play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Μηδειάζουσες’ στον Χώρο Τέχνης Ασωμάτων

today21 Δεκεμβρίου, 2021

Φόντο
share close

Αυτή η Μήδεια… τι έχει ακούσει κατά καιρούς, τι ως παράδειγμα τη φέρνουν για τις μάνες που δεν λειτουργεί και τόσο καλά το μητρικό φίλτρο και πόσα ακόμη. Επιπλέον, επειδή διασώζεται η τραγωδία του Ευριπίδη, σε τακτά χρονικά διαστήματα βλέπουμε και παραστάσεις με τον μύθο επί σκηνής και το καλοκαίρι που πέρασε είχα τη χαρά να δω την εκδοχή του Μπόστ και πέρασα καταπληκτικά εκείνο το βράδυ.

Η τύχη τα έφερε, λίγο πριν αποχαιρετήσουμε το 2021, να δω μια ακόμη παράσταση, βασισμένη στη γνωστή ιστορία. Εδώ έχουμε τη σύμβαση του θεάτρου μέσα στο θέατρο – βλέπουμε μια ομάδα να προετοιμάζεται να ανεβάσει μια παράσταση που έχει στοιχεία της Μήδειας, αλλά η συγγραφέας θέλει να προσδώσει και προσωπικές “πινελιές”, με αποτέλεσμα αυτό που εύκολα φαντάζεται κάποιος… κάτι που μοιάζει σαν, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι και δεν μπορείς και να το περιγράψεις!

Σε αυτήn την κατάσταση, βάλτε μια σκηνοθέτη που κάθε τρεις και λίγο παίρνει διορθωμένα κείμενα και αλλάζει διαρκώς τα όσα σκέφτεται. Τους ηθοποιούς που παίζουν στηn παράσταση και πρέπει να μαθαίνουν συνεχώς άλλες ατάκες και μια φροντίστρια-φωτίστρια-σκηνογράφο, γενικών καθηκόντων, που πρέπει όλους αυτούς να τους έχει υπό έλεγχο και παράλληλα να ετοιμάζει τα πάντα, ώστε να λειτουργήσουν σωστά στην πρεμιέρα, που είναι σε 4 μέρες. Ναι, καλά το διάβασες, σε τέσσερις μέρες. Σε όλον αυτό τον κακό χαμό, προσθέτουμε και μια αντικατάσταση της τελευταίας στιγμής, από μια λαϊκή τραγούδιστρια που ψάχνει μια νέα πορεία και το πράγμα έρχεται και δένει.

Από το λίγο που κατάλαβα, η όλη δράση του έργου συμβαίνει εκτός Αθηνών, σε κάποια πόλη της Πελοποννήσου (υποπτεύομαι, για προφανείς λόγους, Κόρινθο). Εξαρχής, επίσης, γίνεται αντιληπτό πως η ομάδα των ανθρώπων που θα ανεβάσουν αυτό το έργο, δεν είναι επαγγελματίες ηθοποιοί, αλλά άνθρωποι που αγαπούν το θέατρο και κάνουν κάποιες παραστάσεις. Έχουν τη γνώση ότι δεν είναι τίποτα “τέρατα υποκριτικής” και το ομολογούν, όταν συζητάνε για τις προσδοκίες τους από το ανέβασμα που ετοιμάζουν – έτσι μαθαίνουμε ότι προτιμούν, στη φάση που έχουν φτάσει τα πράγματα, να μην γίνει η πρεμιέρα, γιατί δεν θα αντέξουν το κράξιμο κι αυτήν τη φορά! Έχουν, σαφέστατα, ο καθένας τα θεματάκια του και πιστεύουν πως η μόνη λύση για να σωθεί η παράσταση είναι να αυτοσχεδιάσουν στη δεύτερη πράξη, έτσι ώστε, μέσα στον κακό χαμό, να τραβήξουν τα βλέμματα οι όποιες προσωπικές αρετές τους. 

Η πρεμιέρα πηγαίνει όπως ακριβώς θα μπορούσε κάποιος να περιμένει – ατάκες προστίθενται στο έργο, ποιήματα άσχετα με το έργο απαγγέλλονται, πτώματα που δεν προβλέπονται εμφανίζονται επί σκηνής, κάποιοι άλλοι ,για να μην έχουν και πολύ συναίσθηση του τι θα συμβεί, αποφασίζουν να το ρίξουν από πριν στα πιώματα και να βγουν τέρμα σουρωμένοι και, στο επιστέγασμα της καταστροφής, έρχεται και μια Πάολα (η γνωστή καλέ, η λαϊκιά) να κάνει σύνδεση της ιστορίας της Μήδειας με ένα από τα σουξέ της (όχι η ίδια, η τραγουδιάρα που είπαμε πιο πάνω).

Ευτυχώς για τη σκηνοθέτιδα, όλο αυτό είναι ένας εφιάλτης και, ξυπνώντας, βλέπει τον θίασο γύρω της να την κοιτάει με απορία. Ευτυχισμένη που δεν το έζησε όλο αυτό πραγματικά, σκέφτεται πως η λαϊκή πινελιά δεν θα ήταν και τόσο κακό ως σκηνοθετικό εύρημα.

Οι Μηδειάζουσες είναι μια παράσταση που δεν παίρνει πιο σοβαρά απ’ όσο χρειάζεται τον εαυτό της και το διασκεδάζει, με τη γνώση του τι είναι και τι στίγμα αφήνει πίσω της. Έχει πολλά μικρά καρφιά που εκτοξεύει προς το “σοβαρό” θέατρο – απλήρωτες πρόβες, άνθρωποι για χίλιες δουλειες με μισθό μισού εργαζόμενου, προχειρότητα, εμπνεύσεις και “διασκευές” σε κλασικά κείμενα, που μόνο ο δημιουργός του καταλαβαίνει την ωφελειά τους, και άλλα τόσα. Σατιρίζει όλη αυτήν την κατάσταση και παράλληλα γελάει με το ίδιο της το δημιούργημα, αφού γνωρίζει πως οι άνθρωποι που υποτίθεται θα έστηναν μια παράσταση, είναι συγκλονιστικά ακατάλληλοι για αυτό που επιθυμούν να κάνουν και όλο αυτό το κάνει με μια σοβαρότητα πολύ αξιέπαινη. Θα μπορούσε η ομάδα να παρουσιάσει 11 καρικατούρες, προξενώντας ακόμη περισσότερο γέλιο, αλλά εμείς βλέπουμε καθημερινούς ανθρώπους, με τις ιδιοτέλειες και τις “πετρίες” τους που πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν κάτι εξαιρετικό. Στα δικά μου μάτια, αυτό ήταν κάτι πολύ οικείο, αφού μην πούμε ψέματα, το συναντάμε στην καθημερινότητά μας συχνά – στην πολιτική ζωή του τόπου δε, ο θεός της κωμωδίας μάς έχει προικίσει με αρκετούς τέτοιους χαρακτήρες, διαχρονικά και διακομματικά.

Η Κωνσταντίνα Ρουμελιώτη έγραψε ένα έργο, για να κάνει ένα σχόλιο σε αυτό που ονομάζουμε θέατρο (αυτό πιστεύω εγώ). Επέλεξε να το παρουσιάσει με μια σκηνοθεσία στα όρια της απουσίας σκηνοθέτη, αφήνοντας τους συνεργάτες της να προσθέσουν δικά τους στοιχεία στους ρόλους, κρατώντας η ίδια, όμως, το γενικό πρόσταγμα και περιχαρακώνοντας τα όρια. Πέτυχε να δείξει τη γενικότερη προχειρότητα που υπάρχει στον χώρο και στη ζωή μας ειδικά τα δύο τελευταία χρόνια – η παράσταση ανέβηκε φέτος μετά την περσινή αναβολή της, οπότε όλο αυτό που ζήσαμε συν ό,τι μπορει να συνέβη στις ζωές όλων, ίσως πέρασε στην παράσταση.  Δεν θεωρώ ότι είναι τόσο απλό να δείξεις επί σκηνής μια κατάσταση που τη ζεις και τη γνωρίζεις, χωρίς να την “ξεχειλώσεις” για να γίνει πιο αστεία ή να την μετριάσεις για να μην εκθέσεις το “σπίτι” σου.

Τα παιδιά που παίζουν στην παράσταση, δεν μπορώ να τα κρίνω αυστηρά, γιατί δεν είναι επαγγελματίες, αλλά απέδωσαν πολύ καλά ως ομάδα και καταφέραν αρκετές φορές να μας κάνουν να γελάσουμε με τα “κατορθώματά” τους ως πρωταγωνιστές της παράστασης που δημιουργείται. Σίγουρα η παρουσία ενός “γνωστού” θεατρόφιλου, που πηγαίνει σε διάφορα θέατρα και γελάει χαρακτηριστικά (τον έχουμε ξαναδεί και σε άλλες κωμικές παραστάσεις και είχαμε μια μικρή συζήτηση μαζί του πριν την παράσταση, απο την οποία πιστοποιήσαμε πως έχει μια δική του οπτική για το γέλιο και την έκφρασή του σε δημοσιους χώρους, που δεν συμφωνούμε, αλλά δεν τον κρίνουμε), πέραν της “ευφορίας” που δημιούργησε σε μερίδα αυτών που κάθονταν κοντά του, μάλλον αποσυντόνισε τα παιδιά, αφού ο εν λόγω άνθρωπος τράβηξε την προσοχή από τους πραγματικούς πρωταγωνιστές. Ακόμη και έτσι κέρδισαν επάξια για την προσπάθειά τους το χειροκρότημά μας, καθώς μας χάρισαν χαμόγελο και 90 λεπτά ευχαρίστησης.

Υ.Γ. Ο Γιώργος Μαυράς, που είχε αναλάβει τη σκηνοθεσία μαζί με την Κων/να, και που τόσο ξαφνικά “έφυγε” και είχα τη χαρά να τον γνωρίσω σε συνέντευξη που είχε πραγματοποιηθεί στο στούντιο, θα λείπει πάντα από αυτόν τον θεατρικό χώρο….

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Δεκέμβριος 2021

Συντάχθηκε από: Sin Radio