Sin Radio Listen, don't just hear!

Στο πατρικό μου σπίτι, υπάρχει ακόμα στη βιβλιοθήκη του παλιού μου δωματίου, το δίτομο έργο του Ν. Α. Κουν “Μύθοι και θρύλοι της Αρχαίας Ελλάδας” και μάλιστα στην πρώτη του έκδοση του 1975 (πιθανόν να το αγόρασε λίγο μετά τη γέννησή μου η μητέρα μου, για να διαβάζει στο ελεύθερο χρόνο της και για να το βρω μετέπειτα εγώ, όπως και συνέβη). Στα πρώτα μαθητικά μου χρόνια, ήταν από τα πολύ αγαπημένα μου βιβλία και, δυστυχώς για τη μητέρα μου, είχα πολλές απορίες για όσα διάβαζα (ακόμα το έχω το κουσούρι!). Ένα από τα αγαπήμενα μου θέματα ήταν ο Τρωικός πόλεμος και οι απορίες είχαν να κάνουν με αρκετά ζητήματα που δεν καταλάβαινα, π.χ. γιατί οι “Θεοί” εμπλέκονταν τόσο πολύ στις ζωές των ανθρώπων και τους έκαναν να υποφέρουν, αφού θεωρητικά θέλανε το καλό τους, και επίσης, αν είναι δυνατόν να πολεμάνε 10 χρόνια σε έναν ξενο τόπο, γιατί κάποια γυναίκα απάτησε τον άνδρα της – το καταλάβαινα για λίγο, αλλά το δεκαετές, για τον λόγο αυτόν, μου φαινόταν άκυρο (και στην τελική, αν ήθελαν και οι άλλοι να γλιτώσουν τον πόλεμο, ας τους επέστρεφαν την Ελένη – ή την επέστρεψαν και δεν τη θέλανε πίσω οι Έλληνες;). Μέσα σε όλα αυτά, προέκυψε κάποια στιγμή στο σχολικό μάθημα των θρησκευτικών και η απαίτηση για τη θυσία του Ισάακ από τον Αβραάμ, ως δοκιμασία πίστης, και κάπως τη συνδύασα με τη θυσία της Ιφιγένειας, και φυσικά ρώτησα τη μάνα μου γιατί αυτοί τελοσπάντων οι Θεοί, εδώ και αλλού, ήθελαν τις ανθρωποθυσίες ως δείγματα ευσέβειας;
Απάντηση πήρα και ήταν αρκούντως πειστική – κανείς Θεός ποτέ δεν ζήτησε κάτι τέτοιο φρικιαστικό· πάντα κάποιο ζώο έπαιρνε, στο τέλος της ιστορίας, τη θέση του ανθρώπου, απλά αυτές οι ιστορίες χρησιμοποιούνταν για να περάσουν μηνύματα στους ανθρώπους τότε. Επίσης, μου είπε πως γίνονταν ανθρωποθυσίες, αλλά φυσικά δεν τις ζητούσε κανένα θεϊκό ον, αλλά ιερείς και άλλοι λειτουργοί, που τα κίνητρά τους δεν τα έλεγες και πάντα αθώα…
Από την εποχή εκείνη, πέρασαν περίπου 40 χρόνια και αυτός ο μύθος ήταν κάτι που θα χρησιμοποιούσα κάποτε ως παράδειγμα στην εργασία μου (“δηλαδή θέλετε εγώ τώρα να κάνω την Ιφιγένειά σας για να ηρέμησουν οι υπόλοιποι και χωρίς να κερδίσω τίποτα;”· ένα παράδειγμα που δείχνει τη ματαιότητα που πίστευα ότι έκρυβε η παλιά εκείνη ιστορία – αλήθεια, τι κέρδισε η Ιφιγένεια και όλοι οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας στο τέλος της ημέρας; Αν εξαιρέσεις μια φήμη, τίποτα καλό απολύτως)…
Περιέργως, δεν είχα δει καμία τραγωδία μέχρι προσφάτως, με ηρωίδα την Ιφιγένεια – έτσι, όταν δόθηκε η ευκαιρία να τη δω, δεν το σκέφτηκα καθόλου.
– Τι λες, πάμε εκδρομή στην Επίδαυρο;
– Ποια Επίδαυρο, καλέ μου; Τι να κάνουμε εκεί;
(Έδειξα στο κορίτσι την πρόσκληση και, αφού συμφώνησε, δρομολογήθηκαν άπαντα. Στο θεάτρο της Αρχαίας Επιδαύρου είχα βρεθεί πριν πολλά χρόνια ως επισκέπτης – βλέπεις, η μητέρα μου ήθελε τα παιδιά της να έχουν γενικότερη γνώση και παιδεία κι έτσι ένα φθινοπωρινό Σάββατο βρεθήκαμε οικογενειακώς εκεί και κάναμε έναν ξεναγητικό περίπατο και μάθαμε όλη την ιστορία του τόπου. Είχα εντυπωσιαστεί για το πώς, τόσα χρόνια πριν, οι αρχαίοι φτιάξανε κάτι τόσο μεγάλο με τα μέσα που είχαν…).
Επίδαυρος, καλοκαίρι 2022, σε μία από τις πιο ζεστές μέρες της χρονιάς. Αποβιβαζόμαστε 90 λεπτά πριν την καθορισμένη έναρξη και ξεκινάμε ένα μικρό οδοιπορικό στον χώρο (καμιά σχέση με ό,τι θυμόμασταν – το κορίτσι είχε πάει σχολική εκδρομή εκεί στο γυμνάσιο). Πολύς κόσμος, με αρκετό ενθουσιασμό, και αγοράζουμε βιβλίο – πρόγραμμα (υπέροχη έκδοση, κόσμημα για κάθε βιβλιοθήκη) και περιμένουμε να ανοίξουν οι πόρτες. Τελικά, η άνοδος ήταν πιο εύκολη απ’ όσο τη θυμόμουν και παίρνουμε τις θέσεις στην δεξιά μεριά των κερκίδων, περίπου στη μέση.
Ωραίο μιλιταριστικό σκηνικό, θυμίζει τείχη στρατοπέδου της εποχής. Α, να και οι ερμηνευτές, έρχονται πομπή προς τη σκηνή. Ξεκίνημα με Αγαμέμνονα και τον υπηρέτη του – ένα γράμμα που γράφεται και σκίζεται όλο το βράδυ. Πρέπει ο στρατάρχης να ακυρώσει τον ερχομό της Ιφιγένειας στην Αυλίδα και εμπιστεύεται τις νέες εντολές στον γέρο υπηρέτη του. Όμως, το γράμμα δεν θα φτάσει ποτέ, γιατί ο Μενέλαος, ο αδερφός του, θα συλλάβει στον δρόμο τον αγγελιοφόρο και θα ζητήσει τον λόγο για την αλλαγή στάσης του Αγαμέμνονα – αφού πήρε τον χρησμό που έλεγε ότι πρέπει να θυσιάσει το κορίτσι του για να φυσήξει άνεμος και είπε πως αυτό που ζητάει η Άρτεμη θα γίνει, γιατί τώρα το παίρνει πίσω;
Ο διάλογος των δύο αδελφών βγάζει στο προσκήνιο τις πεποιθήσεις που έχει ο ένας για τον άλλον και φανερώνει πως πίσω από την προσχηματική εκστρατεία για την επαναπάτριση της άπιστης Ελένης, κρύβονται άλλα συμφέροντα και πως ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνων δεν πρέπει να λογίζεται ως αθώος του αίματος και θύμα, γιατί και φιλόδοξος είναι και έχει υποχρέωση, λόγω αξιώματος, να βάζει πρώτη τη θέληση των πολλών από τα προσωπικά του… αν δεν ήθελε να βρεθεί σε αυτήν την κατάσταση, ας μην δεχόταν το αξίωμα, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μενελάου. Στην απάντηση του Αγαμέμνονα πέφτουν οι πρώτες “μπηχτές” για τον ανδρισμό του αδερφού του και το κατά πόσο τελικά όλος αυτός ο ξεσηκωμός γίνεται για μια γυναίκα που τον απάτησε και αν, για τις όποιες φιλοδοξίες του, πρέπει, επειδή το είπε ένας γέρος μάντης, να σφάξει αυτός το παιδί του. Οι διαξιφισμοί τους πέρνανε από διάφορες εναλλαγές ρόλων (ο Μενέλαος κάποια στιγμή δίνει δίκιο στον αδερφό του, που έχει μετατοπιστεί προς αυτά που πριν, μετά βδελυγμίας, απέκρουε και δεν ακούει τίποτα άλλο), με το παράλογο του πράγματος να τελειώνει με τον αρχιστράτηγο να έχει πάρει την απόφαση να κάνει τη θυσία και τον αδερφό του να επιχαίρεται.
Στο μεταξύ, η Κλυταιμνήστρα και η Ιφιγένεια έχουν φτάσει στην Αυλίδα, με την αίσθηση ότι προσέρχονται σε προετοιμασία γάμου, και συναντιούνται με τον βασιλιά, που δεν φανερώνει απολύτως τίποτα, αλλά επιδιώκει να διώξει πίσω στο Αργος τη βασίλισσα, κάτι που η, γεμάτη τσαγανό, σύζυγος δεν παίρνει και τόσο καλά και φυσικά αρνείται, αφού, όπως σωστά λέει, πού ακούστηκε γάμος χωρίς τη μητέρα της νύφης παρούσα. Η νεαρή Ιφιγένεια χαίρεται που θα ξαναδεί τον πατέρα της πριν φύγει, εντελώς ανυποψίαστη για οποιοδήποτε σενάριο. Οι πρώτες υποψίες ότι κάτι κρύβει ο Αγαμέμνονας μπαίνουν στη βασίλισσα, όταν συναντά τον υποτιθέμενο γαμπρό, Αχιλλέα, που μένει έκπληκτος, όταν μαθαίνει τα περί γάμου, καθώς κανείς δεν του έχει πει κάτι περί αυτού και διαβεβαιώνει την Κλυταιμνήστρα ότι θα μάθει την αλήθεια και θα της σταθεί σε ό,τι χρειαστεί.
Με την εμπλοκή του Οδυσσέα, ο στρατός μαθαίνει τον σκοπό της άφιξης της Ιφιγένειας, η Κλυταιμνήτρα πληροφορείται τι σχεδιάζει ο άνδρας της και αποφασίζει να τον αντιμετωπίσει. Εκεί, μαθαίνουμε και άλλες λεπτομέρειες για τον Αγαμέμνονα (βίος και πολιτεία, τελικά, ο “κύριος”) και το παρελθόν του και ο βασιλιάς προειδοποιείται για το θυμό της, αν τελικά προχωρήσει με όσα σκέφτεται. Ακόμη και στις ερωτήσεις της κόρης του, δεν έχει να αρθρώσει λόγο και δείχνει χαμένος μέσα στην ιστορία που έφτιαξε. Ο Αχιλλέας, που έχει την πρόθεση να διορθώσει την αδικία, βρίσκει απέναντί του πρώτα τους δικούς του στρατιώτες και μετά όλους τους άλλους… παρόλα αυτά, δηλώνει στις δύο γυναίκες πως δεν φοβάται και θα κάνει τα πάντα για να μη συμβεί αυτή η θυσία. Σε ένα άλμα θάρρους και λογικής, η Ιφιγένεια αποφασίζει να θυσιαστεί για τους δικούς της λόγους και να μην γίνει η αιτία για μεγαλύτερα δεινά στο στρατόπεδο των Ελλήνων. Η απόφαση αυτή ανακουφίζει προφανώς όλους, πλην της Κλυταιμνήστρας, που “πληροφορεί” τον Αγαμέμνονα για το τίμημα που θα κληθεί να πληρώσει, μόλις επιστρέψει, για αυτό που της έκανε.
Ακόμη κι όταν ο αγγελιοφόρος την ενημερώνει, μαζί με τον Αγαμέμνονα, για την έκβαση της θυσίας και τη μη θυσία τελικά του κοριτσιού, εκείνη έχει πάρει τις αποφάσεις της και όλα θα γίνουν στον σωστό χρόνο και όπως πρέπει…
Όλο αυτό που είδαν τα μάτια ενός 47χρονου, πλέον, ανθρώπου φαντάζει απίστευτα βάρβαρο και απάνθρωπο και έρχεται σε αντιδιαστολή με τη “βαρβαρότητα” των Τρώων, που επικαλούνται οι στρατηγοί στο έργο, σε σχέση με την ελληνική “ευγένεια”. Κάποιες φράσεις στον μονόλογο της Ιφιγένειας, σχετικά με τη θέση της γυναίκας και του ρόλου της όπως “είναι πιο σημαντικό για έναν άντρα από ό,τι για χίλιες γυναίκες να συνεχίσει να βλέπει το φως του ήλιου” ακούγονται σήμερα πολύ ξένες, αλλά είναι μέρος του παιχνιδιού που στήνει ο Ευριπίδης, για να καταδείξει αυτά που χτίζει ως θέσφατα το πατριαρχικό μοντέλο και τη ματαιότητα και την κενότητα της εξουσίας, που απαιτεί θυσίες, χωρίς να υπολογίζει τι αφήνουν πίσω τους. Η απόφαση της νεαρής κοπέλας να πάρει αυτή την ευθύνη για τις πράξεις της, “ξεπλένει”, τρόπον τινά, από την “αμαρτία” τον Αγαμέμνονα, τον ξεγυμνώνει ηθικά, όμως, αφού χρειάζεται να πάρει την ευθύνη ένα μικρό κορίτσι, ώστε να κερδίσει αυτός δόξα και πλούτη. Ακόμη και η είδηση ότι με κάποιον τρόπο, η κοπέλα δεν θυσιάστηκε και γλίτωσε, δεν ξεπλένει τίποτα απ’ όσα νιώθει ο θεατής, που αντιλαμβάνεται πως όλοι οι ισχυροί του έργου καθοδηγούνται από ποταπά ένστικτα και τρέμουν τη μανία του όχλου των στρατιωτών, που οι ίδιοι έχουν “πορώσει”, τάζοντας σφαγές και πλιάτσικο και όλα εκείνα που απολαμβάνουν οι κατακτητές σε βάρος των ηττημένων.
Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος είναι ένας συγκλονιστικός Αγαμέμνονας, ένας βαθύτατα τραγικός ήρωας, που ακροβατεί πάνω σε πολλά σχοινιά ταυτόχρονα, επιχειρώντας να κρατήσει την ισορροπία του, και μάλιστα χωρίς προφανές δίχτυ ασφαλείας. Καθηλωτικός στον ρόλο του, με δίχασε πολλές φορές, καθώς δεν μπόρεσα να καταλήξω ποια από όλες τις προσωπικότητες που παρουσίασε ήταν η πραγματική του ήρωα. Δίπλα του, σε έναν εξίσου δύσκολο και πολύ δυνατό ρόλο, η Κλυταιμνήστρα της Ιωάννας Παππά – απολαυστική ως βασίλισσα του Αργους, που προσπαθεί να ορθώσει ανάστημα σε μια κατάσταση που δεν της αρέσει και καταναγκαστικά επιβιώνει μέσα σε αυτήν. Ωραία άρθρωση στον λόγο και επιβλητική, ήταν ίσως ο καλύτερός της ρόλος που έχω παρακολουθήσει.
Ο Άκης Σακελλαρίου είναι ο Μενέλαος, που μας έδωσε μια πολύ δυνατή σύγκρουση επιχειρημάτων με τον αδελφό του για το τι θέλουμε και τι αναγκαζόμαστε τελικά να κάνουμε. Πολύ καλός ως παρουσία, έπεισε ως πολεμοχαρής στρατηγός που, μπροστά στη δίψα για μάχες και κατακτήσεις, δεν έχει κανέναν φραγμό. Ο Αχιλλέας, του Γιώργου Χρυσοστόμου, ήταν ένας δυναμικός ρόλος με καλή χρήση της γλώσσας και του παραστήματος ως ήρωα, όμως μου έλειψε λίγος “τσαμπουκάς”, ειδικά στη δεύτερη εμφάνισή του και στην πρώτη – πρώτη, στο κομμάτι που μαθαίνει πως τον έχει χρησιμοποιήσει, εν αγνοία του, ο βασιλιάς (δεν είσαι τόσο άνετος, όταν σου έχουν “παίξει” τέτοια ασχήμια πίσω από την πλάτη σου – Έλληνας είσαι, όχι Σκανδιναβός!). Αρκετά καλός κι αυτός, παρόλες τις ενστάσεις (που μάλλον είναι σκηνοθετική οδηγία). Ο Παντελής Δεντάκης, στον διπλό ρόλο του πρεσβύτη/αγγελιοφόρου, ήταν συνεπέστατος, ειδικά με την πρώτη ιδιότητα άρεσε πολύ, όταν χρειάστηκε να γίνει υπηρέτης δύο αφεντάδων, του βασιλιά του και της γυναίκας που έχει ταθεί να υπηρετεί σε όλη του τη ζωή, γνωρίζοντας όλη την αλήθεια από την αρχή, αλλά επιλέγοντας τον χρόνο που θα μιλήσει.
Η Μαρία Πετεβή είναι η Ιφιγένεια – υπέροχη επιλογή! Με πρόσωπο και σωματοδομή που ταιριάζει στο κορίτσι της ιστορίας, είναι εξαιρετική, συνολικά, σε αυτό που καλείται να υπηρετήσει και δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού από ξέγνοιαστο κορίτσι, περνάει στη θέση της υποψήφιας νύφης ενός ξακουστού πολεμιστή, βλέπει να γκρεμίζεται η χαρά της, με την απόφαση που έχει πάρει για εκείνη ο πατέρας της, και ωριμάζει απότομα, παίρνοντας μια απόφαση ζωής που δεν μπορόυσε ποτέ να υποψιαστεί ότι θα χρειαστεί να πάρει. Ήταν πραγματικά χάρμα οφθαλμών.
Το πιο δυνατό στοιχείο της παράστασης ήταν για μένα ο χορός των κοριτσιών από τη Χαλκίδα – πραγματικά υπέροχες όλες τους, με ωραιότατες φωνές στα τραγούδια της παράστασης και με φοβερή κίνηση. Ήταν το κομμάτι αυτό που συνέδεε το παρόν των γεγονότων, με τα μελλοντικά που ακούγονταν στα χορικά και, πέραν της πληροφορίας, περιείχαν και κάποιους φόβους για αυτά που αφορούν και τις ίδιες, μετά από τα όσα συμβαίνουν στην Αυλίδα. Ήταν η βάση που πατάει ο σκηνοθέτης Θέμης Μαμουλίδης, που χρησιμοποιεί αυτό το εύρημα για να δώσει χρονικό βάθος σε όσα αφορούν τους ήρωες του έργου και να καταδείξει ότι η αφετηρία πολλών προβλημάτων που υπάρχουν σήμερα, έχουν πολύ βαθύτερες ρίζες. Όλο το στήσιμο της παράστασης είναι σχεδόν κινηματογραφικό, με πολύ ωραία ροή και χωρίς να έχει κάποιο σημείο που βαριέται ο θεατής. Είναι σε πολύ ευχάριστη θέση, όλοι οι ηθοποιοί να έχουν αντιληφθεί το όραμα και τη διάθεσή του για την προσέγγιση της ιστορίας και μπορεί να αισθάνεται πολύ ευτυχής, όταν από πολλά στόματα ακούγεται πως η Ιφιγένειά του, ίσως είναι η καλύτερη παράσταση του θεατρικού καλοκαιριού. Η “γεύση” που σου αφήνει είναι ταυτόσημη με όσα παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό γύρω μας “ο σκοπός για εξάπλωση και κυριαρχία να επιτευχθεί, ασχέτως των θυσιών που, ακούσια ή εκούσια, θα εξαναγκάσουμε κάποιους (ή όλους)”.
Σε αυτό βοηθάει τα μάλα το εξαιρετικό κείμενο της απόδοσης, που επιμελήθηκε η Παναγιώτα Πανταζή, που χρησιμοποιεί μια σύγχρονη ωραία ελληνική γλώσσα, τονίζοντας τα σημεία της ανακολουθίας λόγων και πράξεων των ηρώων και τις πολλές στιγμές αναποφασιστικότητας και αμφιθυμίας. Πολύ έξυπνο το σκηνικό του Γιώργου Γαβαλά, που παραπέμπει άμεσα σε μιλιταριστικό περιβάλλον… ακολουθούν την ίδια λογική τα ανδρικά κοστούμια, που έρχονται σε αντίθεση με τα γυναικεία (πολυτελές φόρεμα για τη βασιλισσα και λευκά νυφικά φορέματα για Ιφιγένεια και χορό, που συμβολίζουν την αγνότητα σωμάτων και ψυχών) που φρόντισε η Νίκη Ψυχογιού. Εξαιρετική η μουσική της παράστασης, δια χειρός Σταύρου Γασπαράτου και η κίνηση των ηθοποιών, που φρόντισε η Σεσίλ Μικρούτσικου.
Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, σχεδόν 2500 χρόνια μετά τη συγγραφή της, μοιάζει να είναι ένα σύγχρονο έργο, καθώς οι παθογένειες της εξουσίας δεν έχουν διορθωθεί και τα όποια δεινά εξ αυτών χτυπήσαν βίαια την ανθρωπότητα, δεν μάλλον διδάξει κανέναν. Με φτηνές δικαιολογίες και επιχειρήματα, κάτι παραπάνω από αστεία, οι ισχυροί για τους δικούς τους εγωιστικούς λόγους πιστεύουν ότι μπορούν να εξαναγκάζουν τους ανθρώπους σε θυσίες, ευαγγελίζοντας έννοιες, όπως το κοινό καλό ή το μεγαλείο της πατρίδας… και επειδή δεν βρίσκουν κανέναν πρόθυμο να αναλάβει να τους κάνει τη Ιφιγένεια, επενδύουν στην πλήρη αποβλάκωση της μάζας, που με αντίδωρα χάντρες και καθρεπτάκια θα ταχτεί στο πλευρό τους, καταπνίγοντας κάθε φωνή λογικής ή άρνησης.
Από τις πιο ολοκληρωμένες παραστάσεις που είχα τη χαρα να παρακολουθήσω τα τελευταία καλοκαίρια· όπου τη βρείτε κοντά σας, τώρα που επιστρέφει στην Αθήνα, μην τη χάσετε!
Υ.Γ. Να ευχαριστήσουμε για την πρόσκληση την Ars Aeterna | Εταιρεία Τέχνης και το γραφείο τύπου (κα Ειρήνη Λαγουρού), όπως και το προσωπικό του Free Travel (οδηγός και τις δύο συνοδούς μας, φοβεροί επαγγελματίες) που φρόντισαν για το ταξίδι μας προς και από την Επίδαυρο.
Θοδωρής Κ., Αύγουστος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv