play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Μοτέλ’ στο Θέατρο Τέχνης (Σκηνή Φρυνίχου)

today20 Απριλίου, 2022

Φόντο
share close

Το τοπίο ειδυλλιακό – δάσος, ορεινά μονοπάτια για πεζοπορία, μια λίμνη και θάλασσα. Σε αυτόν τον τόπο, ένα μικρό μοτέλ φιλοξενεί επισκέπτες, που επιζητούν ένα ήσυχο μέρος για τη διαμονή τους. Απέχει παρασάγγας από την πολυτέλεια και τις ανέσεις των λοιπών καταλυμάτων της περιοχής και προσφέρεται για κάποιους που δεν επιθυμούν γίνουν “ορατοί” και, παράλληλα, θα έχουν τη φροντίδα της οικογένειας που το διαχειρίζεται. Τις τελευταίες μέρες, όμως, υπάρχει στην ατμόσφαιρα μια ένταση και στο κοντινό χωριό ακούγονται διάφορα – ο λόγος για όλα αυτά είναι η δολοφονία μιας νεαρής γυναίκας στο δωμάτιο νούμερο 5. Η αστυνομία έχει πάρει καταθέσεις από όλους και ψάχνει τον άγνωστο δράστη, που εισέβαλλε στο δωμάτιο της κοπέλας και, χωρίς προφανές κίνητρο, της αφαίρεσε τη ζωή.

Μοιραία, αυτή η ένταση έχει μεταφερθεί και στην οικογένεια του ιδιοκτήτη του καταλύματος, που φοβάται τον αντίκτυπο στις κρατήσεις, που θα έχει αυτή η ιστορία. Παράλληλα, έχει και να “επισκευάσει” τις ζημιές στο δωμάτιο και δέχεται την επίσκεψη ενός συνεργάτη της αστυνομίας, που ειδικεύεται στην “αποκατάσταση” των χώρων εγκλημάτων. Ο μάστορας αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα, γιατί δεν είναι κάποιος που μένει στην ευρυτερη περιοχή και έτσι δεν γνωρίζουν ποιος πραγματικά είναι και τι άλλο μπορεί να επιδιώκει, πέρα από τις απαραίτητες επισκευές. Ο μόνος άνθρωπος που δεν συμμερίζεται τους φόβους αυτούς, είναι η Άννα, η κόρη του ιδιοκτήτη, που ο πατέρας της προσφέρει ως βοηθό στον τεχνίτη, για μην την έχει μέσα στα πόδια του.

Η Άννα είναι ένα 25άχρονο κορίτσι, που έχει το καταπληκτικό χάρισμα να μιλάει και να εκστομίζει όσα σκέφτεται, άνευ φίλτρου, με αποτέλεσμα να φέρνει σε πασιφανή αμηχανία όλον τον κόσμο που την περιβάλλει. Σίγουρα δεν την ενθουσιάζει η διαμονή σε αυτό το μέρος και μόνη της συντροφιά είναι η κολλητή της από το σχολείο, που η μητέρα της έχει ορίσει κάτι σαν προστάτη για την κόρη της. Παρά την αρχική αμηχανία, ο τεχνίτης και η Άννα θα βρουν έναν κώδικα επικοινωνίας και θα αναπτύξουν μια δυνατή σχέση, που θα δοκιμαστεί, όταν μια βραδιά, μετά από έναν περίπατο στην παραλία, η Άννα θα γράψει στο ημερολόγιό της μια φανταστική ιστορία με θέμα τους δυο τους. Παράλληλα, στο μοτέλ, μια μεσήλικη κυρία θα εμφανιστεί και ζητήσει ένα δωμάτιο, καθώς και πληροφορίες για την περιοχή και τα μέρη που θα μπορούσε να κάνει περιπάτους στην ύπαιθρο, καθως αυτό της έχει προταθεί σαν κάτι ωφέλιμο για την υγεία της.

Κι ενώ οι εργασίες στο δωμάτιο προχωρούν, η ιστορία της Άννας, μέσω της κολλητής της, φτάνει στα αυτιά των δικών της και πυροδοτεί μια σειρά εξελίξεων. Ο πατέρας ζητάει τον λόγο απο τον μάστορα και μαθαίνει ότι η αλήθεια δεν είναι αυτή που περιγράφεται στο ημερολόγιο, αλλά κάτι που συνέβη λίγες μέρες μετά, στο δωμάτιο, σε ένα διάλειμμα των εργασιών. Στον καυγά που ξεσπάει, οι δύο άνδρες έρχονται στα χέρια, με τον ιδιοκτήτη να διώχνει τον τεχνίτη και εκείνον να αντιδράει και να απορεί, γιατί μια ενήλικη κοπέλα αντιμετωπίζεται ως παιδί από την οικογένειά της. Στις αιχμές του ότι κάτι κρύβει αυτή τους η στάση, δεν θα πάρει καμία απάντηση. Το γεγονός αυτό θα διαταράξει ακόμη περισσότερο τη σχέση πατέρα-κόρης και θα φέρει έναν ακόμη καυγά. Όταν, αργότερα το βράδυ, ο τεχνίτης θα επιστρέψει στο δωμάτιο, ορμώμενος από εικόνες που έχει από άλλους χώρους εγκλήματος, θα κάνει δεύτερες σκέψεις, που θα απαιτήσουν απαντήσεις, και δη από την Άννα, που υποψιάζεται πως γνωρίζει το πρόσωπο του δολοφόνου, ως αυτόπτης ή αυτήκοος μάρτυρας.

Αυτή η επίσκεψη θα κλονίσει αρκετά τη νεαρή κοπέλα και θα φουντώσει τον θυμό του πατέρα της. Θα δημιουργηθεί μια μεγάλη ένταση και με τη γυναίκα του, η οποία έχει αντιληφθεί ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά μαζί του, μετά από μια συζήτηση που θα έχουν οι δυο τους και η μεσήλικη φιλοξενούμενή τους. Ο τεχνίτης και η σύζυγος θα φύγουν για το μπαρ του χωριού, για να πιουν ένα ποτό και να ηρεμήσουν, ενώ η Άννα θα κλειστεί στο δωμάτιό της. Εκεί, κάτω από όλη αυτή τη συναισθηματική φόρτιση, θα ανακαλέσει μνήμες προ 14 ετών, που την έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα και τη δένουν με το έγκλημα. Θα γράψει, σε ένα αποχαιρετιστήριο μήνυμα, την ιστορία στην κολλητή της και θα χαθεί στο δάσος… πίσω στο μοτέλ, η μεσήλικη κυρία αποκαλύπτει στον ιδιοκτήτη ποια είναι και τι ψάχνει. Μετά από μια έντονη φιλονικία, θα τον εξαναγκάσει να την οδηγήσει στο δάσος, εκεί που βρίσκεται η απαρχή του κουβαριού της ιστορίας. 

Σε μια ξύλινη καλύβα στο δάσος, θα βρεθούν η Άννα, ο πατέρας και η μεσήλικη γυναίκα, αλλά και ο τεχνίτης μαζί με την κολλητή και τη μητέρα της Άννας, καθώς από το μήνυμα έχουν πληροφορηθεί τι σκοπεύει να κάνει. Στην καλύβα, θα πέσουν οι μάσκες και θα φανούν οι ρόλοι του καθενός στη φρικτή αυτή ιστορία. Η κάθαρση, πέραν των φυσικών και ηθικών αυτουργών, θα έχει και παράπλευρες απώλειες και θα αφήσει πίσω όλους τους λοιπούς ήρωες με πολύ βαθιές πληγές, που είναι αμφίβολο πώς θα καταφέρουν να θεραπεύσουν…

Ένα σύμπλεγμα ανθρώπων με πολλαπλά ενοχικά σύνδρομα, σε έναν τόπο που ο χρόνος δεν έχει και τόση σημασία, αφού όλα μοιάζουν να έχουν μείνει ακίνητα και οι μέρες που περνούν απλά καταγράφονται στο ημερολόγιο. Η δίωρη διάρκεια της παράστασης δεν γίνεται καθόλου αντιληπτή, καθώς η ιστορία και η αίσθηση ότι “κάτι συμβαίνει εδώ” κρατά τον θεατή σε εγρήγορση – τα γεγονότα τρέχουν σε παρόντα χρόνο και οι απαντήσεις δίνονται μονάχα στο τέλος της παράστασης, όπου όλοι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, ανεξαρτήτως του τι έχουν βιώσει νωρίτερα, σε μορφή αφήγησης, μας διηγούνται τα ανατριχιαστικά γεγονότα 14 χρόνια πριν, τοποθετώντας έτσι, με το κλείσιμο της αυλαίας, και τα τελευταία κομμάτια που μας έλειπαν… Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου αντλεί έμπνευση από διάφορες ιστορίες που έχουμε δει σε βιβλία ή τηλεοπτικές σειρές ή στα δελτία ειδήσεων και φτιάχνει ένα έργο ολοκληρωμένο και συγκλονιστικό. Τοποθετεί τη δράση σε ένα μικρό μέρος, ειδυλλιακό θα το χαρακτήριζε κάποιος, και, χωρίς να το αναφέρει, κάνει ένα σχόλιο για την ατομικότητα και την έλλειψη ενσυναίσθησης – δεν μπορεί σε μια κοινωνία που μετράει συγκεκριμένο αριθμό μελών, κανείς να μην είδε, άκουσε, έμαθε, τόσον καιρό κάτι… και όταν έγιναν οι έρευνες, άπαντες “πέσαν από τα σύννεφα” με τον μυστηριώδη άγνωστο, που κυκλοφορεί στην περιοχή και πιθανόν να είναι ο βασικός υποπτος. Μονάχα που σε αυτή την ιστορία, οι αυτουργοί ήταν πολλοί και όσοι γνώριζαν τι γινόταν σε βάθος ετών, ακόμη περισσότεροι… Σκηνοθετικά, ντύνει τους ηθοποιούς με τον μανδύα του αντι-ήρωα, προσαρμόζοντας τις κινήσεις και τις εκφράσεις τους σε τρομαγμένου ζώου – όλοι έχουν τα θαμμένα μυστικά τους, που αρκεί η κατάλληλη ευκαιρία να βγουν μπροστά να αναπροσαρμόσουν τους όρους της καθημερινότητας. Επιλέγει άλλοτε γρήγορους ρυθμούς και επί το πλείστον ράθυμους, κάτι που ταιριάζει με τη ζωή σε ένα μέρος σαν αυτό της ιστορίας και ξαφνιάζει ευχάριστα το κοινό, με το τέλος του έργου, που παρουσιάζεται μέσα από μια διαφορετική θεατρική φόρμα, που με έναν μαγικό τρόπο έρχεται και δένει με την παράσταση πριν.

Ερμηνευτικά, ξεχωρίζει η Κλέλια Ανδριολάτου – σε μια διαρκή κίνηση, με αποτόμες μεταβολές διάθεσης και έκφρασης, λόγο που μοιάζει σαν εφήβου (αργότερα θα καταλάβουμε τη σύνδεση) και με μια ηλικία απροσδιόριστη, ακόμη κι όταν μας γνωστοποιείται. Είναι το πρόσωπο που έχει το πιο βαθύ τραύμα και το μεγαλύτερο μυστικό μέσα του και όλο αυτό μας το πέρασε… ανατριχιάσαμε στο τέλος με την αποκάλυψη του παρελθόντος και φρικάραμε. Ο Νίκος Αλεξίου, για ακόμη μια φορά, πολύ καλός, εδώ στον ρόλο του πατέρα της Άννας και ιδιοκτήτη του μοτέλ – υπήρξαν στιγμές που νομίζαμε ότι κάτι που βλέπει στην κόρη του, τον τρομάζει και θέλει να το αποφύγει, αλλά και να να μην επιτρέψει την αποκάλυψή του (ούτε καν υποψιαζόμασταν, όμως, τι) και έτσι εξηγούσαμε τη νευρώδη συμπεριφορά του. Ο Χρήστος Σαπουντζής, επίσης πολύ καλός, σε μια ερμηνεία που ξεκινάει χαλαρά και κορυφώνεται μέχρι το τέλος, που κάνει τη διήγηση των τότε γεγόνοτων, συνδέεται με όλους τους ήρωες της ιστορίας, χωρίς εκείνη τη στιγμή να το γνωρίζει και είναι ο καταλύτης που επιταχύνει την εμφάνιση της αλήθειας. Η Ιωάννα Μαυρέα, σε κομβικό ρόλο κι αυτή, με ρεαλισμό και ωριμότητα, αλλάζει τον ρου του έργου και οδηγεί στην τελική κάθαρση. Τέλος, η Κατερίνα Λυπηρίδου, στον ρόλο της μητέρας, και η Ελευθερία Παγκάλου, ως η κολλητή φίλη, με τις “παρεμβάσεις” τους, προωθούν την ιστορία και ενίοτε αλλάζουν τα δεδομένα, με τρόπο που δεν ξενίζει, αλλά χαρακτηρίζεται από καλή υποκριτική. Η εξαιρετική μουσική του Νίκου Κυπουργού δένει με τη δράση, που εξελίσσεται στο φροντισμένο σκηνικό που επιμελήθηκε ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης, μαζί με τα κοστούμια της παράστασης. Πολύ καλή δουλειά στις χορογραφίες και την κίνηση, από τον Πάρη Μαντόπουλο, και ταιριαστός ο σχεδιασμός των φωτισμών από τη Στέλλα Κάλτσου, με την ατμόσφαιρα του έργου.

Το “Μοτελ” αποτελεί μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, καθώς είναι ένα νεοελληνικό έργο που βρίσκει αναφορές στο σήμερα και δεν επιχειρεί επουδενί να “κατηχήσει” το κοινό του. Τα όποια μηνύματα περνάει η θέασή του, αφορούν διαχρονικές παθογένειες και συμπεριφορές της ελληνικής, και όχι μόνο, πραγματικότητας. Αποτέλεσμα πολύ καλής δουλειάς και εξαιρετικής διανομής, αξίζει να το παρακολουθήσει κάποιος και σίγουρα, αν είναι δυνατόν, συνέχειας και στην επόμενη χειμερινή περίοδο, καθώς ο θεατρικός χρόνος που απομένει, μέχρι το κλείσιμο και της τρίτης περιόδου της σεζόν, μάλλον είναι λίγος για μια τόσο άρτια και συγκλονιστική παράσταση!

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Απρίλιος 2022

Συντάχθηκε από: Sin Radio