play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Μπεντ’ στο Θέατρο Χώρα

today22 Νοεμβρίου, 2022

Φόντο
share close

Κόιτα να δεις που έπρεπε να καβατζώσω τα 47 για να δω πρώτη φορά στη ζωή μου, ένα από τα καλύτερα θεατρικά έργα, που έχει αναφορές στις κτηνωδίες των Γερμανών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ειδικότερα σε ό,τι αφορά στους Εβραίους και τους ομοφυλόφιλους. Ναι, αυτοί οι δύο ήταν, όπως αναφέρονται, στον πάτο της ιεραρχίας του ναζιστικού καθεστώτος ως προς την αθλιότητα της ύπαρξής τους…

1934 και στο Βερολίνο στο queer μπαρ της Γκρέτα (Drag Queen της εποχής) ο Μαξ, ένας μικροαπατεώνας που πουλάει παραμύθια για τα πλούτη του, γνωρίζει έναν νεαρό αξιωματικό των Ες Ες. Αν αναρωτηθείς τι ήθελε σε ένα τέτοιο μαγαζί ένας τέτοιος άνδρας, να σε ενημερωσω ότι δεν ζητούσαν ποτέ πιστοποιητικό “ανδρισμού” για να κάνεις καριέρα στο στράτευμα και δεν είναι ο μόνος, όπως θα αποδειχθει. Ο μεθυσμένος Μαξ θα φύγει με τον νεαρό άνδρα και θα καταλήξει στο άθλιο διαμέρισμα που μοιράζεται με τον σύντροφό του, Ρούντι. Το πρωί θα αποκαλυφθεί η αλήθεια, όμως εκτελεστές από την επιχείρηση «Η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών», που θέλει λίγα λεπτά για να ολοκληρωθεί, θα χτυπήσουν την πόρτα τους, για να εκτελέσουν τον νεαρό αξιωματικό που, ως ομοφυλόφιλος, ντροπιάζει, κατά τις απόψεις του καγκελάριου Αδόλφου, το στράτευμα, το έθνος και τη Γερμανία. Ταυτόχρονα, οι δύο, Μαξ και Ρούντι, μπαίνουν στη μαύρη λίστα….

Αγνοώντας ότι η Γκρέτα έχει βοηθήσει για να στηθεί όλο αυτό το μακελειό, θα βρεθούν στο μαγαζί της, ζητώντας βοήθεια. Ο διάλογος μεταξύ τους και η κυνική παραδοχή ότι τα “λυκόσκυλα” του Χίτλερ γνωρίζουν το τι κρύβεται κάτω από την καθωσπρέπει εικόνα του οικογενειάρχη, οπότε απαιτούνται από μέρους του κάποιες “θυσίες”, που έχουν φυσικά και το οικονομικό αζημίωτο στην άκρη, είναι σοκαριστικός. Οι δύο εραστές αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την πόλη και να προσπαθήσουν, ζώντας εν κρυπτώ απο εδώ και από εκεί, να διασφαλίσουν την έξοδό τους από τη χώρα. Όταν αυτή η ζωή θα τους εξασθενίσει σωματικά και ψυχικά και θα νιώσουν τον κλοιό να σφίγγει γύρω τους, ο Μαξ θα απευθυνθεί στον μόνο άνθρωπο που τον καταλαβαίνει, τον θείο του, Φρέντυ, που κάνει μια διπλή ζωή, η οποία του εξασφαλίζει και την κοινωνική εικόνα και την αποδοχή της εύπορης οικογένειάς τους, που προτιμάει ένα καλογυαλισμένο ψέμα από την ειλικρίνεια…

Σε μια έκρηξη φιλότιμου, ο Μαξ αρνείται τη βοήθεια του θείου, καθώς αφορά μόνο σε αυτόν και όχι στον Ρούντι. Όταν λίγες μέρες μετά συλλαμβάνονται, μάλλον μετανιώνει για εκείνη την άρνηση. Στο τρένο της μεταγωγής θα γνωρίσει τον νεαρό Χορστ, που έχει συλληφθεί με την κατηγορία της ομοφυλοφιλίας και θα “προδώσει” τον Ρούντι, σε ένα παιχνίδι που θα παίξει μαζί του ο επικεφαλής αξιωματικός – ο νεαρός χορευτής θα βρει φρικτό θάνατο, καθώς, πέρα από “αδερφή”, είναι και μύωπας, κάτι που στη λογική αμοιβάδας των φασιστών σήμαινε διπλά ανίκανος, άρα αχρηστος… Το γεγονός αυτό δε θορυβεί όσο θα περίμενε ο θεατής, αφού ο Μαξ έχει σκοπό να παραμείνει, με κάθε κόστος, ζωντανός. Στο στρατόπεδο-φυλακή, όταν γίνεται η “διαλογή και η ταξινόμηση”, θα λάβει το κίτρινο αστέρι στη στολή, ως ανταμοιβή για τη στάση του κατά τη διάρκεια του “παιχνιδιού” των στρατιωτών με αυτόν και τον μακαρίτη Ρούντι, σε αντίθεση με τους ομοφυλόφιλους κρατούμενους, που “μαρκάρονται” με το ροζ τρίγωνο.

Η επαφή του με τον Χορστ και η επιδίωξή του να βρεθούν μαζί στις “εργασίες” και η επικοινωνία μαζί του, ο οποίος δεν του χαρίζεται και του καταλογίζει όσα έχει αρνηθεί, μαζί με την εν γένει συμπεριφορά του, τον υποχρεώνει να δει για πρώτη φορά καθαρά και, σε συνδυασμό με τα αισθήματα που αναπτύσσονται μεταξύ τους, να τον αλλάξει ως οντότητα σταδιακά. Η συναναστροφή τους στα κατάλυματα και εν μέσω ενός παρανοϊκού βασανιστηρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου υποχρεούνται να μεταφέρουν βαριές-μεγάλες πέτρες από τη μια άκρη του στρατοπέδου στην άλλη, όλη μέρα, με ελάχιστα λεπτά ξεκούρασης, κομποστοποιώντας με αυτόν τον τρόπο το σώμα και το μυαλό τους, τοποθετούν το μυαλό του Μαξ σε μια λειτουργική κατάσταση, όπου αντιλαμβάνεται το μέγεθος της ανηθικότητας αυτών που έκανε στο όνομα της επιβίωσης και δεν αισθάνεται πλέον καθόλου υπερήφανος γι’αυτα. Οι μήνες που αυτοί οι δύο νέοι άνδρες θα μοιραστούν στους χώρους κατάκλισης, αλλά περισσότερο σε εκείνη την αλάνα, εκτελώντας την “τιμωρία”, χωρίς να έχουν δικαίωμα να απευθυνθούν ο ένας στον άλλο ή να αγγιχτούν, παρά μόνο να κοιτάζονται, θα τους χαλυβδώσει, θα τους συγκλονίσει ταυτόχρονα και σίγουρα θα ορίσει το μέλλον τους…

Ο Πέτρος Ζούλιας είχε την ευτυχία να δουλέψει με τη μετάφραση του κειμένου από τον Γιώργο Θεοδοσιάδη και έναν πολύ καλό θίασο. Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές, Μέμος Μπεγνής (Μαξ) και Ιωάννης Αθανασόπουλος (Χορστ), δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας, αφού στο δεύτερο μέρος της παράστασης, πέραν του ότι είναι υποχρεωμένοι να κουβαλάνε κάτι πραγματικά τεράστιες πέτρες όλη την ώρα, που, όπως και να το δεις, είναι ψιλοεξοντωτικό, δεν ανταλλάσουν πολλά λόγια, αλλά πρέπει να επικοινωνούν με βλέμματα και κινήσεις.

Ο Μανώλης Θεοδωράκης, ως Γκρέτα, δίνει μια αρκετά καλή ερμηνεία σε έναν ρόλο που είναι αρκετά κομβικός για την εξέλιξη του έργου. Ο Γιάννης Σίντος, ως Ρούντι, πέρασε στην πλατεία τον συναισθηματισμό του ήρωα και την εν γένει καλοσύνη του, κάτι που έκανε τη σκηνή του βασανισμού και του θανάτου του ιδιαίτερα σκληρή για εμάς.

Οι James Rodi, Χρήστος Ζαχαριάδης, Σπύρος Δούρος και ο Δημήτρης Καραμπέτσης, ως ο θείος Φρέντυ, ανταποκρίθηκαν με πιστότητα σε όσα απαιτούνταν, δείχνοντας το ταλέντο τους και πως μπορούν υποκριτικά να σταθούν σε μια παράσταση απαιτήσεων.

Σκηνοθετικά, θα ομολογήσω πως στο πρώτο μέρος μου άρεσε περισσότερο ο ρυθμός, με τις εναλλαγές σκηνών και χώρων και ιστοριών και το δεύτερο, με τα καταναγκαστικά έργα, μου φάνηκε λίγο μεγάλο ως προς τη διάρκειά του, τόσο για τον θεατή όσο και για τους ηθοποιούς, που κουβαλάνε όλα αυτά τα βάρη – ιδανικά, θα ήθελα να το είχε “μαζέψει” λίγο. Συνολικά, μπορώ να πω ότι κατάφερε να κρατήσει έναν καλό ρυθμό στην παράσταση και, με τις οδηγίες και το όραμά του, να αποσπάσει τις ερμηνείες που προανέφερα.

Η σκηνική επιμέλεια της Μαίρης Τσαγκάρη κινείται σε πολύ δωρικούς τόνους, με στοιχεία που τοποθετούν το κοινό στην εποχή και το πνεύμα της, έχοντας συμπαράσταση σε αυτό τα κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη, που είναι προσεγμένα και εξυπηρετούν απόλυτα τη χρησιμότητά τους στην παράσταση.

Το Μπεντ έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά πολύ καλών παραστάσεων που έχει παρουσιάσει ο Πέτρος Ζούλιας στο θέατρο Χώρα. Έχει πολύ δυνατές ερμηνείες, ένα εξαιρετικό κείμενο, που σε κάποια σημεία του μοιαζει εφιαλτικά επικαίρο (δυστυχώς….) και μια συνολική αισθητική που θα αφήσει ευχαριστημένο τον θεατή που θα επιλέξει να παρακολουθήσει την εν λόγω παράσταση.

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Νοέμβριος 2022

Συντάχθηκε από: Sin Radio