play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια’ στο Θέατρο Τέχνης

today21 Νοεμβρίου, 2022

Φόντο
share close

Εθνικό Θέατρο και Θέατρο Τέχνης «Καρόλου Κουν» συνέπραξαν και ανέβασαν το έργο «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια»· όμως, η πανδημία και η υποχρεωτική καραντίνα, που έφερε το κλείσιμο όλων των πολιτιστικών χώρων, υποχρέωσε τη θέασή του από το κοινό μόνο μέσω live streaming.

Καθώς, όμως, η “κανονικότητα”, και σε αυτό το κομμάτι της ζωής μας, επανέρχεται, η παράσταση αποφασίστηκε να παιχτεί, παρουσία κοινού, στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης, στη Φρυνίχου. Όπως δήλωσε πριν την πρεμιέρα ο σκηνοθέτης της, Γιάννος Περλέγκας, η εκδοχή του 2022 θα είχε πολλές και δομικές διαφορές, σε σχέση με την προηγούμενη -ο ίδιος, παρακολουθώντας την προηγούμενη εκδοχή, θέλησε να κάνει κάποιες ακόμη αλλαγές, ενώ υπάρχει ένας νέος χώρος που θα παιχτεί και, επιπλέον, ζωντανό κοινό.

Η Στέλλα, ως κινηματογραφικό φιλμ, είναι για πολλούς από εκείνα που κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση στην ιεραρχία των αγαπημένων ταινιών τους. Το εγχείρημα του Κακογιάννη απεικονίζει ρεαλιστικά την κατάσταση και τους ανθρώπους στην μετεμφυλιακή Αθήνα, που οι συνθήκες ζωής ήταν αρκούντως δύσκολες και η κοινωνία, έχοντας βγει από μια μεγάλη περίοδο πολέμου και δυστυχίας, είχε συσπειρωθεί σε πιο συντηρητικές φόρμες, που εκφράζονταν μέσα από μια τύποις “σκληρή” πατριαρχία-ανδροκρατία. Το γεγονός ότι ο Καμπανέλης, σε αυτό το έργο, τοποθετεί μια γυναίκα να ορθώνει ανάστημα, αμφισβητώντας όλα τα στερεότυπα της εποχής, ήταν πολύ “αναρχικό” για τον μέσο άνθρωπο, η γυναικοκτονία του τέλους δε, για λόγους τιμής, παρότι δικαιολογείτο από κάποια “σάπια” μυαλά, πρόβαλλε την αναγκαιότητα του συστήματος, με κάθε τρόπο, να φιμώνει κάθε απόπειρα αυτοδιαχείρισης και παρέκκλισης από τα “δέοντα”, με παραδειγματικό τρόπο, ώστε να αποφεύγονται μιμητές – φυσικά, ο Καμπανέλης κατακρίνει αυτές τις συμπεριφορές, ασκώντας έμμεση κριτική σε αυτό και εκφράζοντας την ανάγκη να σεβόμαστε τη διαφορετικότητα του καθενός, αλλά και την υποχρέωση της αποδοχής της.

Είχα δει, πριν λίγα χρόνια, στο θέατρο Ακαδημία Πλάτωνος (δεν λειτουργεί πλέον…) μια εκδοχή του έργου, με νέους τότε ηθοποιούς, αρκετά κοντά στο ύφος της ταινίας και την είχα ευχαριστηθεί αρκετά. Αναγνωρίζοντας ότι το σήμερα είναι πολύ διαφορετικό, παρότι έχουν περάσει λίγα χρόνια, και πως τα γεγονότα των τριών τελευταίων ετών, με πολλά θύματα κάθε είδους κακοποιητικής συμπεριφοράς να μιλάνε και μια σειρά απο δολοφονίες γυναικών για διάφορες αιτίες να μας απασχολούν, ήμουν βέβαιος ότι αυτή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα θα ήταν αδύνατο να μην περάσει μέσα στην παράσταση…

Και δεν είχα άδικο – ο Γιάννος Περλέγκας στήνει μια παράσταση που χωροχρονικά βρίσκεται στα μέσα της δεκαετίας του ’50, όμως επιλεγεί να προβάλλει, σε μεγάλο βαθμό, τις γυναίκες τις ιστορίας, αρχής γενομένης από την κεντρική ηρωίδα τη Στέλλα, τη Μαρία (εργοδότρια και ιδοκτήτρια της ταβέρνας, όπου τραγουδά η Στέλλα), την Αννέτα (αντίζηλος-τραγουδίστρια) και, τέλος, τη μητέρα του Μίλτου. Σε αυτές, να προσθέσουμε και τη γυναίκα-αφηγήτρια, που δένει με τον λόγο της τις σκηνές του έργου και μεταφέρει σκέψεις για τα δρώμενα. Οι άνδρες είναι παρόντες, σε δεύτερο, όμως, ρόλο, υποστηρικτικό της ιστορίας, με μικρή εξαίρεση τον Μίλτο· κι αυτό στα κομμάτια που απαιτείται η συμμετοχή του.

Η σκηνοθετική του προσέγγιση είναι έξω από τα συνηθισμένα και προσφέρει στον θεατή μια σειρά απο εικόνες, ήχους-τραγούδια, καταστάσεις, αρώματα, έρωτες, όνειρα, που έχουν ως τόπο που συμβαίνουν το τότε, αλλά με έναν μαγικό τρόπο αγγίζουν το σήμερα. Ξεφεύγει από την εικόνα που έχουμε για τους χώρους και τους ήρωες μέσα απο το φιλμ και δημιουργεί μια νέα διαστάση που κινείται η ιστορία – αρχικά η σκηνογραφία και η εικαστική προσέγγιση μπορεί να ξενίζουν το μάτι, με τα έπιπλα που ανήκουν σε νεότερη εποχή, αλλά “προσπαθούν” να δείχνουν ρετρό, το συνθετικό γκαζόν, που ντύνει την αυλή της ταβέρνας, και τα ρούχα των πρωταγωνιστών, που μοιάζουν να έχουν βγει απο ντουλάπες του ’50, όμως κερδίζεται το στοίχημα της “ανανέωσης” της εικόνας.

Άλλωστε, όλα και όλοι σε αυτό εγχείρημα βρίσκονται στην “υπηρεσία” της Στέλλας, ό,τι κάνουν, ό,τι σκεφτούν, ό,τι λόγο εκφέρουν, αντικατοπτρίζοντας είτε τον εαυτό τους είτε την κοινωνία, καταδεικνύοντας το χάσμα που χωρίζει αυτούς από εκείνη. Η Στέλλα της Εύης Σαουλίδου δεν έχει καμιά απολύτως ομοιότητα με εκείνη της Μελίνας Μερκούρη – είναι μια απλή, γήινη κοπέλα, με ξεκάθαρη γνώση του ποια είναι και τι πρεσβεύει και της ανάγκης της να αποφασίζει αυτή για τη ζωή της. Αναγνωρίζει τη σημασία του έρωτα στη ζωή της, τον “ελέγχει” με τα θέλω της όσο μπορεί. Η εμφάνιση του Μίλτου, που δεν την περίμενε, την έκανε να αμφισβήτησει κομμάτια του είναι της, όμως, όταν αντιλαμβάνεται ότι η δύναμη αυτού του έρωτα θα τη συντρίψει τελικά, αποφασίζει ότι αυτό που μοιραία θα συμβεί, ας γίνει με τους δικούς της κανόνες…

Η Μαρία, που ενσαρκώνεται από τη Σοφία Κόκκαλη, η ιδιοκτήτρια της ταβέρνας, μόνη κι αυτή στη ζωή, είναι μια δυναμική γυναίκα με “κόφτη” όμως, που διατηρεί μια δική της επιχείρηση και τα πηγαίνει αρκετά καλά σε εναν ανδροκρατούμενο χώρο, αλλά το τσαγανό της περιορίζεται στα στενά όρια της αυλής και επιλέγει η έξωθεν μαρτυρία της να είναι συμβατή με όσα επιτάσσει ο περίγυρος, ώστε να μη στοιχίσει αυτό στο μαγαζί. Άλλωστε, σε μια σκηνή λέει στην άλλη τραγουδίστρια, την Αννέτα (την υποδύεται η Κατερίνα Λυπηρίδου) “ζηλεύω τη Στέλλα και τη θαυμάζω, όμως αν είχα μια κόρη, θα ήθελα να είναι σαν εσένα”, δείχνει την αντίθεση σκέψης και πράξης, που τη χαρακτηρίζει. Η Αννέτα, που είναι κρυφοερωτευμένη με τον Μίλτο και πρόθυμη να θυσιάσει τα πάντα για έναν όμορφο γαμπρό, ακούει με ανακούφιση αυτό και εν μέρει καθησυχάζεται, καθώς στη διαρκή κριτική προς τη Στέλλα για τη συμπεριφορά και τη “διαγωγή” της, δεν βρίσκει κανέναν “δημόσιο” σύμμαχο.

Ο Μίλτος – Μιχάλης Τιτόπουλος, που δεν έχει εμφανή σκηνική χημεία με τη Στέλλα – Εύη Σαουλίδου, με τη σειρά του κι αυτός αποστασιοποιείται από την εικόνα του Γιώργου Φούντα, παρουσιάζοντας έναν νεαρό άνδρα που ακροβατεί ανάμεσα στο συναίσθημα και σε αυτά που έχει διδαχτεί στο σπίτι από τη μητέρα του. Είναι πολύ ιδιαίτερα δοσμένος, σκηνικά, ο τρόπος που αντιμετωπίζει την απόρριψη της Στέλλας και την αθέτηση του γάμου. Η σκληρότητα του ήρωα, η ανάγκη για επιβολή και το αίσθημα κυριαρχίας που τον διακρίνει, βρίσκονται σε μια υπαινικτική κατάσταση, αποτέλεσμα σκηνοθετικής επιλογής. 

Το πρόσωπο που θα αναμετρηθεί με τη Στέλλα, διαμορφώνοντας τις τελικές επιλογές της, είναι η μάνα του Μίλτου – Ανθή Ευστρατιάδου (που λειτουργεί και ως αφηγήτρια-κομπέρ στην παράσταση), ως πρεσβευτής της αντίληψης που θέλει τη γυναίκα αντικείμενο στα θέλγητρα του άνδρα. Ξεχνώντας το “μέχρι τότε” και υποτασσόμενη στους ρόλους που επιβάλλονταν… ίσως την κρυφοθαυμάζει κι αυτή, αλλά η αγάπη για τον γιο υπερκεράζει τα πάντα και της υπαγορεύει αυτή τη συμπεριφορά – η σκηνή δεν υπάρχει στο φιλμ, παρόλο που είχε γραφτεί από τον Καμπανέλλη και είναι ίσως η πιο δυνατή της παράστασης.

Ο πιανίστας – Γιάννος Περλέγκας, ο οργανοπαίχτης – Στράτος Γκρίντζαλης, το γκαρσόνι – Θοδωρής Σκυφτούλης και οι δύο νεαροί του Γιάννη Παπαδόπουλου (γιατρός στην αρχή και μπογιατζής στο τέλος), σε χαμηλότερο ρυθμό από τις γυναίκες, δείχνουν να είναι θεατές των εξελίξεων και όχι πρωταγωνιστές τους, όμως με τα λόγια και τις σκέψεις που ακούμε μάς ολοκληρώνουν την εικόνα των αντιλήψεων του κοινωνικού περίγυρου της εποχής.

Η παράσταση είχε τη δυσκολία να “αναμετρηθεί” με μια εμβληματική ταινία και το δεδομένο ότι η πλειοψηφία του κοινού δεν έχει γνώση του θεατρικού κειμένου (αφού δεν παίχτηκε ποτέ στην εποχή του, αλλά έγινε κατευθείαν ταινία). Η επιλογή του Γιάννου Περλέγκα να ακολουθήσει το θεατρικό και να προσθέσει κομμάτια από άλλα κείμενα μέσα στο τελικό της παράστασης, ενώ τη δούλευε με την ομάδα και φυσικά ανταποκρίνονταν στη λογική της και την ενίσχυαν, κρίνεται επιτυχημένη. Η μουσική και τα τραγούδια της εποχής δεν βρίσκονται εκεί για να προσθέσουν ηχόχρωμα, αλλά έχουν λόγο και ουσία. Οι ερμηνείες ξεδιπλώνουν διακριτά το σκηνοθετικό όραμα και τη “διαφορετική” προσέγγιση – κάποιες μικρές αστοχίες στην άρθρωση ή η λίγο υψηλότερη ένταση της φωνής, δεν χαλάνε τη μεγάλη εικόνα.

Η πρόσεγγιση και η οπτικοποίησή της στη θέαση του έργου, σε κάποια σημεία, με ξένισαν, καθώς, τελειώνοντας η παράσταση, δεν είχα αποκρυσταλλωμένη άποψη για το πόσο μου άρεσε ή όχι αυτό που είδα, με παράλληλες απορίες προς συζήτηση από τη σύντροφό μου. Μέρες αργότερα και, μέσα απο διαλόγους που βοήθησαν να σχηματίσουμε μια πιο σφαιρική άποψη, καταλήξαμε πως το πρόσημο είναι θετικό. Ίσως αυτός να είναι και ο σκοπός των δημιουργών της παράστασης, να βάλουν σε μια τέτοια διαδικασία σκέψεων και πνευματικής επεξεργασίας το κοινό, μην “προσφέροντας” εμφανώς όλα τα νοήματα στο “πιάτο”. Αυτό δεν γνωρίζω το πόσο θα λειτουργήσει στο σύνολο όσων θα την παρακολουθήσουν, γιατί ο κόσμος στις μέρες αυτές έχει ήδη πάρα πολλά να διαχειριστεί ….

Η πρώτη μου απορία στη συνοδό μου, καθοδόν για το μετρό, “πώς κατάφεραν μια ομάδα από νάνους να σκοτώσουν μια γιγάντισσα;”, περικλείει όλη την ουσία της παράστασης. Στην προκρούστια λογική της τάξης των ημερών μας, που δεν επιτρέπει κανένα κεφάλι να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα, γιατί ελοχεύει ο “δήμιος”, αντιλήφθηκα ξανά ότι, ως χώρα και ως άνθρωποι, το τραύμα που άφησε η δεκαετία του ’40 και η αντιμετώπισή του στις επόμενες, έχει ξεκινήσει να αναβλύζει πάλι πύον, που δηλητηριάζει τα πάντα γύρω μας, καθώς ποτέ δεν φροντίσαμε για την επούλωσή του, αλλά απλώς το κρύβαμε για να μην το “βλέπουμε”. Κι αν στην δεκαετία της ιστορίας του έργου, η επιβίωση, η επερχόμενη αστικοποίηση και η αναμόρφωση της κοινωνίας, ήταν ανασταλτικοί παράγοντες για τη διαχείρηση και εξάλειψή τους, στις επόμενες δεκαετίες, και ειδικότερα για εκείνες του “μαζί τα φάγαμε”, δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Είναι ανεπίτρεπτο να απευθύνονται ακόμη σε γυναίκες φράσεις, όπως “έχε για μέτρο το μπόι του αντρός σου” και, το τραγικότερο όλων, από γυναικεία στόματα…

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Νοέμβριος 2022

Συντάχθηκε από: Sin Radio