Sin Radio Listen, don't just hear!

Το σωτήριο έτος 1942, δύο νέοι άνθρωποι, ο Λέοναρντ και η Βάιολετ, σε μια μικρή πόλη της Αγγλίας, το Μπαθ, περνούν την πρώτη τους νύχτα μαζί, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Αυτός είναι υπάλληλος στο τοπικό κρεοπωλείο και εκείνη δουλεύει στο μαγάζι της οικογένειάς της (κάτι σαν τα σημερινά μίνι μάρκετ). Ο Λεόναρντ, την επόμενη μέρα, φεύγει για να πολεμήσει και σε αυτήν την τελευταία βραδιά τους, ζητά από τη Βάιολετ να του ορκιστεί πως θα τον περιμένει να επιστρέψει και, όταν εκείνη διστάζει, της ζητάει να τον παντρευτεί… Ένας βομβαρδισμός της πόλης αναστατώνει τους δύο νέους και αφήνει στη μέση τη συζήτησή τους, αφού προέχει η ασφάλειά τους.
21 χρόνια μετά, σε ένα πάρκο της πόλης, ο Λέοναρντ περιμένει τη Βάιολετ, για να της μεταφέρει ένα όχι τόσο ευχάριστο νέο… Το κορίτσι αυτό, η νεανική του αγάπη, δεν έχει αλλάξει καθόλου, σε αντίθεση με αυτόν, που η αιχμαλωσία του από τον ιαπωνικό στρατό έχει αφήσει σημάδια, παρότι ο πόλεμος έχει τελειώσει χρόνια τώρα. Εκείνη έχει παντρευτεί και έχει δύο παιδιά. Ζει μια αρκετά καλή ζωή, σε ένα σπίτι με ανέσεις, και έχει προχωρήσει τη ζωή της, σε αντίθεση με εκείνον που μετακόμισε από το Μπαθ στο Λούτον και φρόντιζε τη μητέρα του, μέχρι τον θάνατό της πριν λίγες ημέρες. Έχει επισκεφθεί την πόλη για να ζητήσει από τη Βάιολετ να έρθει στην κηδεία, μιας και αγαπούσε πολύ τη μητέρα του – με αφορμή αυτό, ζητά και μαθαίνει όλη την ιστορία για τον γάμο της με τον Τομ, έναν τραυματία πιλότο, που γνώρισε στην οικογενειακή επιχείρηση, λίγο πριν το τέλος του πολέμου. Ρωτάει να μάθει για τη ζωή της, τον γάμο, τα παιδιά της και στη φωνή του διακρίνει κανείς ένα παράπονο, που το κάνει να φαίνεται πιο σπαρακτικό η στάση της Βάιολετ, που δεν θέλει να δώσει απαντήσεις ή δεν συμμερίζεται όσα λέει ο παλιός αγαπημένος της και το μόνο που προβάλλει ως επιχείρημα είναι κάποια γράμματα που επιστράφηκαν τότε, ως μη αποδιδόμενα σε άγνωστης διεύθυνσης παραλήπτη… Οι δυο τους χωρίζουν, σε μια μάλλον αμήχανη κατάσταση, με εκείνον να της υπενθιμίζει ότι ποτέ του δεν την ξέχασε και εκείνη να μην απαντάει ξανά, προβάλλοντας πάλι κάποια δικαιολογία.
Η τρίτη πραξη παίζεται στο μικρό διαμέρισμα του Λέοναρντ, στο Λούτον, εν έτει 2002, 39 ολόκληρα χρόνια μετά την τελευταία τους συνάντηση. Αυτός, πλέον, ηλικιωμένος και άρρωστος και αυτή χήρα, συγγραφέας ενός best seller, που αφορά στην νεότητά της στο Μπαθ, με τα παιδιά της να έχουν τις δικές τους οικογένειες (ο γιος στη μακρινή Αυστραλία και η κόρη στο Λονδίνο). Ο Λέοναρντ περίμενε αυτήν την επίσκεψη, παρότι δεν είχαν πολλές επαφές, αλλά πάντα μάθαιναν τα νέα ο ένας του άλλου και έχει κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να ευχαριστήσει την καλεσμένη του. Η Βάιολετ, έχοντας μείνει μόνη, βρήκε τον χρόνο για να ξαναδεί τη ζωή της και να πάρει κάποιες γενναίες αποφάσεις, αντιλαμβανόμενη τυχόν λάθη του παρελθόντος. Στο μικρό σαλονάκι, η συζήτηση, με αφορμή το βιβλίο της και την εξέλιξη του Μπαθ, περιστρέφεται στα γεγονότα του τότε και τα τοπόσημα της ζωής τους και καταλήγει με μια καθυστέρηση 60 ετών στην υπόσχεση του τότε… να προσέχει για πάντα ο ένας τον άλλο.
Η ιστορία του κειμένου ακολουθεί μια γραμμική εξέλιξη στον άξονα της σχέσης δύο ανθρώπων, που ο πόλεμος επηρέασε στο μέγιστο τις ζωές τους – μια υπόσχεση που η Βάιολετ φοβήθηκε να δώσει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αισθάνεται υπεύθυνη για τη μη τήρησή της, η καταγγελία από τον Λέοναρντ και το ξύσιμο της πληγής, που υποθετικά έχει κλείσει, και η απροθυμία (ή δειλία;) για ακόμη μια φορά απο μέρους της να πει κάτι πειστικό ή να αποδείξει όσα μπορεί ενδόμυχα να πίστευε, αλλα δεν εφάρμοσε ποτέ και τέλος η συμφιλίωση των δύο και πρωτίστως της Βάιολετ, με τα λάθη που έχει κάνει σε παρελθόντα χρόνο, η αποδοχή τους και η εκπλήρωση έστω και στο παρά ένα, όσων φοβήθηκε κάποτε.
Πλημμυρισμένη στο συναίσθημα η παράσταση, ακολουθεί πιστά το ύφος του συγγραφέα Νικ Πέιν, ο σκηνοθέτης και μεταφραστής Λεωνίδας Παπαδόπουλος, παρουσιάζοντας την ιστορία δύο απλών ανθρώπων, που οι συγκυρίες, σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα του καθενός, διαμόρφωσαν τις ζωές τους. Στους σταθμούς/σκηνές της παράστασης, πετυχαίνει να μας δώσει ομαλά, στο πλαίσιο του θεατρικού χρόνου πάντα, τη μετάβαση των ηρώων σε τρεις διαφορετικές ηλικίες/περιόδους. Με τη χρήση των κατάλληλων κοστουμιών σε κάθε εποχή (η Δομνίκη Βασιαγεώργη επιμελήθηκε), τα έπιπλα και τον περιβάλλοντα χώρο (Michelangelo Bevilacqua, ο υπεύθυνος) και φυσικά των χαρακτηριστικών που αποκτάνε οι άνθρωποι σε καθεμιά από αυτές, ο θεατής πείθεται ότι βλέπει τη διαδρομή αυτών των ανθρώπων.
Η Ναταλία Άννα Βασιλέκα, ως Βάιολετ, δίνει τον καλύτερο εαυτό της στη σκηνή του πάρκου, όπου καλείται να απαντήσει σε ένα ‘γιατί’, που δεν έχει ούτε την ενσυναίσθηση ούτε την αντίληψη να καταλάβει, προβάλλοντας μικροαστικά κλισέ και δικαιολογίες της σειράς, απέναντι σε έναν παθιασμένο και, ταυτόχρονα, αμήχανο Λέοναρντ. Στις δύο άλλες πράξεις, η αμηχανία και η αναποφασιστικότητά της υπήρχαν, αλλά όχι όπως θα περιμένα να τις δω.
Ο Παύλος Σταυρόπουλος, ως Λέοναρντ, δίνει “ρέστα” ως υπέργηρος στην τρίτη σκηνή, ενώ και στις άλλες δύο είναι πολύ καλός, ως πηγή όλης της συγκίνησης του έργου, αφού στα μάτια μας υπάρχει ένας ερωτευμένος άνδρας, που έχει απέναντί του μια γυναίκα, που, χωρίς να είναι εκ φύσεως δειλή, δεν τολμά την υπόσχεση, αρχικά, και, σε δεύτερο χρόνο, δεν έχει πίστη και ελπίδα…. για εμένα ακόμη και σήμερα η στάση της ηρωίδας αυτής είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό σε όλη τη παράσταση, καθώς δεν μπορεί να μην αντιλαμβάνεται πως εκείνος δεν κατάφερε ποτέ να βρει τον τρόπο να προχωρήσει, ενώ αυτή, στην πρώτη ευκαιρία, το έκανε και μάλιστα έψαξε στο περιβάλλον του και άλλοθι…
Αισθάνομαι πολύ τυχερός που κατάφερα και παρακολούθησα μία απο τις τέσσερις παραστάσεις του έργου, που μας επισκέφθηκε από την όμορφη Καβάλα, που γνώρισα αυτό το έργο και που έφυγα απο Ι.Μ.Κ, γεμάτος από καλό θέατρο και συναισθήματα.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Νοέμβριος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv