Sin Radio Listen, don't just hear!

“Να παντρευτείς, να κάνεις οικογένεια και παιδιά, να γίνεις χρήσιμος στην κοινωνία.”
Πόσες γενιές μεγάλωσαν, ακούγοντας αυτά τα λόγια… λες και η χρησιμότητα του ανθρώπου μετριέται με το πόσα παιδιά θα κάνει…. γιατί, για αυτούς που τα λέγανε αυτά, η ποσότητα μετρούσε και όχι η ποιότητα. Να κάνω ένα παιδί και να βρει το φάρμακο για τον καρκίνο και να είναι ένας σωστός άνθρωπος καθολικά ή να κάνω τρία, που δεν κόβονται και τόσο για το τι συμβαίνει γύρω τους, παρά μόνο για την παρτάρα τους και το ένα να βγει ένας κλασικός μικροαστός, το άλλο ψιλοεπιτυχημένος ελεύθερος επαγγελματίας και το τρίτο ζιγκολό ή δεν ξέρω τι άλλο, σχετικό με τον έρωτα; Θα μου πεις ότι το καλό σενάριο είναι τα πολλά με τη σωστή ανατροφή και τη χρησιμότητα στον κόσμο, αλλά εδώ δεν μιλάμε με όρους του ιδανικού….
Και κάπως έτσι ξεκινάει το παραμυθάκι μας… ένα ζευγάρι αποφασίζει να κάνει ένα παιδί.
– Τους λες ευτυχισμένους από τη ζωή τους; Μπα, δε νομίζω…
– Τους θεωρείς ότι έχουν κάτι να περιμένουν γενικώς; Ούτε αυτό φαίνεται να παίζει…
– Ήταν κατάλληλοι για γονείς; Τι να σου πω τώρα· εδώ δεν μπορώ να το απαντήσω για μένα αυτό, πώς θα κρίνω κάποιους που ούτε καν ξέρω;
Η πρωταγωνίστριά μας απευθύνει, τρόπο τινά, σε εμάς αυτές τις ερωτήσεις, ψάχνοντας ακόμη και η ίδια απαντήσεις. Είναι η Ελπίδα – έτσι τη βάφτισαν οι δικοί της. Υποπτεύεται πως η οικογένειά της δεν πρέπει να τα είχε καταφέρει και τόσο καλά ή ήταν σε μια τελματωμένη σχέση, και είδε τη γέννηση ενός παιδιού σαν μια λύση… το όνομά της το πήρε γιατί σε αυτήν πιστεύει ότι στήριξαν όλες τις προσδοκίες τους για όσα οι ίδιοι ποτέ δεν κατάφεραν (σου θυμίζει κάτι αυτό, ε; Ναι, παίζει σε πολλές εκδοχές, οι γονείς να βλέπουν σαν ενσαρκωτές των δικών τους επιθυμιών και ονείρων, τα παιδιά τους, με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα, όταν το παιδί ακολουθεί κάτι διαφορετικό).
Η Ελπίδα, για κάποιον λόγο, δεν καλοβολεύεται με την οικογένειά της και με τα βλέμματά τους που την κοιτούν και δεν αντιλαμβάνονται τι μπορεί να θέλει η ίδια και επιδιώκει, από εκείνη την ηλικία που μπορεί να αντιλαμβάνεται, να γίνει “αόρατη”. Να μην υπάρχει για κανέναν και μην την ενοχλεί κανείς. Και επειδή, ως μικρό παιδί, αυτό δεν είναι και το πιο εύκολο του κόσμου, φτιάχνει μια δεύτερη Ελπίδα και μέσα από αυτήν ζει το όνειρό της, το οποίο κάποια στιγμή καταφέρνει να το πραγματοποιήσει, καθώς μεγάλωνει. Γίνεται ένα πρόσωπο που, ενώ υπάρχει και ζει στην πόλη, δεν απασχολεί απολύτως κανέναν και δηλώνει πολύ ευτυχισμένη γι’αυτό. Παρακολουθεί πίσω από το θαμπό τζάμι, την “άλλη” Ελπίδα, να ζει με μια απόλυτη απαξία τα πάντα και έναν απίστευτο κυνισμό, που οδηγεί μοιραία στην τρέλα. Αυτό της στερεί τη δυνατότητα να γίνει μέρος σχέσεων, να δημιουργήσει, να πάρει κάθε είδους ευκαιρίες, αφού δεν έχει τον τρόπο να τα αξιοποιήσει με τίποτα απολύτως.
Είναι δυνατόν να δηλώνει χαρούμενος ένας άνθρωπος, που πορεύτηκε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, με το αίσθημα ότι είναι “ανύπαρκτος”, αφού όσα ήθελε, όσα ονειρεύτηκε, δεν τα λογάριασε ποτέ κανείς και ταυτόχρονα να έχει μια μηδενιστική στάση απέναντι στα πάντα, χωρίς να προσπαθεί να δει μήπως κάπου το πήρε λίγο αλλιώς το τιμόνι; Όχι φυσικά, και όταν η ηρωίδα μας το διαπιστώνει, επιδιώκει να αποκτήσει υπόσταση, να ακουστεί, να την προσέξουν. Πώς, όμως, να το κάνεις αυτό, όταν ποτέ δεν έμαθες να διεκδικείς και προτιμούσες να μένεις στη σκιά, αφού πίστευες ότι και να φωνάξεις δεν θα σ’ακούσει κανείς; Πώς μπορείς, όταν έχεις μια αίσθηση του απόλυτα ψεύτικου γύρω σου, να γυρεύεις την αλήθεια που σε εξυπηρετεί; Μοιραία, επιλέγει τη “λάθος διαδρομή” με σκοπό, όσα την πνίγουν όλα αυτα τα χρόνια, να βγουν προς τα έξω και να ξεφύγει από τον “σκουπιδότοπο” που ζει και έχει διαπιστώσει ότι δεν γίνεται να το αποκαλεί ζωή, γιατί δεν είναι…
Το τέλος της διαδρομής προκαθορισμένο… συντριβή. Ακόμη και η “δεύτερη φύση” της γίνεται ένας ακόμη άνθρωπος που δεν τη λαμβάνει υπόψην του και την προσπερνά, καταδικάζοντάς την στην απόλυτη μοναξιά. Παρέα με τα σκουπίδια μιας ολόκληρης ζωής, τους φόβους κι όλα αυτά που δεν ήξερε πώς να ζητήσει βοήθεια, ώστε να τα διαχειριστεί σωστά. Γίνεται είδηση σε μια εφημερίδα, σε ένα μονόστηλο, που αναφέρονται καθημερινά οι απώλειες συνανθρώπων μας, που δεν γνωρίζουμε και οι υποθέσεις τους συχνά τοποθετούνται στο αρχείο, αφού δεν υπάρχει κανείς να ενδιαφερθεί γι’αυτούς ή οι ίδιοι ήταν πρόσωπα που δεν θεωρεί κανείς ότι χρειάζεται ο θάνατος περαιτέρω διερεύνηση ή, ακόμη χειρότερα, είμαστε πεπεισμένοι πως τελικά βρήκε αυτό που του/της άξιζε.
Ζούμε σε έναν σκληρό κόσμο, αυτό είναι καθομολογουμένως παραδεκτό. Οι ρυθμοί της ζωής, ο υπερκαταναλωτισμός, οι πόλεις, έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον που, αρκετές φορές, μας παγιδεύει και μας αποπροσανατολίζει από τα επουσιώδη. Υπάρχουν άνθρωποι δίπλα και γύρω μας, που φωνάζουν ότι έχουν χαθεί, ότι θέλουν βοήθεια και πως είναι διατιθεμένοι να παλέψουν για να πάρουν πίσω τη ζωή τους, αλλά δεν τους ακούει όλους κανείς… Ελάχιστοι βρίσκουν στήριξη. Οι υπόλοιποι είναι περιφερόμενα όντα, που προσπερνάμε ή επιδιώκουμε, γεμάτοι σιχαμάρα, να μη διασταυρωθούν οι δρόμοι μας, λες και θα μιάνουν και μόνο αν τους κοιτάξουμε. Για την κατάστασή τους, ευθύνονται κάποιοι σαν εμάς, που προβάλανε πάνω τους τα δικά τους πρέπει και θέλω, αδιαφορώντας για το τι πραγματικά μπορεί να ζητούσαν οι ίδιοι. Το γνωρίζουμε; Πιθανώς ναι, αλλά δεν θα σώσουμε εμείς τον κόσμο…
Η Ράνια Παπαδάκου είναι η Ελπίδα. Το κορίτσι στο πάρκο-σκουπιδότοπο, που είναι το “σπίτι” της, και έρχεται τώρα που δεν περιφέρεται ανάμεσά μας, να μας πει την ιστορία της – ενός μικρού κοριτσιού, που δεν βρήκε ποτέ τον τρόπο να διαχειριστεί τις ευαισθησίες του και τους ανθρώπους που θα της έδειχναν ότι η ζωή της, όπως και κάθε ανθρώπου, έχει μεγάλη αξία. Μας έδωσε μια καθηλωτική ερμηνεία, επιστρατεύοντας όλα τα μέσα εκφοράς που περιέχει το κείμενο του Βασίλη Ρίσβα και αξιοποίησε σκηνοθετικά η Μπέσυ Μάλφα. Πότε με το μαύρο χιούμορ, πότε με πιο δραματική έκφραση, μας κράτησε σε εγρήγορση, παρουσιάζοντας την ιστορία της. Διαπιστώσαμε, στο τέλος της μέρας, ότι ο φόβος και η διαχείρισή του δεν πρέπει να χαρακτηρίζει τους ανθρώπους, αφού δεν εκκινούμε όλοι με τα ίδια εφόδια και πως οι άνθρωποι, στις σκοτεινές γωνιές της πόλης, δεν είναι απλώς απόκληροι ή ανάξιοι λόγου, αλλά κάποιοι που δεν γνώριζαν, δεν κατάφεραν, δεν βρήκαν τον τρόπο να αντιμετωπίσουν εκείνους που ήθελαν κάτι παραπάνω ή διαφορετικό από αυτούς και έτσι επέλεξαν τη “φυγή” ως λύση.
Λατρεία η σκηνική σύνθεση, με το γεμάτο σκουπίδια πάρκο, που είναι οικεία, δυστυχώς, εικόνα σε πολλές περιοχές της πόλης και “ζει” πλέον εκεί η ηρωίδα μας (δεν ζει, αλλά αυτός είναι παράδεισός της… ούτε εκεί δεν ξεφεύγει…) που επιμελήθηκε η Άρτεμις Φλέσσα, που έχει και τη φροντίδα για τα ρούχα της παράστασης. Ωραίοι και λειτουργικοί οι φωτισμοί, που σχεδίασε ο Γιώργος Αγιαννίτης και πολύ ταιριαστή η πρωτότυπη μουσική που συνέθεσαν οι Σκιαδαρέσες.
Το “Λείπεις” είναι ένα σύγχρονο, δυνατό έργο που μιλάει για όλους αυτούς που δεν λείπουν σε κανέναν, είτε εν ζωή είτε όταν “φεύγουν”. Προβληματίζει με αυτά που πραγματεύεται και ως θεματική δεν το λες και την πιο ευχάριστη, ενώ η συγκυρία της πανδημίας και τα όσα έφερε-φέρνει, μάλλον θα μεγεθύνουν το πρόβλημα αυτών των ψυχών και πιθανολογώ πως θα μεγαλώσει ο αριθμός των ανθρώπων που θα παρουσιάζουν τέτοιες συμπεριφορές τα επόμενα χρόνια… το αν θα αλλάξει κάτι στην αντιμετώπιση ή την πρόληψη από την κοινωνία ή τον καθένα ατομικά, επιτρέψτε μου να το θεωρώ ως το “κρύο” ανέκδοτο της ημέρας…
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Δεκέμβριος 2021
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv