Sin Radio Listen, don't just hear!

Τον Σεπτέμβριο του 1973, ο Αουγκούστο Πινοσέτ, Γενικός Αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων της Χιλής, ανατρέπει με πραξικόπημα τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο της Χιλής, Σαλβαδόρ Αλιέντε. Ο νέος ηγέτης, με τη συνεργασία του στρατού, θα επιδοθεί σε ένα ανεπανάλληπτο κρεσέντο βίας και διώξεων όλων εκείνων, που είχαν συμπάθεια προς τον αριστερό πρώην πρόεδρο και γενικότερα προς κάθε πολίτη που είχε δημοκρατική συνείδηση. Στα 16 χρόνια που θα κυβερνήσει τη χώρα, 200.000 άνθρωποι θα δολοφονηθούν-εξοριστούν-βασανιστούν. Εξ αυτών, 28.000 θα απαγχθούν από τις μυστικές υπηρεσίες και θα κρατηθούν σε άθλιους χώρους όπου θα υποστούν κάθε είδους εξευτελισμό-ταπείνωση, με σκοπό να ομολογήσουν τυχόν εγκλήματά τους ενάντια στο καθεστώς. Όταν, το 1990, παραδώσει την εξουσία, αφού πρώτα εξασφαλίσει διά βίου ασυλία για το άτομό του, η νέα κυβέρνηση θα θελήσει να απαλύνει τον πόνο των θυμάτων, εξαγγέλλοντας κάποια προγράμματα ερευνών για τους ενόχους που βασάνιζαν αθώους πολίτες, με απογοητευτικά αποτέλεσματα φυσικά… (Η δράση του Πινοσέτ και των υπολοίπων δικτατοριών της ίδιας περίπου περιόδου στη Νότια Αμερική, ήταν προϊόν ενός σχεδίου των Η.Π.Α, με την κωδική ονομασία “Operation Condor”, που είχε ως σκοπό να εξαφανίσει από τις χώρες αυτές κάθε πυρήνα αριστερής ιδεολογίας – τερματίστηκε, επισήμως, με το τέλος του “Ψυχρού Πολέμου” το 1990 και οι υπαίτιοι για τα εγκλήματα ενάντια σε πολιτικούς αντιπάλους και πολίτες, και στις άλλες χώρες, δεν καταδικάστηκαν ποτέ…)
Σε ένα σπίτι, στα πρόαστια της πρωτεύουσας Σαντιάγο, λίγα χρόνια μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, τοποθετείται ο σκηνικός χώρος του έργου. Η Άννα, σύζυγος του Μιγκέλ, επιφανούς δικηγόρου της χώρας και στελέχους του κόμματος που έχει κερδίσει τις εκλογές, βλέπει, στην τηλεόραση, τον διορισμό του ως επικεφαλής σε μια ακόμη επιτροπή έρευνας για τη δικαίωση των θυμάτων του προηγούμενου καθεστώτους. Ενα ποτάμι συναισθημάτων την πνίγει, καθότι και η ίδια υπήρξε θύμα και αγρίως βασανισμένη, με το παράλληλο παράπονο της αδικίας, για μια δικαιοσύνη που δεν ολοκληρώνει ποτέ το έργο της, αλλά επιλέγει τους συμβιβασμούς και τα “όμορφα λόγια” συμπάθειας. Έχει έναν εσωτερικό ανίκητο φόβο, που δεν μπορεί να ξεπεράσει, και το αίσθημα ότι κάποια στιγμή κάποιος θα θελήσει να την ξαναβλάψει.
Η αργοπορία του συντρόφου της να επιστρέψει, μεγαλώνει τους φόβους της, που σταδιακά μεταβάλλονται σε οργή για τον ρόλο όλων που δεν βγάζουν την αλήθεια στο φως. Όταν εκείνος επιστρέφει, μετά από ένα μικρό ατύχημα που είχε με το αυτοκίνητο, θα ακολουθήσει μια αντιδικία μεταξύ τους, καθώς το συναίσθημά της πως ο Μιγκέλ μεταχειρίζεται τα πάντα για την πολιτική του ανέλιξη, παραβλέποντας ότι η ίδια ακόμη κουβάλαει ένα βαρύ φορτίο, εξωτερικεύεται. Θα πεισθεί, μετά από διάλογο και μια σειρά λογικοφανών επιχειρημάτων του, ότι κι αυτό γίνεται για το κοινό τους καλό – άλλωστε όλον αυτόν τον καιρό, της έχει παρασταθεί και την έχει βοηθήσει να επουλώσει, στον βαθμό που είναι ορατό, τις πληγές της και δεν την καταπιέζει καθόλου ως προς τις ερωτικές του επιθυμίες. Δεν θα της καλοφανεί το κάλεσμα του συζύγου στον άνθρωπο που τον βοήθησε, αλλά θα το προσπεράσει. Άλλωστε, εκεί στην ερημιά δεν τους ενοχλεί ποτέ κανεις…
Ο καλός “Σαμαρείτης” θα τους επισκεφθεί αργότερα το βράδυ στο σπίτι, μιας και θα τον φέρει ο δρόμος, για να παραδώσει κάτι στον Μιγκέλ – το ζευγάρι έχει ξαπλώσει από νωρίς και ο δικηγόρος θα υποδεχθεί τον επισκέπτη με τα ρούχα του ύπνου, θα δεχτεί και τα συγχαρητήριά του για τον διορισμό και, κουβέντα στην κουβέντα, η νύχτα θα προχωρήσει και κάπως έτσι θα του προτείνει να μείνει μέχρι το πρωί στο δωμάτιο των ξένων και μην επιστρέψει σπίτι, αφού έχουν καταναλώσει και μια σεβαστή ποσότητα αλκοόλ, κάτι ο επισκέπτης αποδέχεται. Το επόμενο πρωί, θα τον βρει σε μια κάπως άβολη κατάσταση…
Η Άννα έχει αναγνωρίσει τη φωνή του, το προηγούμενο βράδυ, επισκεπτόμενη τον χώρο που κοιμόταν, και τη μυρωδιά του σώματός του – επιπλέον, η μελωδία του Σούμπερτ από το έργο “Ο θάνατος και η κόρη” που υπάρχει στο κινητό του και ακούει ο φιλοξενούμενός τους, ολοκληρώνει το παζλ. Αυτήν τη μουσική έβαζε στη διαπασών, ώστε να καλύπτει τις φωνές και τα ουρλιαχτά της, ο γιατρός που την επισκεπτόταν στον χώρο βασανιστηριών, για να εξετάσει την υγεία της και το πόσο αντέχει. Και καθώς ήταν με μια μαύρη κουκούλα διαρκώς, μπορούσε μόνο να ακούει φωνές και να μυρίζει ανθρώπους… Τώρα έχει τον γιατρό – ναι, είναι γιατρός, σύμπτωση;- στην ίδια κατάσταση, όπως και εκείνοι τότε και η τύχη του είναι στα χέρια της.
Όταν ξυπνάει ο Μιγκέλ και βλέπει τι έχει συμβεί, προσπαθεί να καταλάβει τι έχει πάθει η γυναίκα του και η πρώτη του αντίδραση σε όλο αυτό είναι να αφήσουν τον άνθρωπο να φύγει για να μην μπλέξουν… Στην ανυποχώρητη στάση της, ψάχνει να βρει έναν τρόπο να τη λογικεύσει και να “ανακαλύψει” τις προθέσεις της. Αναγκάζεται να αφήσει για λίγο το σπίτι και τότε, από την Άννα, μαθαίνουμε τι ζητάει με αυτή την ενέργειά της. Άμα τη επιστροφή του, αρχίζει μια διελκυστίνδα επιχειρημάτων μεταξύ των δύο συντρόφων, για το ορθό ή μη της πραξης και για το ποια τελικά είναι η αλήθεια και το τι θα κερδίσει από όλο αυτό η Άννα, αν θα κλείσουν οι πληγές ή θα ξαναματώσουν… Συμφωνεί να τη βοηθήσει, αναλαμβάνοντας ως δικηγόρος να πείσει τον γιατρό να “συνεργαστεί” για να λήξει όλο αυτό με τον πιο ανώδυνο για όλους τρόπο.
Σκοπός του, φυσικά, είναι να τελειώσει αυτή η παράλογη -καθ’αυτόν- ομηρία ενός αθώου και κατ’επέκταση να μην του στοιχίσει πολιτικά και κοινωνικά όλο αυτό. Σε αυτήν τη λογική βοηθάει τη σύζυγό του, αλλά και τον “φιλοξενούμενό” τους. Όλα πηγαίνουν όπως τα έχει σχεδιάσει και αναχωρεί ξανά για να πάρει το επισκευασμένο αυτοκίνητό του. Αυτήν τη φορά, η Άννα, που έχει αντιληφθεί το παιχνίδι του Μιγκέλ, ρίχνει όλες τις μάσκες του γιατρού, πατώντας στην ψευδή ιστορία που είπε στον σύντροφό της και την οποία, στην “ομολογία” του, διόρθωσε ο “φυλακισμένος” της. Τον έχει φέρει εκεί που ήθελε και οι αλήθειες πέφτουν βροχή – ήταν συνεργάτης του προηγούμενου καθεστώτος και δεν έχει μετανιώσει καθόλου γι’αυτό. Τον κρατάει στο χέρι, αυτή τώρα μπορεί, όποτε θέλει, να του καταστρέψει την ζωή, ρισκάροντας να χαλάσει και την οικογενειακή της ευτυχία και όσα έχτιζε τόσον καιρό ο σύντροφός της. Ο “καλεσμένος” αναχωρεί και όλοι συμφωνούν να συμπεριφέρονται στο εξής σαν να μην υπήρξαν ποτέ τα γεγονότα που προηγήθηκαν… ο Μιγκέλ παίρνει εύσημα και δόξα για τη νέα έρευνα που προΐσταται και η ζωή συνεχίζεται (;).
Ένα σκοτεινό “παραμύθι”, που το θύμα ψάχνει δικαίωση, ο πυρήνας του έργου. Γύρω του, θύτες που κατ’εξακολούθηση επάνω του βιαιοπραγούν, όχι με εμφανή τρόπο, αλλά με τον άλλο, που δεν αφήνει σημάδια, αλλά δεν επιτρέπει και στον βασανισμένο να βγει ποτέ από το τούνελ που βρίσκεται. Η σκηνοθεσία της Θάλειας Γρίβα σκιαγραφεί την ψυχολογική κατάσταση των ηρώων, βγάζει στο φως τις πιο ενδόμυχες σκέψεις και τα μυστικά που ίσως κρύβουν και τα τοποθετεί σε ένα πλαίσιο, που οι ρόλοι θύματος-θύτη αλλάζουν και, ταυτόχρονα, ο τόπος και ο χρόνος είναι τέτοιος που μπαίνουν παράλληλα ερωτήματα για την πίστη στα δικαιώματα του ανθρώπου – ακόμα και κάποιου που πριν λίγο καιρό δεν σεβαστηκε κανένος -, στην εμπιστοσύνη στην αστική δικαιοσύνη και τους νομικούς θεσμούς, με αντίλογο την αυτοδικία, αν έχουμε την ευκαιρία. Ακούγεται πολύ ζοφερό ως κλίμα και ιδιαίτερα δύσκολο να παρουσιαστεί, όμως το εισπράξαμε στο μέγιστο.
Η Σίσσυ Μαράθου, αφοπλιστική ως Άννα, παρασύρει τον θεατή με τα βλέμματα, την κίνηση και τις διηγήσεις της, στην ιστορία που κουβαλάει και ψάχνει απαντήσεις. Αν αποφάσιζε να σκοτώσει τον γιατρό, κανείς μέσα στην αίθουσα δεν θα την κατηγορούσε και σίγουρα θα προσφερόταν να τη βοηθήσει να εξαφανίσει κάθε ίχνος του. Ήταν τόσο δυνατη η ερμηνεία της, που μας έκανε κυριολεκτικά συμμέτοχους στον πόνο της ηρωίδας. Ο Κωνσταντίνος Δανίκας, πολύ καλός ως Μιγκέλ και προσωπικά η όλη στάση του ήρωα που ενσάρκωσε μου άφησε ένα μεγάλο ερωτηματικό – τι αγαπάει περισσότερο αυτός ο δικηγόρος, που ονειρεύεται να γίνει υπουργός: τη γυναίκα του ή την καρεκλίτσα; Τέλος, ο Στράτος Σωπύλης κατάφερε για αρκετή ώρα να μας μπερδέψει για τον αν όντως όλα ήταν συμπτώσεις ή ο ίδιος ήταν το τέρας που περιέγραφε η Άννα. Και μετά που “ξεσπασε”, με εντυπωσίασε το πόσο γρήγορα επανήλθε στο μειλίχιο ανθρώπακι που έχει επιλέξει ως περσόνα.
Η Έλλη Εμπεδοκλή φρόντισε για τα ρούχα των ηθοποιών και το εμπνευσμένο σκηνικό με τις τηλεοπτικές οθόνες, που πότε παίζουν τα τελευταία νεα, πότε φέρνουν απεικονίσεις από τις μνήμες και την ψυχή της ηρωίδας και πότε γεμίζουν “χιόνια” με έναν ερεβώδη και θολό ήχο, που συμβολίζει, σε μια ερμηνεία, την κατάσταση στο κοινωνικό γίγνεσθαι που συμβαίνουν τα γεγονότα, που περισσότερο τρομάζει τους πολίτες, παρά υπόσχεται λύσεις σε όσα τους απασχολούν. Φροντισμένοι οι φωτισμοί της Στέβης Κουτσοθανάση, που προσαρμόζονται στην ψυχοσύνθεση της ηρωίδας και στις συνθήκες κράτησης του γιατρού.
Ακόμη μια ευχάριστη έκπληξη στο 104! Ένα έργο δύσκολο, γεμάτο νοήματα και διλήμματα και τροφή για σκέψη, αφού πολλά από τα ερωτήματά του, δεν λαμβάνουν απαντήσεις, αλλά αφήνονται στην κρίση του κοινού. Η ξεχωριστή σκηνική και σκηνοθετική αισθητική της, μαζί με τις πολύ δυνατές ερμηνείες της τριάδας των πρωταγωνιστών, θα σας προσφέρουν μια θεατρική έξοδο που θα συζητάτε για μέρες μετά.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv