play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Eίδαμε την παράσταση ‘Μήδεια’ στο Κατράκειο Θέατρο

today21 Ιουλίου, 2023

Φόντο
share close

Ο Ευριπίδης, ένας από τους τρεις σπουδαίους αρχαίους τραγωδούς, αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση, αφού, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουμε, δεν προερχόταν από μια εύπορη οικογένεια (κάτι που προκαλούσε την ειρωνεία από τους σύγχρονούς του), δεν ήταν ιδιαιτέρως κοινωνικός και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με φιλοσόφους και σοφιστές της εποχής του, γεγονός που εντοπίζεται και στα έργα του, που βρίθουν νεωτερισμών και ξεφεύγουν από την πεπατημένη των λοιπών τραγωδών – αυτό το τελευταίο, για πολλούς μελετητές του έργου του, ήταν και η αιτία που, παρά τις πολλές συμμετοχές του σε δραματικούς αγώνες, κατάφερε να κερδίσει την πρώτη θέση μόνο τέσσερις φορές… Ως τραγωδός, παρουσίασε ήρωες που δεν ενεργούσαν υποκινούμενοι από κάποια θεϊκή απόφαση ή παρέμβαση (όπως συνέβαινε σε άλλους ποιητές), αλλά κυρίαρχο στοιχείο των δράσεών τους ήταν η σκέψη και ο συναισθηματικός τους κόσμος, που συχνά βρισκόταν σε σύγκρουση αντίθετων δυνάμεων. Συχνά, στέκεται με κοινωνική κριτική απέναντι στους σύγχρονούς του, και στη Μήδεια, πίσω από την αρχέγονη διαμάχη αρσενικού – θηλυκού, αυτό που εμμέσως σχολιάζει είναι η σταδιακή μετατόπιση της τότε κοινωνίας από εκείνα που εξασφάλιζαν τη συνοχή, π.χ. θρησκεία, σε πιο υλιστικές καταστάσεις με την παράλληλη απαξίωση της πνευματικής καλλιέργειας και την υιοθέτηση λόγου για εντυπωσιασμό, κενό, όμως, περιεχομένου (θα αποδειχθεί πως η κριτική του ήταν σωστή, καθώς όλα αυτά τα φαινόμενα οδήγησαν, δυο δεκαετιες σχεδόν μετά, στην κατάρρευση της πόλης και την παρακμή της).

Η Μήδεια είναι μέρος από μια ενότητα έργων που παρουσίασε ο ποιητής το 431 π.Χ. (οι τραγωδίες Φιλοκτήτης, Δίκτυς και το σατυρικό δράμα Θερισταί, που σώθηκαν αποσπάσματά τους, τα υπόλοιπα έργα της τετραλογίας) και κατέλαβε την τρίτη θέση. Η πολιτική κατάσταση της εποχής ήταν λίγο ιδιαίτερη, καθώς βρισκόμαστε λίγο πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου και, στην πόλη της Αθήνας, πέραν του Περικλή, έχουν εμφανιστεί και διάφοροι καιροσκόποι δημαγωγοί, που λειτουργούν κάτω από αδιευκρίνιστα κριτήρια. Οι Αθηναίοι βρίσκονται εν βρασμώ και οτιδήποτε αφορά στη Σπάρτη και τους συμμάχους της (π.χ. Κορίνθιοι) αποτελεί κόκκινο πανί για το θυμικό τους. 

Για τον μύθο της Μήδειας, υπάρχουν διάφορες εκδοχές, από τη στιγμή που φεύγει με τον Ιάσονα και τα παιδιά τους από την Ιωλκό. Ο Ευριπίδης παίρνει την εκδοχή που τοποθετεί το ζευγάρι στην Κόρινθο και τον Ιάσονα να ετοιμάζεται να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά Κρέοντα, που αποφασίζει να εξορίσει τη Μήδεια από την πόλη μαζί με τους γιους της. Η δολοφονία της μέλλουσας νύφης και του πατέρα της, μέσα από τα μάγια της Μήδειας, θα πυροδοτήσει μια σειρά εξελίξεων, με τελικό αποτέλεσμα τον θάνατο των δύο μικρών αγοριών – η επικρατέστερη άποψη τότε ήταν πως τα παιδιά κατακρεουργήθηκαν από τον όχλο ως τιμωρία για τον θάνατο του Κρέοντα (αυτή η εκδοχή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής για τον λόγο που προαναφέραμε). Ο Ευριπίδης ανανεώνει τον μύθο, βάζοντας την ίδια τη μητέρα να διαπράττει τη δολοφονία, αλλά να γλιτώνει, χάρη σε θεϊκή παρέμβαση – είναι η πρώτη φορά σε τραγωδία, που ήρωας θα κάνει κάτι τόσο φρικτό και δεν θα τιμωρηθεί…

Η παράσταση ξεκινάει με την τροφό των παιδιών, που διηγείται στο κοινό ότι ο Ιάσονας ετοιμάζεται να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά – σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, δεν θεωρείται δίγαμος, αφού δεν είναι επίσημα παντρεμένος με τη Μήδεια, που δεν είναι ελληνικής καταγωγής, αλλά ξένη και τα παιδιά του θεωρούνται δικά του μεν, χωρίς δικαιώματα δε, αν ο ίδιος το αποφασίσει, λόγω της ξενικής καταγωγής της μητέρας (μια ωραία ατμόσφαιρα δηλαδή) και τον παιδαγωγό που σπεύδει να την ενημερώσει πως ετοιμάζονται να την εξορίσουν από την πόλη πριν τους γάμους. Οι νεαρές γυναίκες της Κορίνθου (στην ουσία, η κοινή γνώμη της εποχής) ζητάνε από την τροφό να πείσει την απατημένη Μήδεια, που βρίσκεται κλεισμένη στο δωμάτιό της και καταριέται τον κόσμο όλον, διαλύοντας ό,τι βρίσκει μπροστά της, να βγει έξω να της μιλήσουν, να τα πει σε κάποιον, μπας και ηρεμήσουν λίγο τα μέσα της.     

Μόλις βγαίνει στο φως και ξεκινάει να συζητά με τις κοπέλες, παρουσιάζεται ο βασιλιάς, που της ζητά να τα μαζέψει και να φύγει, καθώς είναι ανεπιθύμητη. Εκείνη τον πείθει να της δώσει μια μέρα περιθώριο για να ετοιμαστεί και ταυτόχρονα επεξεργάζεται πώς θα τιμωρήσει όλους όσοι εμπλέκονται σε αυτήν την απόφαση. Στη συνέχεια, ο Ιάσονας περνάει από εκεί και διαπληκτίζεται μαζί της, φτάνοντας στο σημείο να της χρεώσει ότι η ίδια φταίει για ό,τι της συμβαίνει. Με τη βοήθεια του Αιγέα (του γνωστού βασιλιά της Αθήνας), η Μήδεια βρίσκει καταφύγιο για την αναχώρησή της. Αμέσως μετά, πείθει τον Ιάσονα πως κατάλαβε ότι είναι μάταιος κόπος η αντίσταση και του ζητάει να κρατήσει τα αγόρια τους κοντά του, καλοπιάνοντας τη μέλλουσα γυναίκα του με δώρα, που θα της δώσουν τα παιδιά. Τα δώρα είναι δηλητηριασμένα και σκοτώνουν νύφη και βασιλιά – όταν τα νέα φτάνουν στην πόλη και ο Ιάσονας τρέχει να βρει τη Μήδεια να της ζητήσει τον λόγο, διαπιστώνει ότι τα παιδιά του είναι δολοφονημένα (από τη μάνα τους) και βλέπει την ίδια να αναχωρεί με το άρμα του Ήλιου για την εξορία της, αφήνοντάς τον πίσω μόνο, να θρηνεί για ό,τι του συνέβη.

Στο έργο υπάρχουν δύο πόλοι – ο ένας εκφράζεται από τους άνδρες και ο άλλος από τη Μήδεια. Ο χορός ακούει και σχολιάζει, χωρίς να παίρνει θέση υπέρ κάποιου. Σύμφωνα με όσα πρεσβεύουν οι πρώτοι και συμφωνούν τα πρότυπα της εποχής (και όχι μόνο), κυρίαρχοι των ζωών όλων είναι οι άνδρες· οι γυναίκες έχουν αποστολή την τεκνοποιία, την ενασχόληση με το σπίτι και τίποτα παραπάνω. Σε αυτό, η Μήδεια υψώνει ανάστημα, αποκαθηλώνοντας τον “ηρωικό” Ιάσονα, την ώρα του διαλόγου τους, όταν, με επιχειρήματα, του αποδεικνύει πως για όσα επαίρεται και δοξάζεται, αν δεν τον βοηθούσε η ίδια, δεν θα είχαν συμβεί ποτέ. Επίσης, στις αιτιάσεις του περί μη πατρίδας, που ευθύνεται αποκλειστικά η Μήδεια (λες και μόνη ενήργησε στην Ιωλκό), που τον “υποχρεώνουν” να βρει εκεί ένα σπίτι και μια πόλη να διοικεί σε μελλοντικό χρόνο (δύσκολη δουλειά…), πράγματα που η ίδια δεν τα αντιλαμβάνεται, καθώς ελαφρά τη καρδία παράτησε τους δικούς της και το έσκασε μαζί του, αντιπαραβάλλει λόγια του και ιερούς όρκους σε ονόματα θεών και ηθικούς κώδικες, που έχουν μεγαλύτερη αξία από τα υλιστικά αγαθά που της αναφέρει, που σήμερα είναι και αύριο χάνονται. Σε αυτή τη διαμάχη, οι γυναίκες της Κορίνθου, μια ταυτίζονται με τον Ιάσονα και μια με τη Μήδεια, για να αρθρώσουν στο τέλος αυτό που θέλει το κοινό να ακούσει – όσο κι αν βρίσκουν ορθά πολλά από αυτά που η Μήδεια αναφέρει, αυτές πιστεύουν ότι πρέπει να δεχτούν την κοινωνική πραγματικότητα και να υποταχθούν, όπως αρμόζει, στις επιθυμίες της εξουσίας. Παρόλο που έχει γνώση για τον καιροσκοπισμό του Ιάσονα, που έχει μάθει πως ο ίδιος ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ “ήρωας” και θεωρεί τον γάμο μια εμπορική πράξη, κατ’ουσίαν, για την εξασφάλισή του, απαρνούμενος τα περί ιερότητας και τα όσα πίστευαν οι τότε άνθρωποι για την αμοιβαιότητα και την αξία του, δικαιώνοντας εμμέσως τη Μήδεια, που νωρίτερα έχει χαρακτηρίσει τον γάμο ως μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση δουλείας για τις γυναίκες (φυσικά, αυτά τα λέει μια γυναίκα χωρίς πατρίδα και όχι μια Ελληνίδα, κάτι που δείχνει την επίδραση της διδασκαλίας των σοφιστών στο έργο, αφού πρώτοι αυτοί μίλησαν για τον οικουμενικό άνθρωπο, που δεν δεσμεύεται από πατρίδες, άρα είναι ελεύθερος να πράττει, έξω από συμβάσεις του τόπου που γεννήθηκε).

Η Μήδεια, ως ηρωίδα, έχει μια πολυσχιδή προσωπικότητα και ένα ειδικό βάρος, καθώς έχει καταγωγή από Θεό και βασιλική οικογένεια, έχει μια άνεση με τον θάνατο (έχει σκοτώσει αρκετές φορές για να πετύχει τον στόχο της), γνωρίζει την τέχνη της μαγείας (σήμερα μας φαίνεται λίγο αστείο, αλλά σε μια εποχή που είχαν θεοποιήσει τα φυσικά φαινόμενα, ακουγόταν πολύ σημαντικό), αισθάνεται, σε σχέση με τις υπόλοιπες γυναίκες, εαυτόν ίσο ή και καλύτερο των ανδρών, δεν χάνει ποτέ την ψυχραιμία της και, παρόλα αυτά, έχει μια εσωτερική πάλη λογικής και συναισθήματος, που εκφέρει μεγαλόφωνα, χαρίζοντας μια από τις πιο δυνατές στιγμές του έργου. Αυτή η γυναίκα, που ξεφεύγει από οτιδήποτε γνωρίζουμε και δημιουργεί μια κατηγορία από μόνη της, σίγουρα αποτελεί στοίχημα το να παρουσιαστεί με επιτυχία σε κάθε ανέβασμα του έργου. Η Λέα Μαλένη επέλεξε τη Μαρία Κίτσου για τον ρόλο και έχουμε την αίσθηση πως δικαιώθηκε.

Η Μήδεια της παράστασης που είδαμε, είχε τη φωνή, τον δυναμισμό, το εκτόπισμα που αντιστοιχεί σε μια τέτοια ηρωίδα. Είχε, όμως, και κάποια στοιχεία υπερβολής στις αντιδράσεις της (λίγα ευτυχώς) που ξένιζαν γιατί συγκρούονταν με όσα “έχτιζε” μέχρι εκείνη τη στιγμή η Μαρία Κίτσου. Είναι αντιληπτό ότι ακολουθούσε σκηνοθετικές επιταγές, οπότε ως προς αυτό το κομμάτι της δίνουμε άλλοθι, καθώς ο/η ηθοποιός είναι εργαλεία, επί σκηνής, των σκηνοθετικών οδηγιών. Ήταν μια αρκετά καλή παρουσία και ανέδειξε υποκριτικά τα σημεία του έργου που ήθελαν οι συντελεστές να τονίσουν. Δίπλα της, ως Ιάσονας, ο Φάνης Μουρατίδης ήταν ακόμη μια φορά ερμηνευτικά συνεπής, παρότι στον πρώτο διάλογό του με τη Μήδεια κάποιες λέξεις δεν τις ακούσαμε και τόσο καθαρά. Μας άρεσε πολύ ο χορός, που αποτελείται από τις Αλίκη Αβδελοπούλου, Στέλλα Ράπτη, Έλενα Χατζηαυξέντη, Μυρτώ Παπά Αργυροπούλου, Γωγώ Παπαϊωάννου & Μυρτώ Καστρινάκη Μεϊτάνη, τόσο κινησιολογικά όσο και ερμηνευτικά – φωνητικά. Αρκετά καλός στο πέρασμά του, ως Κρέοντας, ο Λαέρτης Μαλκότσης, ενώ οι Ελένη Καστάνη (τροφός), Θοδωρής Κατσαφάδος (παιδαγωγός), Βαγγέλης Αλεξανδρής (Αιγείας) και Αλμπέρτο Φάις (Αγγελος), αξιολογούνται ως επαρκείς, χωρίς να μας έμεινε κάτι που να θυμόμαστε από την παρουσία τους.

Η σκηνογραφία του Γιώργου Γαβαλά έκλεψε τις εντυπώσεις, καθώς ήταν ευρηματική, πολύ λειτουργική και περιείχε αρκετούς συμβολισμούς – π.χ. ο χώρος που χρησιμοποιεί η Μήδεια, ως κατοικία, στην αρχική του θέαση, μου έκανε περισσότερο ως τόπος μαρτυρίου – φυλακή, παρά ως δωμάτιο φιλοξενίας μιας αρχοντοπούλας και συνειρμικά με προδιαθέτησε άσχημα για όποιον την υποχρέωσε να ζει εκεί. Τα κοστούμια της παράστασης ήταν όμορφα, καλαίσθητα, όχι απολύτως της εποχής του έργου, αλλά δεν ενόχλησαν. Πολύ καλή η δουλειά, από τον Χρίστο Θεοδώρου, στη μουσική διδασκαλία και τη Φρόσω Κορρού στην κίνηση. Σκηνοθετικά, μου άρεσε αρκετά η προσέγγιση από τη Λέα Μαλένη, που επέλεξε να ξεκινήσει την παράσταση με την ηρωίδα της κυριολεκτικά στο “πάτωμα”, καταδεικνύοντας, όσο εξελισσόταν το έργο, την αντίθεση σε αυτό που αντιπροσωπεύει και είναι ως σύμβολο η Μήδεια (δεν μιλάω για την παιδοκτονία, αλλά για όλα τα υπόλοιπα) και εκείνο που πρεσβεύει η κυρίαρχη πατριαρχική εξουσία, με την απαξίωση, που δεν της αναγνωρίζει ό,τι έχει θυσιάσει μέχρι στιγμής, ούτε καταγωγή, ούτε αξία, ούτε συναισθήματα… Η επιλογή να αναδυθεί από τον τύμβο – δώμα η Μήδεια και να σταθεί ψηλά, αντικρίζοντας – αντιμετωπίζοντας όλους τους υπόλοιπους στο “πραγματικό” τους μέγεθος, ήταν αυτο που με ενθουσίασε. Στα υπόλοιπα, πιστεύω ότι υπήρξαν κάποιες αστοχίες – υπερβολές, στον σκοπό όμως να προβληθεί πιο εύγλωττα το μήνυμα της παράστασης – δεν χρειαζόταν αυτό· το κοινό έχει πλεον την αντίληψη να καταλαβαίνει περισσότερα απ’ όσα λέγονται επί σκηνής.

Συνολικά, η Μήδεια που είδαμε, είναι ένα εγχείρημα, που στο μεγάλο μέρος του κοινού θα αρέσει. Εξασφάλιση για αυτό αποτελεί το αναγνωρίσιμο, ελέω τηλεόρασης, σχεδόν όλων των ηθοποιών. Ταυτόχρονα, αυτό αποτελεί και μια παγίδα, αφού αρκετοί θα περιμένουν να δουν κάτι διαφορετικό ή κάτι που έχουν ξαναδεί – αυτο νομίζω ότι συμβαίνει στους δευτεραγωνιστές που δεν είναι, ως ρόλοι, τόσο δουλεμένοι όσο εκείνοι της Μήδειας και του Ιάσονα, οπότε νιώσαμε πως ερμηνευτικά τους είχαμε “ξανασυναντήσει”. Πέραν αυτών, η παράσταση είναι πολύ ενδιαφέρουσα, συστήνει σε κοινό, που ίσως δεν έχει ξαναδεί, μια τετοια ηρωίδα και μπορεί εύκολα να προκαλέσει το ενδιαφέρον για περαιτέρω έρευνα ή και για συζητήσεις για τα μηνύματα που εκπέμπει.

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Ιούλιος 2023

Συντάχθηκε από: Sin Radio