιο – υπέροχη!
Η Ισιδώρα Δωροπούλου ενσαρκώνει την κόρη – είχε πολλές στιγμές που μοίρασε γέλιο, ενώ ταυτόχρονα κατάφερνε να είναι και γλυκιά και πολύ συμπαθής. Μέσα από τις υστερικές τις απαντήσεις στα λεγόμενα του πατέρα για τον αποτυχημένο γάμο της και τον πρώην σύντροφό της, που πάλι γελάσαμε, βγήκαν πολύ σκληρές αλήθειες για τους λόγους που έχει φτάσει ως εδώ και καταλάβαμε ότι ο όρος “δυσλειτουργική οικογένεια” για να περιγράψει το σπίτι των Lyons μάλλον κρίνεται ελλειματικός. Πάρα πολύ καλή και πειστική σε αυτό που της ζητήθηκε. Ο Γιώργος Παπαπαύλου είναι το μαύρο πρόβατο της οικογένειας και είχε πάρα πολύ γούστο ο τρόπος που προσέγγισε τον ήρωά του και ειδικότερα μου άρεσε αυτό που συνέβη στο τέλος, που όλοι είδαμε ότι με τον άνθρωπο που σιχαινόταν περισσότερο στον κόσμο (τον πατέρα του), έχει μάλλον πιο πολλά κοινά από όσα πίστευε. Εξαιρετική και η στιγμή του, στην κινηματογραφική “παρένθεση” της παράστασης, που, μαζί με τον Αλέξανδρο Βάρθη, μας έδειξαν πώς κατέληξε ο ίδιος στο νοσοκομείο, αλλά και μια κρυφή αρρωστημένη πλευρά της προσωπικότητάς του Κέρτις. Η Άρτεμις Νικολάκη κρατάει τον μικρό, αλλά κομβικό, ρόλο της νοσηλεύτριας, που είναι κοινή και στους δύο νοσηλευόμενους (σε διαφορετικούς, όμως, χρόνους), πατέρα και γιο, και οι σκηνές της αντιδικίας της με τον Κέρτις για το φρικτό φαγητό του νοσοκομείου χάρισαν πολύ γέλιο στο κοινό.
Η Ρέινα Εσκενάζυ ξανά παραδίδει μια υπέροχη παράσταση στο θεατρόφιλο κοινό της Αθήνας, παίρνοντας το καλύτερο από τους ηθοποιούς και διαχειρίζομενη στο έπακρο το κείμενο που μετέφρασε ο, πάντα πολύ καλός, Αντώνης Γαλέος και, χωρίς σκηνοθετικές φανφάρες, παρουσιάσε μια οικογένεια που δεν είναι πολυ “ξένη” στα μάτια μας, στην απόλυτη υπερβολή της, γιατί στο θέατρο όλα μεγεθύνονται για να τα αντιληφθούμε, ως κοινό, πιο έντονα. Ωραίο και πειστικό το σκηνικό του δωματίου στο νοσοκομείο, όμορφα τα ρούχα των ηθοποιών και εύστοχοι οι φωτισμοί της παράστασης.
Οι Lyons (ή μήπως Lions;) είναι μια αγέλη λιονταριών που κατοικεί στο θεατράκι στο Γκάζι, για λίγες παραστάσεις ακόμη, και πολύ εύστοχα, μέσα απο το κατάμαυρο χιούμορ της, δείχνει κάτι που δυστυχώς συμβαίνει πολύ συχνά και στους καιρούς της πανδήμιας παρουσιάζει έξαρση – κανείς δεν μπορει να επιβιώσει μόνος του και ειδικότερα χωρίς αγάπη. Όλοι έχουμε προβλήματα και δυσκολίες, σε αρκετούς έχουν στραβώσει τα πράγματα και δεν βρίσκουμε τον τρόπο να τα επαναφέρουμε, όμως αν αφήσουμε όλα αυτά να μας κάνουν να ξεχάσουμε πως με κάποιος ανθρώπους μας συνδέουν πολλά και σημαντικά, τότε το χάσαμε συνολικά το παιχνίδι… Και κάτι ακόμη – αν κάποια στιγμή νιώσουμε ότι δεν μας πηγαίνει καλά κάτι, να μην το συνεχίζουμε απο συνήθεια γιατί οι πληγές που ανοίγουν και δεν φροντίζουμε οδηγούν σε σηψαιμία… καλύτερα να πονέσουμε μια φορά και να θεραπευτούμε, παρά να μείνουμε για όλους τους λάθος λόγους και να διαλύσουμε τα πάντα γύρω μας (γιατί νομοτελειακά αυτό πάντα δεν βλέπουμε να συμβαίνει;).
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv