Sin Radio Listen, don't just hear!

Ξεκινάω λέγοντας ότι θεωρώ τη Μαρία Ναυπλιώτου μία από τις καλύτερες ηθοποιούς της χώρας – πέραν αυτού, το όλον της παρουσίας της διαχρονικά και ο τρόπος που διαχειρίζεται τη ζωή και την εικόνα της, την έχουν ανεβάσει πολύ ψηλά συνολικά στην εκτίμησή μου. Την πρωτοείδαμε στη λατρεμένη “Αίθουσα του Θρόνου” και από τις παραστάσεις που την έχω παρακολουθήσει θυμάμαι πάρα πολύ έντονα αυτή του καλοκαιριού του 2006, “Ιφιγένεια η εν Ταύροις” του Ευριπίδη, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη, με την ίδια να είναι απλώς συγκλονιστική, ως Ιφιγένεια.
Είχαμε σημειώσει στο “μπλοκάκι”, από την ανακοίνωση της παράστασης πίσω στο 2018, να τη δούμε οπωσδήποτε ως Μαρία Κάλλας στο Μaster Class. Η σύντροφός μου είχε διαβάσει αρκετά για το πρώτο ανέβασμα του έργου το 1995 (ολοκλήρωσε 2 χρόνια μετά, με σχεδόν 600 sold out παραστάσεις και πολλά βραβεία για τους πρωταγωνιστές του), καθώς για την αναβίωσή του το 2011, που βραβεύτηκε ως το καλύτερο “δεύτερο” ανέβασμα έργου στο Broadway – και καθώς έχει ασχοληθεί αρκετά με τη Μαρία Κάλλας, θεωρούσε ότι το έργο ήταν λίγο αυστηρό ως προς τον τρόπο που την παρουσίαζε. Εδώ να σημειώσω πως έχω γνώση για το ποια ήταν η Μαρία Κάλλας και πόσο σπουδαία θεωρείται, όμως δεν έχω ακούσει ούτε ένα λεπτό κάτι από τις παραστάσεις που έχει συμμετάσχει και δεν έχω επαρκή γνώση για να αντιληφθώ πλήρως γιατί θεωρείται κορυφαία σε αυτό που έκανε (επίσης, όπως έχω πει και παλιότερα, είχα την ευτυχία να έχω γείτονα σε μεγάλη ηλικία, τον κύριο Χρήστο Κατωπόδη – πρωταγωνιστή στην ιστορική φωτογραφία με τα λουλούδια – που έκοψε από τους κήπους πέριξ της πλατείας- που δίνει στην Κάλλας, το καλοκαίρι του 1964, μετά την εκτός προγράμματος εμφάνισή της στην κεντρική πλατεία της πόλης στις Γιορτές Λόγου και Τέχνης. Μου είχε μιλησει για αυτήν τη βραδιά, την αίσθηση που του άφησε και το έναυσμα που έδωσε σε αυτόν, έναν φτωχό πλανόδιο κουλουρά, να ψάξει και να ασχοληθεί με την όπερα, όπως και για τον έτερο συντοπίτη μου, τον Πέτρο Μάλφα, που, συγκινημένος από το “δώρο” της στους απλούς Λευκαδίτες, της χάρισε το πολυαγαπημένο καναρίνι του…).
Την παράσταση μάς δόθηκε η ευκαιρία να τη δούμε πρόσφατα, λίγο πριν περάσει στην ιστορία των πολύ επιτυχημένων παραστάσεων, στο θέατρο Παλλάς, μια Τρίτη εν μέσω αναβολών λόγω πανδημίας. Αγαπημένος προορισμός το εν λόγω θέατρο, ευγενέστατο το προσωπικό, όπως πάντα, και πολύ εξυπηρετικό, πήραμε θέση και αδημονούσαμε να ξεκινήσει. Το σκηνικό πολύ λιτό – ένα πιάνο, μια καρέκλα, ό,τι χρειάζεται μια αίθουσα διδασκαλίας.
Βρισκόμαστε στο Julliard School, στη Νέα Υόρκη, τη φημισμένη ακαδημία τεχνών που ιδρύθηκε το 1905. Ο χρόνος είναι στα μέσα δεκαετίας του ’70, λίγο πριν τον θάνατο της μεγάλης ντίβας. Εχει προσκληθεί για να δώσει ένα Μaster Class μάθημα στους σπουδαστές της σχολής. Ειναι σχολαστική και θέλει το ακροατήριό της να την παρακολουθεί με προσοχή. Ζητάει ο χώρος που γίνεται το μάθημα να έχει κάποια μικρά πραγματάκια που έχει ζητήσει για την άνεσή της (ένα υποπόδιο και ένα μαξιλάρι, όχι τίποτα πολυτέλειες) και ο υπεύθυνος μάλλον τα έχει αμελήσει εντελώς. Αυτός που πληρώνει το μάρμαρο είναι ο πιανίστας – συνοδός της, που έχει τη συγκατάβαση να δέχεται όλα αυτά με χαμόγελο, αφού γνωρίζει ότι χαίρει της εκτίμησής της.
Η καλύτερη σοπράνο επί σκηνής – ο μύθος αυτοπροσώπως. Λογικό το δέος των σπουδαστών, που θα έρθουν να τραγουδήσουν μπροστά της. Και αυτή, σε όσα τους λέει, παρόλη την αυστηρότητα, πάντα σωστή και χωρίς ίχνος υπερβολής. Με αφορμή τις άριες που επιλέγουν να τραγουδήσουν οι σπουδαστές, η Κάλλας ταυτίζεται με τις ηρωίδες των στίχων και ταιριάζει κομμάτια από τη δική της ζωή με τη δική τους. Μαθαίνουμε για τις δυσκολίες που είχε ως παιδί και τη συμπεριφορά που αντιμετώπιζε από τη δεσποτική μητέρα της, την πείνα και τις κακουχίες που πέρασε, τα μαθήματα στο ωδείο που πρωτοξεκίνησε. Και μετά, την αμφισβήτηση, στην αρχή, που εξελίχθηκε σε πανηγυρική αποθέωση από τους πάντες, την προδοσία από τον έρωτα της ζωής της και όσες θυσίες έκανε, χωρίς να εκτιμηθούν από εκείνον, αντιλαμβανόμενη τα κίνητρα της Μήδειας, που η ίδια, λόγω ευγένειας, δεν θα αποτολμούσε ποτέ κάτι αντίστοιχο. Προδοσία, πόνος, δάκρυα, ένα μεγάλο αναπάντητο γιατί και στο τέλος μια κατάθεση ψυχής για το πώς αντιλαμβάνεται τον χώρο του θεάτρου και την τέχνη – το πώς πρέπει να αντιμετωπίζει ο καλλιτέχνης αυτό που κάνει και το τι επιστρέφει στον κόσμο από αυτό που εισπράττει, ένα μεγάλο μάθημα ηθικής.
Αντιλήφθηκα, με το τελευταίο χειρόκροτημα, τον λόγο που αυτή η παράσταση γνωρίζει τέτοια επιτυχία και έχει το ονοματεπώνυμο της πρωταγωνίστριάς της. Νιώσαμε πως είχαμε την ίδια την Καλλας απέναντί μας εκείνο το βράδυ. Η Μαρία Ναυπλιώτου έχει ενδυθεί την ηρωίδα της και μας κάνει ένα ταξίδι στη λιγότερο φωτεινή πλευρά της ζωής της, αυτή που κρατούσε δική της, ενώ παράλληλα μεταδίδει τη γνώση αυτού που λέμε class, το ιδιαίτερο στυλ που σε κάνει να ξεχωρίζεις. Η ίδια μάς εκμυστηρεύεται πως πέθαινε ή ζούσε την απόλυτη ευτυχία σε κάθε παράσταση, μαζί με τις ηρωίδες που καλούνταν να ερμηνεύσει. Τελείωνε η παράσταση και εκείνη ακόμη ζούσε τον ρόλο… Εκτός σκηνής, είχε επιλέξει να είναι γλυκιά και αυστηρή ταυτόχρονα, πάντα κομψή και καλοντυμένη, γιατί γνώριζε ότι όλοι είχαν τα μάτια τους πάνω της.
Είναι όμως μια γυναίκα πλέον που έχει χάσει τη φωνή της, έχει μεγαλώσει και αυτό φαίνεται στο πώς αντιμετωπίζει τον κόσμο γύρω της και έχει μπει σε μια κάψουλα που αισθάνεται προστατευμένη – αυτή η κάψουλα θα ραγίσει, όταν η νεαρή Σάρον θα της πει με αφοπλιστική ειλικρίνεια πως όλη αυτή η υπέρμετρη αυστηρότητα, πηγάζει από το γεγονός πως δε μπορεί πλέον να τραγουδήσει, συνδυαστικά με το ότι έχουν παρέλθει τα χρόνια της νεότητας, με όσα κουβαλούσαν μαζί τους. Εκεί, η ίδια αντιλαμβάνεται αυτήν την αλήθεια και αυτοψυχαναλύεται μπροστά μας, δείχνοντας πως, πίσω από την καλογυαλισμένη βιτρίνα, κρυβόταν όλον αυτόν τον καιρο ένα κορίτσι με τεράστιες ανασφάλειες και πολλαπλά “τραύματα”.
Το έργο καθαυτό, μετά τη θέαση της παράστασης, το βρήκα λίγο “προσβλητικό” για την ίδια την Κάλλας – ανατρέχοντας σε αρχειακό υλικό, είδα πως στα σεμινάρια, που όντως έγιναν στο Julliard, η εικόνα της ήταν πολύ διαφορετική. Απλά ντυμένη, πάντα χαμογελαστή, με τα γυαλάκια της που την έκαναν να θυμίζει ακόμη περισσότερο καθηγήτρια και μαρτυρίες ανθρώπων που παρακολούθησαν ως κοινό αυτα τα μαθήματα, αλλά και των σπουδαστών που ανήκαν στους 25 τυχερούς τότε, δίνουν μια εκ διαμέτρου αντίθετη εικόνα. Για κάποιον δικό του λόγο ο συγγραφέας, επέλεξε να δώσει μια, σε σημεία, “ξινή”, στα όρια της στρίγγλας, Κάλλας, για μεγαλώσει πιθανόν, το δραματικό του αποτελέσματος, όταν πέφτουν τα τείχη και η ίδια αποκαλύπτει τις πιο εσωτερικές της βαθιές πληγές…
Στην παράστασή μας, οι συντελεστές ακολούθησαν κατά γράμμα το κείμενο και την παρουσίασαν όπως ακριβώς έγραψε ο κύριος Terrence McNally. Εξαιρετική η μετάφραση από τον Στρατή Πασχάλη, που έδωσε ένα ρέον κείμενο, με πολύ καλά ελληνικά. Ωραίο και λιτό το σκηνικό που επιμελήθηκε η Όλγα Μπρούμα και μας έπεισε πως έτσι είναι οι αίθουσες που γίνονται μαθήματα μουσικής. Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου, καλοσχεδιασμένοι και έδωσαν το χρώμα που απαιτούσε το έργο. Στα κοστούμια, την ευθύνη έχει η Σταματία Μέγκλα και ήταν πραγματικά πολύ φροντισμένα και ταιριαστά, ειδικά το φόρεμα της Μαρίας Ναυπλιώτου, που έχει σχεδιάσει ο Βασίλης Ζούλιας, είναι “του ονείρου”!
Το έργο μπορεί να έχει 4 πρόσωπα, όμως κατ’ ουσίαν λειτουργεί ως μονόλογος. Απόλυτη πρωταγωνίστρια, σε μια καθηλωτική ερμηνεία, που καταφέρνει να καλύψει όλες τις “αδικίες” και τα λάθη του έργου και να παρασύρει όλο το κοινό, η Μαρία Ναυπλιώτου. Ομολογώ πως πήγα στο θέατρο για να δω αποκλειστικά την ίδια, αφού, για κάποιο λόγο, η όπερα και το λυρικό τραγούδι μού είναι πολύ “ξένα” ως ακούσματα (αντιλαμβάνομαι, ωστόσο, πλήρως και τη δυσκολία του και το πόσο υψηλή τεχνική διαθέτουν όσοι ασχολούνται) και, φεύγοντας, ήμουν σε μια κατάσταση “βρε, μήπως κάνω λάθος;” Ήταν μια απόλυτη, κυριολεκτικά, ερμηνεία, που δεν νομίζω ότι εχω ξαναδεί κάτι αντίστοιχο στα όσα χρόνια παρακολουθώ θέατρο, από άλλη γυναίκα ηθοποιό.
Οι δύο κοπέλες που υποδύονται τις μαθήτριες, η ηθοποιός Εύα Γαλογαύρου και η υψίφωνος Λητώ Μεσσήνη ήταν υπέροχες. Ο μουσικός Πέτρος Μπούρας, ως πιανίστας-βοηθός, ήταν πολύ καλός και γλυκύτατος στην ερμηνεία του, ενώ μια πιο κωμική νότα έδωσε ο “βοηθός” σκηνής Δημήτρης Ψύλλος, που είχε επιφορτιστεί και με τον άχαρο ρόλο να μας υπενθυμίσει στην αρχή και μετά το διάλειμμα ότι πρέπει να κλείσουμε τα κινητά και να φοράμε σωστά τη μάσκα μας.
Η σκηνοθεσία του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου έμεινε πιστή στο πνεύμα του έργου, αλλά με τις οδηγίες του έδωσε στη Μαρία Ναυπλιώτου τη δυνατότητα για αυτήν τη μεγαλειώδη ερμηνεία, που επισκιάσε τα πάντα, κάτι το οποίο το πιστώνεται 100%. Μας έδωσε μια πραγματική ντίβα επί σκηνής, που στις πιο τρυφερές στιγμές της ομολογεί τις αλήθειες όλων όσοι βάζουν μεγάλους στόχους και κάνουν τα πάντα για να τους πετύχουν – αυτό που όλοι φανταζόμαστε: ότι δηλαδή γίνονται η τέχνη τους και ζουν μέσα από αυτήν και, όταν κατεβαίνουν από τα φώτα, επιστρέφουν σε μια πραγματικότητα, που πολλές φορές είναι πολύ σκληρή και τους συντρίβει (συγκλονιστικό το κομμάτι στο έργο που η Κάλλας μονολογεί για όσα δεν είναι, όταν βρίσκεται μπροστά στο κοινό – τα μισά από όσα λέει είναι πράγματα που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αλλά στην τραυματική εικόνα που η ίδια έχει για το άτομό της).
Είμαι ευτυχής στον υπέρτατο βαθμό που καταφέραμε να δούμε, έστω και στο πάρα ένα, αυτήν την παράσταση. Πιστεύω πως θα μείνει στην ιστορία των εξαιρετικών παραγωγών· κάποτε θα μιλάμε γι’αυτήν στις επόμενες γενιές. Πολλές ευχαριστίες σε όλους όσοι δούλεψαν για την πραγματοποίησή της, για αυτό που μας πρόσφεραν και ειδικά ένα πελώριο ευχαριστώ στη Μαρία Ναυπλιώτου που, για μια ακόμη φορά, ξεπέρασε τις προσδοκίες μας και μας έδειξε πως δεν τη θεωρούμε τυχαία την καλύτερη ηθοποιό της γενιάς της.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Ιανουάριος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv