Sin Radio Listen, don't just hear!

Τη δεκαετία του ’90, με τη μόδα των ελληνάδικων να είναι στα φόρτε της (κάθε γειτονιά είχε και το δικό της) και τη μανία της μετατροπής όλων των διαθέσιμων μαγαζιών σε τέτοια, είναι αντιληπτό ότι για κάποιον που δεν άκουγε τέτοια μουσική, η έξοδός του κάποιο βράδυ ήταν μια περιπέτεια, καθώς, αν δεν ήξερε την ακριβή τοποθεσία των ελάχιστων μαγαζιών που έπαιζαν ξένη μουσική και πρόσφεραν ένα στοιχειώδες “πολιτισμένο” περιβάλλον, ήταν μια μικρή Οδύσσεια. Εν έτει 1996, όντας, υπηρετώντας τη στρατιωτική μου θητεία, βρέθηκα στην όμορφη Δράμα και ήταν μια πραγματική κόλαση για μένα όλο αυτό, καθώς παντού άκουγες ελληνικά, από τα πιο γνωστά μέχρι κάτι συγκλονιστικά άγνωστα και προφανέστατα υποψήφια για το βραβείο του “Χρυσού Σκύλου” – κάπως έτσι έγινα κοινωνός αυτής της μουσικής και, αφού δεν μπορούσα να το αποφύγω, προσπαθούσα να το διακωμωδώ (ευτυχώς, βρήκα ένα ωραίο στέκι με καλή μουσική, που μπορούσα να πηγαίνω στις εξόδους μου).
Με τα μπουζούκια και τα νυχτερινά μαγαζιά, δεν έχω επίσης πολλές σχέσεις – δεν τα ακυρώνω, έχω πάει 3-4 φορές στη ζωή μου και πέρασα μάλλον ωραία, γιατί είχαμε καλή παρέα και θα ήθελα κάποια στιγμή, για την εμπειρία, να επισκεφτώ ένα από τα λεγόμενα “σκυλάδικα”, όχι φυσικά της Αθήνας, αλλά αυτά της επαρχίας που ο χρόνος έχει σταματήσει 30 χρόνια πριν…
Αν μου έλεγε κάποιος ότι η ευχή μου θα γινόταν πραγματικότητα σε ένα θέατρο, θα του σύστηνα μάλλον να αλλάξει αγωγή ή και γιατρό ακόμη! Και όμως, εδωσε ο Παντοδύναμος και το έζησα και τούτο!
Παρασκευή βράδυ, μπαίνουμε στο Tempus Verum στο Γκάζι και, από τα πρώτα λεπτά, κάτι στην ατμόσφαιρα είναι διαφορετικό απ’ ό,τι συνήθως. Και το προσωπικό, ντυμένο 90s (φουλ της παγιέτας!) και στα ηχεία, ελληνικά εκείνης της εποχής και τραπεζάκια στο φουαγιέ, με στυλ νυχτερινού μαγαζιού (με όλα τα παρελκόμενα επάνω). Άμα την είσοδό μας στην αίθουσα, βρίσκομαι σε μια πίστα! Νέον ταμπέλα του μαγαζιού, μας πληροφορεί ότι το μαγαζί ονομάζεται Κόλαση και μια “τραγουδιάρα” μάς υποδέχεται, με διαχρονικά λαϊκά σουξέ και μας εύχεται καλή διασκέδαση, υποσχόμενη ότι θα φροντίσει η ίδια γι’ αυτό. Σε μια γωνιά, ένας μπουζουκτζής, αμίλητος, που κουρδίζει το όργανο… γιατί δεν παίζει, ρε παιδιά;
Η παράσταση ξεκινάει και σβήνουν τα φώτα της ταμπέλας και υποδεχόμαστε 3 κορίτσια, γύρω στα 30, που κοιτούν με απορία τον χώρο και αναρωτιούνται τι μέρος είναι αυτο και τι στην ευχή γυρεύουν εδώ; Όλες για κάπου αλλού ξεκίνησαν και, επειδή μάλλον έχουν χάσει κάτι επεισόδια, προσπαθούν να βάλουν σε μια σειρά τις σκέψεις τους, πιάνοντας την ιστορία της η καθεμιά από την αρχή, ελπίζοντας πως σιγά σιγά θα μάθουμε όλοι τι τους έχει συμβεί. Κάπως έτσι, μας συστήνεται η πρώτη κοπέλα που, από την εφηβεία της, παλεύει με την κατάθλιψη – κανείς δεν βλέπει ότι υπάρχει πρόβλημα και ερμηνεύει τα σημάδια με τον γνωστό “μπακαλίστικο” τρόπο και, αν θιχτεί η λέξη γιατρός, εκεί είναι που βγαίνουν όλες τις παθογένειες τύπου “τι θα πει ο κόσμος; ότι είμαστε τρελοί;” και μέσα σε όλο αυτό να σου κι ένας γάμος και ένα παιδί και μια μητρότητα, που δεν μπορεί να διαχειριστεί και ένας σύζυγος-πατέρας του παιδιού, που μονάχα ζητάει και δεν βλέπει τίποτα… Η δεύτερη είναι ένα εξωστρεφές άτομο, με έντονη προσωπικότητα, που έχει αποδεχτεί τον εαυτό της και γνωρίζει ότι υπάρχει κάτι σκοτεινό μέσα της, που τη στρέφει ενάντια στον εαυτό της συχνά-πυκνά – δεν ξέρει πώς να το διαχειριστεί και τη φέρνει σε ακραίες καταστάσεις, όμως ούτε αυτή έχει αναζητήσει τη βοήθεια κάποιου ειδικού. Η ζωή της, όπως τη μονολογεί, είναι αρκούντως πιο ενδιαφέρουσα από της προηγούμενης και προκαλεί μεγάλη εντύπωση πώς μια τέτοια προσωπικότητα έχει καταλήξει σε αυτό το στέκι. Η τελευταία, που μπαίνει με φόρα και επιλέγει, ενώ μονολογεί, να απευθύνεται και στις άλλες δύο τα δικά της, είναι ένα άτομο από αυτά που τα λες “φωτεινά”, με φοβερή αίσθηση του χιούμορ, με αυτοσαρκαστικές τάσεις, που δεν φαίνεται να παίρνει τη ζωή και πολύ στα σοβαρά και, με τις ιστορίες της, προσφέρει γέλιο στους θαμώνες και χαμόγελα στις υπόλοιπες κοπέλες – επιμένει πως αυτή σίγουρα έχει βρεθεί από λάθος του ταξιτζή εδώ, αφού άλλη διεύθυνση του έδωσε και αλλού την πήγε! Όσο περνάει η ώρα και φρεσκάρονται οι μνήμες και εμπλουτίζονται οι ιστορίες, τα 3 κορίτσια συνδέουν τα σκόρπια κομμάτια και φτιάχουν την τελική της μεγάλη εικόνα η καθεμία. Ίσως τελικά να μην βρέθηκαν και τόσο κατά λάθος εκεί, αφού οι τελευταίες τους κοινές αναμνήσεις μάλλον το επιβεβαιώνουν – δεν εμπλέκονται επουδενί οι ιστορίες τους, απλώς έχουν μια τελευταία κοινή ανάμνηση όλες.
Από τη θλίψη στο γέλιο και ξανά βουτιά στο μαύρο, για να αναδυθούμε στο φως και να μείνουμε τελικά κάπου στη μέση, σε μια γκρίζα ζώνη να παρακολουθούμε 3 νέες γυναίκες, που σίγουρα δεν θα έπρεπε να βρίσκονταν εκεί, αλλά αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Η Κρίστελ Καπερώνη, σκηνοθετικά, έστησε μια παράσταση, “παντρεύοντας” κομμάτια από τρία έργα της Λένας Κιτσοπούλου (το Πράσινο μου Φουστανάκι, τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. και τον Κατάθλα – στο τελευταίο άλλαξε από άνδρικό σε γυναικείο τον ρόλο), με μεράκι, φαντασία, πολύ ωραίο ρυθμό, γεμάτη ευαισθησία κι όλα αυτα κάτω από τον μανδύα μιας μαύρης κωμωδίας. Στο υπέροχο σκυλάδικο “Η Κόλαση”, δια χειρός Στέφανου Λώλου, εμφανίζει 4 υπέροχους ερμηνευτές, ντυμένους με γούστο και φροντίδα από τον Σπύρο Σαββίνο, 3 κορίτσια και ένα αγόρι.
Ο βουβός Πέτρος Δημητρακόπουλος συνοδεύει με το μπουζούκι του τα λόγια των ηρωίδων, επιλέγοντας κάθε φορά και κάτι που να ταιριάζει με όσα ακούγονται, συμμετέχοντας έτσι ενεργα στην παράσταση! Η Ηρώ Πεκτέση, που μας υποδέχτηκε στην αίθουσα με την υπέροχη φωνή της, η Τζωρτζίνα Λιώση και η Νάστια Βραχάτη, πέραν της χημείας που έχουν επί σκηνής, είναι καθόλα εξαιρετικές σε αυτό που παίζουν και πιστώνονται αναμφίβολα την επιτυχία που γνωρίζει η παράσταση. Είναι αυτή η παρουσία τους, που και τα μικρά “νεκρά” διαστήματα του κειμένου (δύσκολο να ενωθούν αψεγάδιαστα 3 τέτοια έργα), τα κάνουν να φαίνονται χαριτωμένα και να μην ενοχλούν καθόλου τον θεατή. Το επίσης πολύ δυνατό στοιχείο της παράστασης είναι ο τρόπος που σου περνάει όλη η πληροφορία, μέσα από τους καταιγιστικούς μονολόγους των τριών, που, διανθισμένοι με ένα πικρό και συνάμα σκληρό χιούμορ, σε κάνουν να νιώσεις όλα τα συναισθήματά τους και σίγουρα να ταυτιστείς σε κάποια απ’ όσα ακούς, αφού είναι κοινοί τόποι.
Το «Με σιχάθηκα, αλλά και πάλι όχι εντελώς» ξεκίνησε ως μια πανέξυπνη ιδέα, μετουσιώθηκε σε μια άκρως ενδιαφέρουσα παράσταση και επιβραβεύει, με τη θέασή του, το κοινό που θα επιλέξει για την έξοδό του να επισκεφθεί το Tempus Verum.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2023
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv