play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Λοκαντιέρα’ στο Θέατρο Τέχνης

today28 Μαρτίου, 2026

Φόντο
share close

Ο Κάρλο Γκολντόνι αποτελεί μία από τις πιο καθοριστικές μορφές της ιταλικής δραματουργίας, καθώς υπήρξε ο μεταρρυθμιστής της commedia dell’arte, μετατοπίζοντας το θεατρικό βάρος από τον αυτοσχεδιασμό σε ένα δομημένο δραματουργικό σύστημα χαρακτήρων και κοινωνικών σχέσεων. Στο έργο του, η ανθρώπινη συμπεριφορά απογυμνώνεται, μέσα από λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις και μια ειρωνική, συχνά δηκτική, ματιά προς τα ήθη της ανερχόμενης αστικής τάξης.

Η «Λοκαντιέρα» (La Locandiera, 1753) συνιστά ίσως το πιο εμβληματικό δείγμα αυτής της μεταβατικής γραφής, καθώς είναι μια κωμωδία χαρακτήρων, όπου η ηρωίδα, η δυναμική και ευφυής Μιραντολίνα, μετατρέπεται σε σκηνικό πεδίο σύγκρουσης ταξικών, έμφυλων και ερωτικών στρατηγικών. Κι έτσι ο Γκολντόνι οικοδομεί μια δραματουργία εξουσίας, όπου το φλερτ δεν είναι παρά μηχανισμός επιβολής και η επιθυμία λειτουργεί ως εργαλείο κυριαρχίας.

Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από τη Μιραντολίνα, ιδιοκτήτρια πανδοχείου, η οποία απολαμβάνει να γοητεύει τους άνδρες που την περιβάλλουν, όπως έναν μαρκήσιο, έναν κόμη και, κυρίως, έναν μισογύνη ιππότη που αρνείται πεισματικά κάθε συναισθηματική εμπλοκή, δηλώνοντας ότι μισεί τις γυναίκες. Το παιχνίδι ανατροπών που στήνεται, οδηγεί σε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αποπλάνηση και την αυτοπροστασία, με την ηρωίδα να διατηρεί, μέχρι τέλους, τον έλεγχο του «θεατρικού» της μικρόκοσμου.

Στη μετάφραση της Αγαθής Δημητρούκα και στη σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα, η «Λοκαντιέρα» αποκτά έναν έντονα ρυθμικό και εξωστρεφή χαρακτήρα, όπου η θεατρικότητα προβάλλεται ως συνειδητή κατασκευή, μιας και ο Κακλέας δεν επιχειρεί μια ιστορική αναπαράσταση, αλλά μια σύγχρονη σκηνική ανάγνωση, δίνοντας έμφαση στην κινησιολογία, το τέμπο και τη σωματικότητα των ηθοποιών. Έτσι, η παράσταση κινείται με καταιγιστική ενέργεια, σχεδόν εξ ολοκλήρου χορογραφημένη, ενισχύοντας την αίσθηση του παιχνιδιού και της διαρκούς μεταμφίεσης των χαρακτήρων.

Η πρωτότυπη μουσική, σύνθεση και ενορχήστρωση του Δημήτρη Παπαδημητρίου, λειτουργεί ως δραματουργικός σχολιασμός, προσδίδοντας ρυθμό και εσωτερική ένταση στις σκηνές, ενώ οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου αναδεικνύουν τις εναλλαγές διάθεσης και εξουσίας, δημιουργώντας ένα σκηνικό περιβάλλον που κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το θεατρικά υπερτονισμένο. Τα εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη κινούνται σε μια αισθητική που γεφυρώνει τις εποχές, υπογραμμίζοντας τη διαχρονικότητα του έργου, ενώ η χορογραφία της Στεφανίας Σωτηροπούλου ενισχύει τη σωματική διάσταση της αφήγησης. Με τη γρήγορη και ευφυή δε αλλαγή των σκηνικών, αξιοποιούνται πλήρως όλοι οι διαθέσιμοι χώροι του θεάτρου, όπως το εσωτερικό μπαλκόνι, οι σκάλες, ακόμη και το φουαγιέ, δημιουργώντας μια πολυεπίπεδη σκηνική δράση, που επεκτείνεται πέρα από τη συμβατική σκηνή και επιτρέπει στον θεατή να βιώσει τον χώρο ως ένα ζωντανό, διαρκώς κινούμενο πανδοχείο.

Στο επίπεδο των ερμηνειών, η Βερόνικα Δαβάκη ενσαρκώνει μια Μιραντολίνα με έντονη σκηνική αυτοπεποίθηση και ευφυή ειρωνεία, ισορροπώντας ανάμεσα στη γοητεία και τον υπολογισμό, ενώ η ερμηνεία της δεν περιορίζεται στην επιφανειακή κοκεταρία, αλλά αναδεικνύει τη στρατηγική σκέψη της ηρωίδας.

Ο Ιβάν Σβιτάιλο, ως ο δύστροπος ιππότης, Ρομπέρτο Ριπαφράττα, δημιουργεί μια πειστική διαδρομή από την αλαζονική άρνηση στην αποδόμηση της αυτάρκειας, με έντονη σωματική παρουσία και ελεγχόμενη εκφραστικότητα.

Επίσης και ο Ντίνος Ποντικόπουλος (ως Κόμης Αλμπαφιορίτα), ο Αλέξανδρος Ζουριδάκης (ως Μαρκήσιος Φορλιπόπολι), η Βάσια Λακουμέντα (ως Ορτένσια), η Μάιρα Γραβάνη (ως Ντεγιανίρα) και ο Σαμψών Φύτρος (ως Φαμπρίτσιο), συγκροτούν ένα σύνολο με σαφή ρυθμική συνοχή, υπηρετώντας τη σκηνοθετική γραμμή, χωρίς όμως να χάνουν την επιμέρους σκηνική τους ταυτότητα.
Ζωντανά υποστηρίζει την παράσταση και η ορχήστρα του θεάτρου, αποτελούμενη από τους Ανδρέα Κουρέτα (πιάνο, keyboards), Μιχάλη Βρέττας (βιολί) και Βαγγέλη Ντουμανά (κιθάρα).

Εν τέλει η «Λοκαντιέρα» του Γκολντόνι, στο Θέατρο Τέχνης, αποτελεί μια σκηνική άσκηση εξουσίας, επιθυμίας και θεατρικότητας και λειτουργεί ως μια ευφυή υπενθύμιση ότι η κωμωδία του Γκολντόνι δεν είναι απλώς ένα ανάλαφρο παιχνίδι παρεξηγήσεων, αλλά μια οξυδερκής μελέτη πάνω στις ανθρώπινες στρατηγικές επιβίωσης. Και η «Λοκαντιέρα» του Κακλέα, αναδεικνύει τη θεατρικότητα ως έναν μηχανισμό εξουσίας και την επιθυμία ως ένα πεδίο διαπραγμάτευσης. Ένα σκηνικό σύμπαν όπου, τελικά, όλοι παίζουν έναν ρόλο, αλλά λίγοι κρατούν πραγματικά τα νήματα.

Περισσότερα εδώ.

Έλενα Χατζοπούλου, Μάρτιος 2026

Συντάχθηκε από: Sin Radio