Sin Radio Listen, don't just hear!

Έχουμε πόλεμο, μην το γελάς, μωρό μου,
να μην αφήνεις το παράθυρο ανοιχτό.
(στίχοι από την “Ανακωχή” του Τζιμάκου)
Σε ένα νησί, κάπου στη Σουηδία, ζουν κάποιοι άνθρωποι – μια φρουρά με έναν λογαχό διοικητή, ο γιατρός και διάφοροι ακόμα αξιωματούχοι του κράτους, συν φυσικά τους μόνιμους κατοίκους. Βρισκόμαστε στο 1900 και οι δημόσιοι φορείς χαίρουν της απόλυτης εκτίμησης των πολιτών, που έχουν να αντιμετωπίσουν και έναν “υπόγειο” εχθρό, μια επιδημία που εξαπλώνεται στην περιοχή και η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να ελέγξει, επιβάλλοντας μια καραντίνα και διορίζοντας ως επικεφαλής για την τήρησή της, τον κύριο Κουρτ – παλιό κάτοικο της περιοχής, που επέστρεψε στη χώρα μετά από μακρά παραμονή στο εξωτερικό, όπου πέτυχε σπουδαία πράγματα (λένε οι φήμες…).
Παράλληλα με αυτόν τον “πόλεμο” στο νησί, μαίνεται και ακόμη ένας (υπόγειος και αυτός) του λογαχού Edgar με όλους σχεδόν τους υπόλοιπους αξιωματούχους του τόπου, τους οποίους δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι σιχαίνεται όσο τίποτα στον κόσμο και τους θεωρεί υποκριτές και διάφορα άλλα ποταπά. Αυτό έχει εξαναγκάσει και τη σύζυγό του, Alice, παλιά ηθοποιό με υποσχόμενη καριέρα, που την εγκατάλειψε για να παντρευτούν, να ζει απομονωμένη στο σπίτι, συντροφιά με το πιάνο της, παίζοντας πένθιμους σκοπούς και ακούγοντας τις μουσικές από τις δεξιώσεις από τα γειτονικά σπίτια, που κάποτε ήταν κι αυτή στην λίστα των καλεσμένων… αυτή η συνθήκη της αποξένωσης έχει δημιουργήσει ένα ακόμη πολεμικό μέτωπο, μέσα στο σπίτι αυτήν τη φορά, αφού είναι φανερό πως οι ενέργειες του άνδρα της εχουν οδηγήσει ως εδώ τα πράγματα.
Με κλειστά παράθυρα και τις κουρτίνες τραβηγμένες για να μην τους βλέπει κανείς, ετοιμάζονται να γιορτάσουν την επέτειο του γάμου τους… μάλλον ο Edgar το επιθυμεί, αφού η Alice δεν δείχνει ιδιαίτερη θέρμη. Και η εξέλιξη αυτού, είναι μια λούπα των προηγούμενων ημερών, που τα θέματα συζήτησης περιστρέφονται γύρω από τα ίδια και τα ίδια, και στην ατμόσφαιρα εύκολα μπορείς να μυρίσεις μια υποψία σήψης και μούχλας. Μια σχέση απόλυτα βαλτωμένη, καταδικασμένη από τον ιδιόμορφο χαρακτήρα εκείνου, σε συνδυασμό με την τσιγκουνιά του, και την ικανότητα εκείνης να παίζει κάθε μέρα σε μια “παράσταση”, στο σενάριο της οποίας το σπίτι διαθέτει μια οικιακή βοηθό, την οποία μαλώνει η οικοδέσποινα και ο σύζυγος φοβάται μην τυχόν και φύγει, και μια κουζίνα γεμάτη από εκλεκτά τρόφιμα και κρασιά, που θα αποτελέσουν τα γεύματά τους προσεχώς…
Ο λοχαγός είναι ασθενής, όμως δεν το παραδέχεται και η σύζυγός του, αντιλαμβανόμενη την κατάσταση, από τη μια βλέπει ως λύτρωση τον θανατό του και από την άλλη σκέφτεται με τι θα περνάει την ώρα της, αν εκείνος πεθάνει! Σε αυτήν την ωραία ατμόσφαιρα, η επίσκεψη του Κούρτ, που είναι ξάδερφος της Alice και εκείνος που τους βοήθησε να παντρευτούν, έρχεται σαν το βότσαλο στη λίμνη να ταράξει τις ισορροπίες. Ο Edgar δεν μπορεί να αντιληφθεί γιατί προτιμά την επίσκεψη σε αυτούς από τη δεξίωση του γιατρού, με τον οποίο ο Κουρτ συνεργάζεται στενά για την αντιμετώπιση της επιδημίας, και η Alice χαίρεται που επιτέλους, μετά από καιρό, μπήκε κάποιος στο σπίτι τους. Σύντομα και αυτός θα γίνει μάρτυρας της αρρωστημένης σχέσης των δύο και, άθελά του, θα πυροδοτήσει ένα ντόμινο εξελίξεων, που μοναδικό σκοπό έχουν να καταφέρει ο ένας σύζυγος στον άλλο, όσο το δυνατόν μεγάλυτερο πλήγμα, χρησιμοποιώντας κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο, αλήθειες και ψεύδη, ακόμη κι αυτόν τον ίδιο. Αηδιασμένος από όλο αυτό, καταλαβαίνει πως δεν εκτιμήθηκαν στο ελάχιστο οι όποιες δικές του καλές προθέσεις (αν υπήρξαν ποτέ κι αυτές) και από τους δύο συγγενείς του, οπότε τους ενημερώνει ότι σε όλη αυτή την αρρώστια είναι πλεόν μόνοι τους και πως ο ίδιος θα μένει εκτός. Το τέλος αυτών βρίσκει το ζευγάρι στο ίδιο καταθλιπτικό δωμάτιο, που τους πρωτοείδαμε, στις ίδιες θέσεις, να περιμένουν μια λύτρωση που έχει μόνο μια μορφή…
Μια ζωή βουτηγμένη στη ρουτίνα και τη σύμβαση, με πολλά μυστικά που υπάρχουν στον αέρα, αλλά ποτέ δεν αποκαλύπτονται, συναντάται με την αινιγματική μορφή ενός ανθρώπου από το παρελθόν, που φέρει τις πληγές και τα “κρυμμένα” του και η φυσική εξέλιξη της έκρηξης παρασύρει αρκετές από τις μάσκες που φοράνε οι ήρωες, αποκαλύπτοντας όχι φρικτά πρόσωπα, αλλά κι άλλες που έχουν γίνει ένα με τους ίδιους. Στο έργο αυτό, ο Στρίντμπεργκ τολμά, σε μια εποχή άκρατου καθωπρεπισμού, να ανοίξει την κουρτίνα και να αναδείξει προβλήματα που ο ίδιος είχε ζήσει στο σπίτι του, αλλά και γνώριζε από την ομήγυρή του. Η μεγαλομανία του Edgar, που πνίγει τα πάντα γύρω του, καθως στην πραγματικότητα είναι ένας μίζερος που έμεινε μια ζωή στάσιμος, λόγω χαρακτήρα και ανικανότητας, συναντά την υποχωρητικότητα της Alice, που θα ήθελε να έχει επαναστατήσει και να φύγει μακριά, αλλά υποτάχθηκε και έγινε ίδια, αν όχι χειρότερή του. Οι κοινωνικές διαφορές, σε συνδυασμό με τα διάφορα “πρέπει” που επέβαλλε η εποχή και ο ίδιος αναγνώριζε και καυτηρίαζε στα έργα του, βρίσκονται και εδώ.
Οι τρεις ερμηνευτές (Ιωάννα Γκαβάκου, Κωσταντίνος Μπλάθρας και ο “δικός” μας Λουκάς Κούτρας), με την καθοδήγηση του Νίκου Σπανού, βυθίζονται σε έναν κόσμο, όπου το λογικό με το παράλογο, η αλήθεια με το ψέμα, η ελπίδα με την απαισιοδοξία, το φως με το σκοτάδι, όχι απλά συνυπάρχουν, αλλά έχουν μπερδευτεί μεταξύ τους, δημιουργώντας μια αποκρουστική κατάσταση, που είναι αρκετά γνώριμη και σήμερα, εξού και η διαχρονικότητα του έργου. Με αυτό το σκεπτικό θα ήθελα να δω αυτό το κείμενο σε μια εκδοχή πιο “σύγχρονη”, και όχι όπως περιγραφεται στο έργο, και τη μετατροπή ενός ρεπερτοριακού έργου σε μια σύγχρονη τραγωδία σαν κι αυτές που εξελίσσονται καθημερινά δίπλα μας και είμαστε μη συνειδητοί πλέον θεατες ή τόσο “καμμένοι”, που έχουν πάψει να μας ενοχλούν…
Με βάση όσα είδαμε, οφείλω να ομολογήσω ότι η σκηνική σύνθεση και τα κοστούμια από τη Βασιλική Σπανού ήταν εξαίσια και υπηρέτησαν πιστά την παράσταση. Η Ιωάννα Γκαβάκου, στον ρολο της Αlice, ήταν πολύ καλή και μου θύμισε αρχαίους τραγικούς ήρωες, που είναι καταδικασμένοι να καταστρέφουν και τον εαυτό τους, την ίδια στιγμη που επεξεργάζονται το κακό άλλων. Ο Κωσταντίνος Μπλάθρας έπεισε ως μυθομανής και μικρόψυχός Εdgar, που όσο κι αν ήθελες κάποια στιγμή να τον λυπηθείς δεν στο επέτρεπε… Τέλος, ο Λουκάς Κούτρας υποστήριξε μέχρι κεραίας τον άνθρωπο-μυστήριο Κουρτ, που εμφανίζεται ως μια κάποια λύση, αλλά οδηγείται σε μια προσωπική συντριβή από τους δύο συζύγους, η οποία μάλλον εν μέρει τού λειτουργεί και ευεργετικά. Σκηνοθετικά, ο ρυθμός ακολούθησε πιστά το κείμενο και τις επιταγές ενός “κλασικού” ανεβάσματος και κρίνεται ορθός.
Συνήθως δεν παρακολουθώ κλασικά έργα και έχω μια δυσανεξία με αυτό που ονομάζουνε θέατρο ρεπερτορίου, καθώς η ατμόσφαιρά του με κουράζει στη θέασή του. Αναγνωρίζω την ανάγκη ύπαρξής του, γιατί υπάρχει ένα κοινό που το αγαπά και το υποστηρίζει και έχει μια, αντίστοιχη με τη δική μου, επιλογή προς τις διασκευές. Παραδέχομαι ευθαρσώς ότι η παράσταση στο θέατρο Αλκμήνη έχει πολλά θετικά στοιχεία και τρεις ανθρώπους επί σκηνής, που με πολλή αγάπη έχουν προσεγγίσει τους ήρωές τους και βλέπουν σαν μια “αναμέτρηση” με κάτι πολύ σημαντικό κάθε παράσταση. Για όσους αυτά τα έργα είναι αγαπημένα, η συγκεκριμένη δουλειά είναι αυτό που λέμε “must”, γιατί έχει γίνει μια υπέροχη συνολική δουλειά, που αναδεικνύει, ακόμη και σε ανθρώπους όπως εγώ, όλα εκείνα που θέλει να πει ο Στρίντμπεργκ με τόσο εύγλωττο τρόπο, που, θέλοντας και μη, σκέφτεσαι για μέρες μετά, στιγμές που είδες…
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Δεκέμβριος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv