Sin Radio Listen, don't just hear!

Τον χειμώνα του 1989 διάβασα για πρώτη φορά τον Καπετάν Μιχάλη, του Νίκου Καζαντζάκη. Δεν θα πω ότι κατάλαβα ιδιαίτερα πολλά για το έργο, αλλά μου έκανε μεγάλη εντύπωση το πώς λειτουργούσαν ως λαός οι Κρήτες. Την ίδια περίοδο, για κάποιον λόγο, ο πατέρας μου θεωρούσε ότι έχω “φορτώσει στον κόκκορα” τη μελέτη μου για το σχολείο και με “απειλούσε” με διάφορα, αν αυτό αποτυπωνόταν στους βαθμούς μου… Εγώ, από την άλλη, αντιπρότεινα να μου κάνει μια μεγάλη χάρη αν είχε άδικο και αυτό που ήθελα ήταν να με αφήσουν να πάω για έναν μήνα, το καλοκαίρι, στο χωριό που ζούσε η αδερφή της μητέρας μου, έξω από το Ηράκλειο και να δουλεύω κι εγώ μαζί με τα ξαδέρφια μου στον οικογενειακό φούρνο (δηλαδή να βοηθάω, όπως κι εκείνοι). Και ναι, ο πατέρας μου είχε άδικο και εγώ πέρασα έναν φανταστικό Ιούλιο στο χωριό της Κρήτης!
Φανταστικό είπα; Ναι, υπό προυποθέσεις θα τον έλεγες έτσι… με πήγαν σε όλα τα μνημεία του νομού (Κνωσσό, τάφο Καζαντζάκη, μουσεία) και σε ό,τι γλέντι υπήρχε· και στον φούρνο δεν ήταν καθόλου κουραστικά – το ζόρι για μένα, ήταν που έπρεπε το απόγευμα, με τον ξάδερφό μου, τον Γιώργη, να πηγαίνουμε στον τοπικό συνεταιρισμό και να πουλάμε, στο διάλειμμα των εργατών, “κουλούρζια” (έτσι τα διαλαλούσαν!). Με αυτά και με εκείνα, γνώρισα αρκετά καλά τους ανθρώπους του τόπου και ταυτοποίησα αρκετά σημεία που είχα κρατήσει από το βιβλίο που διάβασα νωρίτερα. Οι Κρητικοί είναι μια ιδιαίτερη φυλή. Γλεντζέδες, δουλευταράδες, φιλότιμοι, φιλόξενοι και με ιδιαίτερη αίσθηση δικαίου, που συχνά τους φέρνει απέναντι σε αυτά που θεσμοθετεί η πολιτεία.
Φέτος, μου δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσω μια παράσταση, που το κείμενό της είναι μια δραματοποίηση μερών από τον Καπετάν Μιχάλη. Στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, ο καπετάν Μιχάλης είναι ένας άνδρας που χαίρει του απόλυτου σεβασμού από τους Ελληνες κατοίκους του χωριού, καθώς έχει πολεμήσει σε όλες τις εξεγέρσεις κατά των Τούρκων, και του φθόνου των εποίκων Τούρκων, καθώς, σε αντίθεση με τους περισσότερους, δεν βαδίζει με σκυμμένο το κεφάλι και δεν καταλαβαίνει από τους ιδιότυπους κανόνες που έχουν οι ίδιοι επιβάλλει. Οι μουρμούρες αφορούν και στον Νουρί, τον άρχοντα του χωριού, που κληρονόμησε τη θέση από τον πατέρα του και είναι αδελφοποιητός με τον καπετάνιο (δηλαδή έχουν υποσχεθεί τιμή και φιλία και να μη σηκώσει ποτέ χέρι ο ένας στον άλλο, κάτι που ευλαβικά το τηρούν), καθώς κρίνουν ότι, με την ανοχή του, οι Έλληνες αρχίζουν να παίρνουν θάρρος, λόγω της ατιμωρησίας του καπετάν Μιχάλη. Όλα αυτά τα γνωρίζει και ο πασάς του νησιού – διορισμένος από τον σουλτάνο – που καταριέται την ώρα και τη στιγμή που τον τιμώρησε ο Θεός και τον έστειλε σε ένα μέρος σαν την Κρήτη, καθώς το μόνο που θέλει ο ίδιος είναι να υπάρχει ηρεμία και τάξη… αν αυτό, με τη στάση του, το καταφέρνει ο Νουρί, ας γκρινιάζουν οι υπόλοιποι.
Όταν ο Μιχάλης επισκέπτεται το σπίτι του άρχοντα, για να του διαμαρτυρηθεί για κάποιο συμβάν, ο οικοδεσπότης τού συστήνει τη νέα του γυναίκα, Εμινέ, η οποία, για να τους ευχαριστήσει, τραγουδά και χορεύει. Ο πειρασμός για αυτό το πλάσμα, που δεν έχει καμία σχέση με τη γυναίκα του ή τις άλλες γυναίκες του χωριού, μπαίνει βαθια μέσα στον καπετάνιο και κάτι χαλάει στο πώς βλέπει τον Νουρί, που δεν έχει καταλάβει απολύτως τίποτα. Και η νέα γυναίκα βλέπει στον κρητικό αυτά που ο ομοεθνής της αδυνατεί να της προσφέρει και, επειδή δεν μπορεί να τα πάρει από τον ίδιο, τα βρίσκει σε ένα απο τα παλικάρια του χωριού, κάτι που φρικάρει επί δύο τον καπετάνιο, αλλά δεν το εκδηλώνει. Επειδή οι ισορροπίες είναι λεπτές και πρέπει να κρατηθούν τα μέτρα, ο άρχοντας αναγκάζεται να σκοτώσει τον αδερφό του καπετάνιου, δημιουργώντας το απόλυτο ρήγμα στη σχέση τους. Παράλληλα, όμως, ο άρχοντας έχει τραυματιστεί σοβαρά στα γεννητικά όργανα και νοσηλεύεται σε μια αγροικία. Αυτό το γεγονός “ξυπνάει” τους φανατικούς Τούρκους, που βλέπουν μια ευκαιρία να απαλλαγούν από τους “ενοχλητικούς” Έλληνες και μάλιστα με τις ευλογίες του πασά.
Ο καπετάν Μιχαλης, σε αυτήν τη συνθήκη, έχει θολωμένη κρίση, καθώς αυτά που νιώθει για την πατρίδα έρχονται σε σύγκρουση με τη σχέση του με τον Νουρί και αυτά που συμβολίζει η γυναίκα του, την οποία σκότωνει, σε μια προσπάθεια να περάσει ένα μήνυμα. Όλο αυτό οδηγεί σε μια ακόμη ήττα και τον θάνατό του, χωρίς να έχει προλάβει να δει την Κρήτη ελεύθερη…
Αντικειμενικά, ήταν πολύ δύσκολο να μεταφερθεί ένα τέτοιο έργο επί σκηνής. Μιλάμε για έναν κόσμο σχεδόν 130 χρόνια πριν, με πολλές ιδιαιτερότητες και έναν κεντρικό ήρωα που είναι αυτό που αποκαλούμε “θηρίο ανήμερο”. Ο καπετάν Μιχάλης του βιβλίου είναι ένας άνθρωπος με μια δική του ηθική και δικούς του κανόνες και νόμους, κάτι που σκηνικά δεν το είδαμε, αφού ο πολύ καλός ερμηνευτικά Τάσος Γιαννόπουλος ακολουθεί μια σκηνοθετική γραμμή, που επιλέγει η εικόνα του ήρωα να προκύπτει από τα λόγια των συμπρωταγωνιστών και όχι από το παίξιμό του, δημιουργώντας μια αντίφαση στους γνώστες του βιβλίου και όσων γνωρίζουν, έστω και λίγο, την ψυχοσύνθεση της κρητικής φυλής. Εκτός αυτού, δημιουργείται η αίσθηση ότι η δολοφονία της Εμινέ γίνεται για να αντιμετωπίσει τον πόθο του γι’αυτήν, ενώ στο βιβλίο αποτυπώνεται ως πράξη που συμβολίζει την “απαλλαγή” από κάτι μιαρό για τον τόπο, τις αξίες και τους ανθρώπους του – σε αυτήν τη σκηνοθετική λογική δικαιολογημένα η ηρωίδα παρουσιάστηκε ως μια γυναίκα ελαφρών ηθών, που γελάει συνεχώς, χωρίς προφανή λόγο, κάτι που επίσης δεν μου άρεσε, καθώς “αδικήθηκε” και η Ειρήνη Παπαδημάτου, που κλήθηκε να την ερμηνεύσει.
Με εξαίρεση τις δύο προαναφερόμενες παρατηρήσεις, η δραματουργική μεταφορά είναι πολύ καλή και πιστή στο πνεύμα του βιβλίου. Ο θεατής εύκολα αντιλαμβάνεται το πώς ήταν η Κρήτη τότε, οι συμπεριφορες των ανθρώπων, οι διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες και πόσο δύσκολο ήταν για τον καπετάνιο να δέχεται τη συγκατοίκηση με τους έποικους από την Ανατολία. Ερμηνευτικά, όλοι οι συντελεστές είναι πάρα πολύ καλοί, ακολουθώντας κατά γράμμα ό,τι τους ζητήθηκε (Δημήτρης Κανέλλος, Περικλής Λιανός, Κωσταντίνος Μπάζας, Ορέστης Τρίκας, Ελένη Φίλιππα), συνεπικουρούμενοι από την πολύ ωραία κινησιολογία. Τα κοστούμια είναι πραγματικά υπέροχα και μπροστά τους η σκηνική απεικόνιση του χώρου, που συμβαίνει η δράση, δείχνει πολύ φτωχή μεσα στη λιτότητά της.
Σκηνοθετικά, υπάρχουν κάποιες πολύ δυνατές στιγμές στην παράσταση, όμως η συνολική αίσθηση είναι ότι κάτι λείπει. Για τον θεατή που πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με τον κόσμο του καπετάν Μιχάλη, που είναι μια ανάμνηση του ίδιου του Καζαντζάκη, αυτών που θυμάται ως παιδί ή όσων έχει, ως ιστορίες, ακούσει, δημιουργούνται κενά, καθώς δεν αντιλαμβάνεται επαρκώς πώς τροφοδοτούνται κάποια γεγονότα ή τι είναι αυτό το τόσο τρομερό που χαρακτηρίζει αυτόν τον ήρωα που ονομάτισε και την παράσταση. Δημιουργείται, κάποιες στιγμές, η εντυπωση ότι ακούει την ιστορία και κάποιος του αναπαριστά τα λεγόμενα, χωρίς όμως να τα ερμηνεύει – να γίνει μέρος τους. Και αυτό λίγο αδικεί την πολύ καλή διασκευή του έργου σε θεατρικό κείμενο, αφού τα κομμάτια που έχουν επιλεγεί και συνοχή έχουν και νόημα εύκολα αποδίδουν και είναι προσεγμένοι και οι διάλογοι μεταξύ των προσώπων.
Συνολικά, η παράσταση μπαίνει κάτω από το πρίσμα του μισογεμάτου ή μισοάδειου ποτηριού και προσωπικά την τοποθετώ στην πρώτη κατηγορία, αναγνωρίζοντας όλα τα καλά στοιχεία και τη δουλειά που έχει γίνει, σε όλα όσα την αφορούν. Για όλα τα υπόλοιπα, λέω καλοπροαίρετα ότι υπήρχαν οι καλύτερες των προθέσεων, όμως κάτι δεν λειτούργησε – συμβαίνει καθημερινά σε χιλιάδες κόσμο. Δίνει αρκετή πληροφορία στον θεατή της, σε συνδυασμό με την καλή υποκριτική και το έναυσμα σε κάποιους να ξανανοίξουν το βιβλίο ή να το πιάσουν πρώτη φορά στα χέρια τους.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Δεκέμβριος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv