play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Κοιμώμενος Χαλεπάς… Ο ΣΑΛόΣ άΓΙΟΣ’ στο θέατρο Αλκμήνη

today28 Οκτωβρίου, 2022

Φόντο
share close

“Μην με βαρείς… ωρή μάνα μ'”.

Αυτή η φράση μού έχει μείνει χαραγμένη, από τη μέρα που είδα την παράσταση στο θέατρο Αλκμήνη…

Γιαννούλης Χαλεπάς… όλοι σχεδόν γνωρίζουμε ότι είναι ο δημιουργός του πιο αναγνωρίσιμου ταφικού μνημείου στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας – της κοιμωμένης κόρης, που κοσμεί τον τάφο της νεαρής θνησούσας Σοφίας Αφεντάκη. Γνωρίζουμε κάτι παραπάνω για τον δημιουργό του έργου; Έχουμε αναρωτηθεί πώς αυτός ο καλλιτέχνης έφτασε να νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική και ήταν “τρελός”, όπως τον αναφέρουν κάποιες πηγές;

Ο Άγγελος Ανδρεόπουλος αναλαμβάνει να γράψει ένα έργο για τον άνθρωπο Χαλεπά, ερευνώντας, στον βαθμό που μπορεί και έχει πρόσβαση, όλη τη ζωή του. Τοποθετεί τον ήρωά του, νοσηλευόμενο στο ψυχιατρικό νοσοκομείο της Κέρκυρας, κάποια χρόνια αφού έχει εισαχθεί σε αυτό και διανύει μια διαδρομή μέχρι τη μέρα που παίρνει εξιτήριο και επιστρέφει στην Τήνο, υπό την εποπτεία της μητέρας του (υπολογίζω ότι η χρονιά που ξεκινάει το έργο είναι το 1901, λίγο μετά και τον θάνατο του πατέρα του).

Ο Γιαννούλης, όταν χάνει τον συγκάτοικό του στο νοσοκομείο-φυλακή, αρχίσει να βλέπει κι αυτός τον άγγελο που εκείνος έβλεπε και να μιλάει στον Θεό. Έχει τη γνώση ότι είναι πανταχού παρών και μπορεί να τον ακούσει… για απάντηση δεν έχει ενδείξεις, αλλά πιστεύει πως θα του δώσει τα σημάδια του. Είναι ασυνήθιστα ευφυής, σε σχέση με την εικόνα που έχουμε για τους νοσηλευόμενους σε τέτοια ιδρύματα, και στις στιγμές που “μπερδεύεται” το μυαλό του, ανακαλεί τραυματικές μνήμες που επαναλαμβάνει εν είδει παραληρήματος. Τότε τον “αναλαμβάνουν” οι νοσοκόμοι-φύλακες για κρύα λουτρά και “άλλες” θεραπευτικές μεθόδους της εποχής, που σήμερα είναι αντιληπτό πως καθόλου δεν βοηθούσαν τους ασθενείς, αντιθέτως τους έσπρωχναν σταδιακά προς την απόλυτη κατηφόρα…

Στη διαύγειά του, όταν κλείνουν τα φώτα και όλοι νομίζουν ότι κοιμάται, ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής του. Πού γεννήθηκε, πώς μεγάλωσε, ποια είναι η οικογένειά του. Ακούγοντάς τον, διαπιστώνεις ποιον σεβόταν και ποιον φοβόταν, μέχρι εσχάτων, ο μικρός Ιωάννης. Καλλιτεχνική φύση και ανατρεπτική για τα δεδομένα της εποχής, διαπιστώνει ο ιερέας του νησιού, ο οποίος προσπαθεί να παραστέκεται στο μικρό αγόρι, που φτιάχνει ανθρωπάκια από λάσπη έξω στον κήπο της εκκλησίας, αντιλαμβανόμενος πως η διάνοια του παιδιού αυτού και η κλίση του θα τον δυσκολέψουν πολύ στη ζωή του, ειδικά όταν έχει μια μητέρα σαν τη δική του…

Η μητέρα του… δεν θέλει ο γιος να γίνει μαρμαράς σαν τον πατέρα του, γι’αυτο και του απαγορεύει να πηγαίνει στο εργαστήριο και να παρακολουθεί τους τεχνίτες. Είναι αποφασισμένη να τον σπουδάσει και να τον κάνει έμπορο. Όταν, κάποιες φορές, το μικρό αγόρι ξεφεύγει από τη ρότα που έχει βάλει εκείνη, επέρχεται το ξύλο – πολύ ξύλο, όμως, και οι φωνές και προσβολές… σαλεμένο τον ανεβάζει, σαλεμένο τον κατεβάζει, τον μικρό Γιαννούλη. Και ο πατέρας, αμέτοχος, καθώς, σύμφωνα με τις προσταγές των καιρών, οι άνδρες δεν ανακατεύονταν στην ανατροφή και το μεγάλωμα των παιδιών. Ένα παιδί που κακοποιείται συστηματικά και, συνοδευτικά, ακούει ότι δεν στέκει καλά, πόσο θέλει να πιστέψει ότι όλο αυτό είναι αλήθεια;

Όμως, επειδή οι θεοί είχαν άλλα σχέδια για τον νεαρό Χαλεπά, και με το μάρμαρο ασχολήθηκε και σπούδασε στην ανώτερη σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και υποτροφία για την αντίστοιχη του Μονάχου πήρε, σε πείσμα της μητρός, που εξακολουθούσε να θεωρεί το παιδί της σαλεμένο και να ισχυρίζεται ότι η τέχνη και το μάρμαρο θα τον αποτρελάνουν…

Ο τελειομανής και ιδιοφυής Χαλεπάς, αποκομμένος από την οικογένειά του στην Αθήνα, χτίζει τη φήμη του· όμως, μια επίσκεψη στην Τήνο θα του δημιουργήσει την απαρχή της αρρώστιας… ερωτευμένος με ένα κορίτσι από παλιά, σκέφτεται να τη ζητήσει και επιχειρεί μια προσέγγιση. Η φήμη, όμως, που επικρατεί στο νησί για την πνευματική του συγκρότηση, φέρνει την άκομψη απόρριψή του από την οικογένειά της (μετά την ευγενική δική της), που τον κλονίζει συναισθηματικά και ψυχικά. Το καταφύγιο που βρίσκει στη δημιουργία της Κοιμωμένης, με παραγγελία της οικογένειας Αφεντάκη, παρότι φαίνεται να τον βοηθάει να ξεφύγει, σταδιακά τον αποδιοργανώνει, αφού η τελειομανία του τον οδηγεί σε μια διαρκή αναζήτηση του απόλυτου, μέσα από σχέδια και σκέψεις, που δεν ξεκουράζει καθόλου το ταλαιπωρημένο του κεφάλι. Μοιραία, λίγο καιρό μετά, και αφού απολαμβάνει την πλήρη αποδοχή του καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου της εποχής, καταρρέει ψυχολογικά και, με απόφαση της οικογένειας, οδηγείται στο ψυχιατρείο…

Όλα αυτά τα διηγείται ο ίδιος, πριν την “εισβολή” των αρνητικών αναμνήσεων (συμπεριφορά μητέρας, θάνατος αγαπημένου αδερφού), που προσωρινά τον αποσυντονίζουν πριν επανέλθει στο “σήμερά” του. Εκεί, που βλέπει τον συγκάτοικο, με την μορφή ενός αγίου, να τον συμβουλεύει για όσα πρέπει να πει στους φύλακες, για να μην τον κακομεταχειριστούν πάλι, και στους γιατρούς, για να τον αφήσουν να φύγει από κει μέσα (φυσικά και όλα αυτά τα δημιουργεί το μυαλό του). Εκεί, που βρίσκει έναν τρόπο για να μιλήσει για μια τελευταία φορά με τον Θεό, πριν πάρει το εξοδόχαρτο και φύγει για τον Πειραιά, με τελικό προορισμό του, το σπίτι στην Τήνο.

Σε 80 λεπτά, ο Γιαννούλης Χαλεπάς μάς συστήνεται με τη μορφή του Γιώργη Κοντοπόδη. Μας καταθέτει την αλήθεια του, το παράπονό του, γιατί γεννήθηκε σε μια εποχη που ήταν μεγάλη αμαρτία να είσαι “διαφορετικός” (λες και σήμερα έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα…), την προσπάθεια που καταβάλλει κάθε μέρα να ζήσει και ονειρευτεί την επόμενη μέρα, έξω απο το ίδρυμα. Για όσους δεν γνωρίζουν πολλά για τον Χαλεπά, είναι ένα ταξίδι σε έναν δρόμο του νησιού της εποχής του – δύσβατος με πέτρες και σκόνες, με κακουχίες και συνοδευτικό κάποιον που, αντί να σε βοηθάει να προχωρήσεις, να σε τραβάει από τη ζώνη πίσω, πιστεύοντας πως έτσι σου δίνει μεγαλύτερο κίνητρο να προσπαθήσεις… όχι να φτάσεις εκεί που θες, αλλά με τον τρόπο που αυτός θεωρεί ως πρέπων και όχι τον δικό σου… Βλέπεις έναν άνθρωπο χαρισματικό, που ίσως, λόγω κληρονομικότητας, είχε ένα μικρό ψυχολογικό θέμα, που οι συνθήκες και το περιβάλλον το έκαναν τέρας που τελικά τον κατάπιε. 

Κι εκεί μέσα στην κοιλιά του κήτους, ο ηθοποιός αλλάζει πρόσωπα, περνάει από όλες τις καταστάσεις, συμπαρασύροντάς σε μαζί του, σε μια δίνη συναισθημάτων και αλήθειας, την αλήθεια του ήρωα που κάποιοι φρόντισαν να τσακίσουν, γιατί δεν ταίριαζε στα αυτιά και τα μάτια τους. Για τον θεατή, όμως, η ερμηνεία αυτη είναι ολοκληρωτική και δεν μπορει να την προσπεράσει ούτε να υποκριθεί πως δεν τον άγγιξε με κάθε τρόπο. Είναι συγκλονιστικός, γιατί αποδίδει την προσωπογραφία ενός πολύ δυστυχισμένου ανθρώπου, που δεν έπαψε ούτε μια στιγμή, ακόμη και στα πολύ σκοτεινά του μονοπάτια να ορίζει την τέχνη ως το ασφαλέστερο καταφύγιο, χωρίς ίχνος υπερβολής και πείθοντάς σε ότι με μια χρονοκάψουλα βρίσκεσαι σε εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο του ψυχιατρείου και παρακολουθείς τον Χαλεπά. Σίγουρα, η πιο δυνατή ερμηνευτική του στιγμή στα όσα χρόνια τον γνωρίζω και τον παρακολουθώ.

Έχει την υπέρτατη χαρά να παίζει με ένα εκπληκτικής γραφής κείμενο του Άγγελου Ανδρεόπουλου, που φέρνει στο προσκήνιο τη σχιζοφρένεια και όλα όσα φέρνει η διαπίστωση, σε οικογενειακο και κοινωνικό επίπεδο, για έναν ασθενή, που κληρονομεί αυτή την διαταραχή, αναδεικνύοντας παράλληλα το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που νοσεί δεν είναι κατ’ανάγκη ένας “άχρηστος” για τον κόσμο. Είναι ένα ισχυρο σχόλιο για τη στάση των ανθρώπων πάνω σε τέτοια ζητήματα και την επιλογή τους συχνά προς το φαίνεσθαι, με ταυτόχρονη άρνηση της πραγματικότητας, που πετάνε ως σκουπίδι σε κάποιο “καλάθι σκουπιδιών”. Αντιστοίχως, και η οικογένεια Χαλεπά επένδυσε στην εικόνα παρά στην αποδοχή…

Ο Αλέξανδρος Λιακόπουλος αξιοποιεί σκηνοθετικά στο μέγιστο τη black box σκηνη στο Θέατρο Αλκμήνη, δημιουργώντας ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον όπου και τοποθετεί τον ήρωα. Αφήνει τον ηθοποιό να προσεγγίσει με φυσικότητα τον ρόλο, αποφεύγοντας να εκβιάσει το συναίσθημα του κοινού, με τυχόν κορυφώσεις ή υπερβολές στη φωνή ή την ερμηνεία. Εξαιρετική είναι και η δουλειά του στα φώτα, που βοηθάνε πολύ στη δημιουργία της προαναφερόμενης ατμόσφαιρας.

Η παράσταση είναι ένας από αυτούς τους μονολόγους, που βγαίνεις από την αίθουσα και ψαχνεις λίγο δροσερό αέρα να σε “χτυπήσει” στο πρόσωπο, γιατι πέρασες ως θεατής δύσκολα – όχι γιατί το έργο δεν ήταν καλό, το αντίθετο μάλιστα. Χρειάζεσαι να πάρεις μια ανάσα, να αποφορτιστείς προς στιγμήν, γιατί ήταν τόσο δυνατες οι αλήθειες που άκουσες και τοσο έντονο το συναίσθημα που σε κυρίευσε για τον εαυτό σου (να έχω κάνει ποτέ κι εγώ τέτοια λάθη;). Είναι μια σκληρή παράσταση, για την ιστορία ενός σπουδαιου καλλιτεχνικά ανθρώπου, που υπέφερε από το περιβάλλον του, καθώς ήταν εκτός “της νόρμας” και εκείνοι έκριναν πως έτσι βάρβαρα, έπρεπε να τον αντιμετωπίσουν. Αν δεις την παράσταση, θα το καταλάβεις και ίσως την επόμενη φορα που θα θελήσεις να ξεστομίσεις για κάποιον μια κρίση ή έναν χαρακτηρισμό, να το σκεφτείς διπλά….

Υ.Γ. Συμπτωματικά, το πρωινό πριν δω την παράσταση, στην τηλεόραση παρακολουθούσα την ιστορία μιας κοπέλας, που επειδή ήταν λίγο πιο ζωηρή ως παιδάκι, ο πατέρας της πίστευε ότι κάνοντάς την “άλογο” από το ξύλο και, με τις προσβολές και τις βρισιές, θα την έκανε καλύτερο άνθρωπο· και σήμερα που αυτό το κορίτσι δολοφονήθηκε από κάποιον που, στο πρόσωπό, του έψαχνε μια πατρική φιγούρα, ο ίδιος αναρωτιέται τι έκανε λάθος με το παιδί του…

Περισσότερα εδώ

Θοδωρής Κ., Οκτωβριος 2022

Συντάχθηκε από: Sin Radio