play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση “Η Δημοκρατία του Μπακλαβά” στο Αμφι-θέατρο

today14 Φεβρουαρίου, 2022

Φόντο
share close

Θυμάμαι ακόμη μια παράσταση του Σπύρου Ευαγγελάτου στο κτήμα Συγγρού στο Μαρούσι – ήταν το μακρινό 2001, η Μήδεια του Ευριπίδη. Πρώτη μας φορά που βλέπαμε σκηνοθεσία του, αφού τον χειμώνα οι επαγγελματικές μας υποχρεώσεις και διάφοροι άλλοι λόγοι δεν μας επέτρεπαν να επισκεφθούμε το θεατρικό του σπίτι, το Αμφι-θέατρο, και να δούμε εκεί κάποια παράσταση. Μείναμε με το παράπονο, καθώς, όταν το θέατρο και οι παραστάσεις στην πόλη μπήκε πολύ βαθιά στην καθημερινότητά μας, το εν λόγω θέατρο ήταν κλειστό και ο ιδρυτής του δεν ζούσε…

Αλλά, επειδή στη ζωή όλοι δικαιούνται δεύτερων ευκαιριών, πήραμε κι εμείς τη δική μας και επισκεφθήκαμε το προηγούμενο Σάββατο το Αμφι-θέατρο. Με εμφανή τα σημάδια του χρόνου που πέρασε, όσο ήταν κλειστό, και την ανάγκη να γίνει μια ανακαίνιση και να ξαναλειτουργήσει κανονικά, αλλά είναι ένας τόσο ωραίος χώρος και τόσο ιστορικός που γεμίσαμε από χαρά και συγκίνηση. Τα ίδια συναισθήματα πρέπει να είχε όλος εκείνος ο κόσμος που βρισκόταν στον πεζόδρομο απέξω και γέμισε ασφυκτικά το θέατρο· ένα πολύχρωμο κοινό, που είχε προσέλθει, όπως κι εμείς, για να παρακολουθήσει μια παράσταση που όλοι είχαμε ακούσει – διαβάσει τα καλύτερα.

“Η Δημοκρατία του Μπακλαβά” παρουσιάστηκε στο κοινό το καλοκαίρι που πέρασε, στο Φεστιβάλ Αθηνών, και πολύ σύντομα απέκτησε μια μεγάλη δημοτικότητα μετάξυ των θεατρόφιλων, που θύμισε παλιές εποχές, που τα “καλά” νέα διαδίδονταν στόμα με στόμα. Ευτυχής συγκυρία για όσους δεν καταφέραμε να την δούμε τότε, οι παραστάσεις που θα δίνονταν στο Αμφι-θέατρο. Ομολογώ ότι, ακριβώς τι θα έβλεπα, δεν είχα γνώση, αλλά να είχαν άδικο τόσοι που μας την είχαν προτείνει, μου φαινόταν λίγο σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Ένα ζευγάρι, η Σοφία και ο Φατίχ, γνωρίζονται, ενώ σπουδάζουν στο Λονδίνο. Ελληνίδα αυτή, Τούρκος αυτός, βρίσκουν, στον ξένο τόπο, πολλά που τους ενώνουν και η σχέση αυτή γίνεται γάμος. Κάποια χρόνια μετά και εν μέσω εξελίξεων, αποφασίζουν να μετεγκατασταθούν στο Μεσολόγγι, με τον 9χρονο γιο τους (που ακούει στο όνομα Μεζέ – γιατί αυτή η λέξη είναι κοινή και στις δύο χώρες), καθώς η Σοφία κληρονομεί την οικογενειακή περιουσία εκεί. Το ζευγάρι ανοίγει ένα εργαστήριο παρασκευής μπακλαβά, που αποκτά μεγάλη εμπορική επιτυχία, γίνονται βεντέτες της πόλης, με εμφανίσεις στα τοπικά κανάλια, αλλά και ακόμη μεγαλύτερες, αφού η επιτυχία του εγχειρήματος οδηγεί τους διοργανωτές πολύ γνωστού event για την επιχειρηματικότητα, να καλέσουν τον Φατίχ να μιλήσει για το πώς το δημιούργησαν όλο αυτό. Όταν καταλαγιάζει ο ενθουσιασμός, έρχεται η δύσκολη ώρα που θα αντιμετωπίσουν, πέρα απο την “περιέργεια” των ντόπιων, και αρκετές από τις παθογένειες του νεοελληνικού κράτους. Το ποτήρι ξεχειλίζει, όταν τα συμπλέγματα και οι νοοτροπίες ετών ξεσπούν στο παιδί τους και, στην προσπάθειά τους να βρουν το δίκιο τους, τρακάρουν πάνω σε κάτι ανεκδιήγητους “εκπαιδευτικούς” και φορείς, που αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα, όπως τη βλέπουν μέσα από τη διαστρεβλωμένη οπτική τους.

Έτσι, δημιουργούν μια ψηφιακή νέα χώρα, που ανώτατοι πολιτειακοί άρχοντες είναι οι ίδιοι, φτιάχνουν κρυπτονόμισμα για τις συναλλαγές τους (το fistic-coin) και, εκμεταλλεύομενοι την εκποίηση της δημόσιας περιούσιας, αγοράζουν ένα νησάκι στη λιμνοθάλασσα και εκεί τοποθετούν χωροταξικά το νέο κράτος. Αυτό το νέο κράτος, που δεν έχει και την τεράστια έκταση, συγκεντρώνει σχεδόν αμέσως την προσοχή της νεο-χίπστερ κοινότητας, καθώς και προσφύγων που έχουν ικανότητες και γνώσεις και δεν είναι διατεθειμένοι να τις εκποιήσουν σε κάποια δυτική χώρα, έναντι πινακίου φακής. Παράλληλα, το κρυπτονόμισμά τους τυγχάνει τρελής αποδοχής και μεγάλα ποσά επενδύονται σε αυτό, προσφέροντας στο νεότευκτο κράτος οικονομική αυτάρκεια, αλλά ταυτόχρονα έντονο προβληματισμό στις ελληνικές τράπεζες (πού αλλού άραγε;;;).

Το ρομαντικό του εγχειρήματος είναι καταδικασμένο να μην μακροημερεύσει, καθώς νομικά η νέα χώρα δεν είναι αναγνωρισμένη από καμία άλλη στον κόσμο και επιπλέον η συγκέντρωση αυτών των ανθρώπων στο νησί και τα επιτεύγματά τους, ξυπνάνε ένστικτα αυτοσυντήρησης και διατήρησης της έννομης τάξης στους συνήθεις υπόπτους (νοικοκυραίους και ΜΜΕ) και, με πρόσχημα ότι αυτό το “παράνομο” έγχείρημα αποτελεί μια πηγή φοροκλοπής, συγκέντρωσης παράνομου πλουτισμού (ενώ, αυτό ειδικά, δεν συμβαίνει καθόλου στο ελληνικό κράτος, χαχαχαχαχα!) και διευκόλυνσης εξόδου προς την Ευρώπη σε παράτυπους μετανάστες (λογικό, τι θα κάνουν οι “νόμικοι” έμποροι ονείρων-δουλέμποροι, κλέφτες θα γίνουν;), η ελληνική πολιτεία να κάνει ξανά αυτό που γνωρίζει πολύ καλά… αντί να βρει τρόπο να αξιοποιήσει όλο αυτό και να διδαχθεί, προτιμά να το καταστρέψει, στέλνοντας έναν χρόνο μετά την ίδρυσή του την ένδοξη ελληνική αστυνομία να επιβάλλει τον νόμο και την τάξη!

Όλη αυτή η ιστορία παρουσιάζεται με έναν ευρηματικό τρόπο, μέσα από το φίλτρο ενός “θεατρικού” ντοκιμαντέρ, όπου οι τέσσερις ηθοποιοί έχουν αναλάβει να μας παρουσιάσουν την ιστορία. Το χιούμορ κυριαρχεί και, μέσα από αυτήν τη συνθήκη, παρουσιάστηκαν πολλά από τα τρελά και απίθανα του σύγχρονου κράτους που ζούμε, μπολιασμένα με τις αλλοπρόσαλλες αντιλήψεις για την ανωτερότητα της φυλής και την ψηφιακή νέα πραγματικότητα, που ο καθένας αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει κατά το δοκούν, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα κωμικό περιβάλλον για όποιον μπορεί να το παρακολουθεί από απόσταση. 

Η αριστοφανική Νεφελοκοκκυγία έρχεται συνειρμικά στο μυαλό, καθώς όλο το εγχείρημα διαθέτει πολλά στοιχεία από το έργο του αρχαίου κωμωδιογράφου. Η ανάγκη του ανθρώπου να βρει έναν τόπο που θα τον σέβονται και θα λειτουργεί αρμονικά αποδεικνύεται διαχρονική. Όπως αντίστοιχη είναι και η ανάγκη μιας μερίδας ανθρώπων, να δηλώνουν παρόντες στο γίγνεσθαι της εποχής και να τροφοδοτούν την εξέλιξη των πραγμάτων. Σε αυτή την κατηγορία τοποθετώ τον Ανέστη Αζά, που συνέλαβε την ιδέα της παράστασης και τη σκηνοθέτησε, ο οποίος, με αφετηρία τα 200 χρόνια από την “επανάσταση” του 1821, επιλέγει, με κέντρο μια διαφυλετική σχέση δύο νέων ανθρώπων, που, στα μάτια αρκετών θα φαινόταν ως και ιεροσυλία, για να καυτηριάσει όλο αυτό που ονομάζεται σύγχρονη Ελλάδα, που με το ένα πόδι προσπαθεί να βρει πατήματα στο μέλλον, την ίδια στιγμη που το άλλο είναι θαμμένο στο παρελθόν και σε δοξασίες που ορισμένες φορές δεν ταυτίζονται με την ιστορική αλήθεια.

Πραγματικά εξαιρετική η τετράδα των πρωταγωνιστών – Cem Yigit Üzümoglu και Κατερίνα Μαυρογεώργη είναι το ζευγάρι Φατίχ – Σοφία (έχουν κάποιες μικρές άλλες συμμετοχές σε σκηνές, όπως στο συγκρότημα Baklava – Sabbath) και οι Γιώργος Κατσής και Gary Salomon, παρόλο που έχουν την επικουρικότητα της ερμηνείας πολλαπλών άλλων προσώπων, κέρδισαν στα μάτια μου πολύ, γιατί ήταν οι απόλυτοι συνδετικοί κρίκοι σε όλη τη δράση. Συνολικά, η ομάδα των τεσσάρων είχε καταπληκτική χημεία και επικοινωνία και απεριόριστο κέφι (πώς να μην έχουν με τόσα συνεχόμενα sold out!) και όλο αυτό μεταδόθηκε και στο κοινό.

Η παράσταση, στο σύνολό της, είναι χορογραφημένη και οι ηθοποιοί δεν μένουν ποτέ ακίνητοι – τα εύσημα για το αποτέλεσμα που ήταν πραγματικά απίστευτο (με τόση κίνηση και να νιώθεις αρμονία και όχι ζαλάδα!) πηγαίνουν στη Ζωή Χατζηαντωνίου. Πολύ ωραία δουλειά με τα ρούχα των συντελεστών από τη Βασιλεία Ροζάνα, στη σκηνογραφία από τις Ελένης Στρούλια και Ζαΐρα Φαληρέα (για την παράσταση στην Πλάκα βοήθησαν στην προσαρμογή οι David Negrin και Γεώργιος Κολιός) και απόλυτα ταιριαστή και ξεσηκωτική η μουσική επιμέλεια από τον Παναγιώτη Μανουηλίδη.

Στα σχεδόν 100 λεπτά της παράστασης παρέλασε μαεστρικά μπροστά στα μάτια μας, ένας κόσμος που γνωρίζουμε και είμαστε μέρος του. Πιστεύω πως είναι η πιο ευρηματική και “έξυπνη” παράσταση που έχω δει την τελευταία δεκαετία και με ασφάλεια μπορώ να πω πως δεν θυμάμαι κάποια άλλη φορά να έχω γελάσει και κλάψει (από μέσα μου) ταυτόχρονα, με τις αλήθειες που παρακολουθώ επί σκηνής. Είναι ό,τι πιο ιερόσυλα όμορφο έχω δει ποτέ σε θεατρική σκηνή και χαίρομαι που δεν έχασα την ευκαιρία, έστω και στο παρά ένα. Θα ήταν ευτυχία, αν μπορούσαν να ξαναγίνουν κάποιες παραστάσεις ακόμη, για όσους δεν την πρόλαβανε, αλλά και για μας που είμαστε λάτρεις των “γλυκών”, ειδικά αυτών που έχουν μια μυστική συνταγή που ο δημιουργός τους δεν αποκαλύπτει ποτέ! Πολλές ευχαριστίες σε όλους που συντέλεσαν για τη δημιουργία της· περισσότερες τέτοιες ωραίες δουλειές χρειάζομαστε να ανεβαίνουν σε σκηνές της πόλης και να πηγαίνουν το ελληνικό θέατρο κάθε φορά και ένα βήμα παρακάτω.

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Φεβρουάριος 2022 

Συντάχθηκε από: Sin Radio