Sin Radio Listen, don't just hear!

Αίσθημά μου δυνατό,
αν σε χάσω θα χαθώ,
αν μου πεις αντίο,
θα κοπώ στα δύο.
Είσαι έρωτας κρυφός,
έτσι η καρδιά μου λέει,
έρωτάς μου δυνατός,
που τον θέλω κι ας με καίει,
είσαι έρωτας κρυφός,
έτσι η καρδιά μου λέει.
(Στίχοι: Κώστας Νίτσος – Mουσική: Δημήτρης Σταμπουλής – Eρμηνευτής: Μάκης Χριστοδουλόπουλος – Album: Αίσθημά μου δυνατό, 1998)
Ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος είναι ένας λαϊκός τραγουδιστής, που, στις δεκαετίες ’80 και ’90, έκανε μεγάλες επιτυχίες και αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο. Πέραν των καλλιτεχνικών του επιτυχιών, έχει απασχολήσει τη δημοσιότητα για συμπεριφορές και ενέργειες, που παραπέμπουν σε ήθη άλλων εποχών, αλλά είναι αποδεκτές από αρκετούς “οπαδούς” του. Εγώ μεγάλωσα με Μάκη, οι γονείς μου πήγαιναν στα πανηγύρια στο νησί, που τραγούδαγε κάθε καλοκαίρι, οπότε τα τραγούδια του μου ήταν πολύ οικεία και τον θεωρώ εξαιρετικό σε αυτό που κάνει (και πάρα πολύ φίλοι ροκάδες κι αυτοί, τον εκτιμούν πολύ ως τραγουδιστή) – για τα ζητήματα που έχει απασχολήσει τα μη καλλιτεχνικά ρεπορτάζ, πιστεύω ότι είναι λογικό αποτέλεσμα, αφού μεγάλωσε σε μια φυλή που έχει κανόνες και νοοτροπίες αυστηρότατης πατριαρχίας, που σε μας τους απ’έξω φαίνονται αρκετά παρωχημενα.
Θεωρητικά, η ελληνική κοινωνία έχει προχωρήσει μπροστά και δεν παρουσιάζει αρτηριοσκληρώσεις ή άλλα παθογενή ακραία φαινόμενα και, όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, παρατηρείται ένα σοκ στους συμπολίτες και ανοίγουν συζητήσεις για το πώς έγινε το κακό. Πρακτικά, η αλήθεια είναι πως, παρότι λέμε ότι έχουμε κάνει βήματα προς τα εμπρός, βράζουμε στο ίδιο καζάνι με σκ@τ@ – ίσως η ποσότητα να είναι λιγότερη σε σχέση με παλιότερα, αλλά το περιεχόμενο παραμένει το ίδιο. Κι αν στις μεγάλες πόλεις τα πράγματα ίσως είναι κάπως καλύτερα (ή υποκρινόμαστε ότι είναι), αν δείτε στην αθάνατη ελληνική επαρχία (ή περιφέρεια, αν προτιμάτε), τι συμβαίνει πραγματικά, θα πάθετε ένα ταράκουλο ελαφρών ρίχτερ (δεν πνίγουν, όπως παλιά, τις όμορφες στις στέρνες ή τα ποτάμια, αλλά έχουν, ακόμη, αρκετή βαρβαρότητα μέσα τους).
Σε μια τέτοια πόλη και στο σπίτι μιας οικογένειας μας βάζει το έργο – ένα ζευγάρι που όλοι κάπου έχουμε συναντήσει· αυτή, η κουτσομπόλα της γειτονιάς, και εκείνος, ένας τάχα μου καθωσπρέπει κύριος με απωθημένα (και βίτσια, φυσικά), δύο λαϊκοί καθημερινοί νοικοκυραίοι δηλαδή. Η γυναίκα, κινητήριος δύναμη του σπιτιού και γνώστης όλων όσων συμβαίνουν γύρω, αφού χαίρει εμπιστοσύνης και μαθαίνει τα πάντα, και ο άνδρας, πιο χαμηλών τόνων, με έλλειμμα αυτοπεποίθησης, αλλά με αίσθημα “τύχης” που έχει μια τέτοια σύντροφο. Είναι ανήσυχος… κάτι τον βασανίζει και, για να διασκεδάσει την αγωνία του, τραγουδάει Μάκη – ωραίος και “αρσενικός” τραγουδιστής.
Η “Οικογένειά” τους έχει ένα πρόβλημα, κάτι που, όπως οι ίδιοι ομολογούν, δεν τους αφήνει να ζήσουν… ο γιος τους. Αυτό το παιδί, που η μάνα χτυπιέται και ορκίζεται ότι δεν μπορεί να είναι δικό της παιδί, γιατί αυτή είναι ένας σωστός και άξιος άνθρωπος. Από κοντά και ο πατέρας, που έχει αναλάβει να “διορθώσει” την ανορθογραφία της ζωής τους και έχει ταυτόσημες περίπου ανησυχίες – πώς στην ευχή σε αυτούς τους καλούς ανθρώπους συνέβη ένα τέτοιο κακό;
Περιμένουν ένα τηλεφώνημα, αυτό από τη συμμορία που “εξουσιοδότησε” ο πατέρας, να καθαρίσουν τον λεκέ… ναι, σωστά κατάλαβες, έχουν βάλει μια χούφτα καθάρματα να δολοφονήσουν το παιδί τους. Και εν αναμονή αυτής της κλήσης, άνθρωποι του περίγυρού τους, παρεμβαίνουν, καλώντας, για να πουν ο καθένας τον καημό του, στο κινητό της μάνας. Ο ιερέας της περιοχής, που χαίρει του απολύτου σεβασμού της (ενώ ο σύζυγος δεν τον εκτιμά καθόλου, αφήνοντας σαφέστατα υπονοούμενα περί παιδοφιλίας – έλα τώρα, μη μου πεις πως σοκαρίστηκες!), η γειτόνισσα που έχει προβλήματα με τα παιδιά της (ειδικότερα με την κόρη, που κρυφογουστάρει ο ήρωας και φαντασιώνεται σκηνές παθιασμένου στοματικού έρωτα, σαν αυτές που βλέπει κρυφά στο youporn και άλλες παρόμοιες ιστοσελίδες, γυρισμένες από επαγγελματίες του είδους) και όλα αυτά τα σχολιάζει και καταλήγει στο πόσο χάλια είναι ο κόσμος γύρω της και ευτυχώς που αυτοί, δόξα τω Θεώ, δεν είναι σαν τους άλλους εκεί έξω…
Μέσα σε αυτήν την αναμονή και τα επεισόδια που συμβαίνουν παράλληλα και επικοινωνούνται, κυκλοφορεί ανάμεσά τους ένα πλάσμα… ένας λύκος. Ένα ον, που ψάχνει τον χώρο του και την ανάγκη να δηλώσει ότι είναι διαφορετικό από αυτούς, που το αντιμετωπίζουν ως θηρίο, ενώ απλά είναι κάτι άλλο από αυτό που εκείνοι θα ήθελαν να είναι. Υποπτευθήκαμε ότι είναι ο γιος τους ή, πιο σωστά, το πνεύμα του, που κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι και στοιχειώνει τις σκέψεις τους και την “ησυχία” τους, ακόμη και τώρα που η δουλειά έχει τελειώσει… Ναι, η συμμορία θα σκοτώσει το παιδί και το μόνο που θα μείνει είναι το υπόλοιπο της αμοιβής. Και στην υποψία να τους βρουν και να δείξουν τους ηθικούς αυτουργούς… οι νοικοκυραίοι τα έχουν φροντίσει όλα… εκείνοι, αν ποτέ τους πιάσουν, θα πάνε φυλακη και αυτοί θα μείνουν να θρηνούν δημοσίως για την απώλειά τους…
Προσπαθώ να θυμηθώ αντίστοιχη θεατρική παράσταση, που να έχω σιχαθεί τόσο πολύ τους πρωταγωνιστές (μπορώ να θυμηθώ τον Ριχάρδο, πάλι στο Faust, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό). 70 λεπτά παρακολουθούσαμε δύο ανθρώπους, από την πάστα αυτών που τους φταίνε όλα, πέρα από την αφεντιά τους, και στις εκλογές ψήφιζαν πάντα τα “καλά παιδιά”, που πέρναγαν τις γριές από τον δρόμο απέναντι, μοίραζαν τρόφιμα στους Έλληνες και δέρνανε για να ξεχαρμανιάσουν όσους ήταν λίγο πιο σκούροι από αυτούς. Είναι οι ίδιοι ψέκες που μιλάνε για ουρές και λέπια μετά από τα εμβόλια, οι ίδιοι που κάνουν τις μεγάλες μετάνοιες και εκπληρώνουν όλα τα τάματα, έχοντας μπερδέψει στο σαλεμένο τους μυαλό την παθογένειά τους με την πίστη, την πατρίδα, την υποστήριξη στο διαφορετικό και τον σεβασμό στον συνάνθρωπο.
Δυο φασιστοειδή δίποδα, που παρκάρουν τη μιζέρια και τη σκατοψυχία τους στις καρέκλες τους, μπροστά στο αιμοτοβαμμένο τους χαλί, που “διορθώνουν” χειρουργικά ό,τι μπορεί να έχει, κατά την κρίση τους, πάει λάθος. Παιδοκτόνοι συνειδητά, δημιουργούν τέτοια απέχθεια στο κοινό, που σε κάποιες στιγμές προσπαθεί να τους αντιμετωπίσει ως καρικατούρες και φαντασιόπληκτους “καμένους”, αδυνατώντας να δεχτεί ότι γονέας θα μπορέσει να φτάσει σε τέτοια θηριωδία.
Η παράσταση είναι μια ωμή και βίαια κατάθεση αυτών που συμβαίνουν δίπλα μας, στην ελληνική κοινωνία, που οτιδήποτε δεν μπαίνει κάτω από τα ταμπελάκια που έχει φτιάξει, δεν την απασχολεί και δεν δίνει δεκάρα για την τύχη του… Το ποιητικό κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη είναι γεμάτο αλήθειες, από εκείνες που κυκλοφορούν δίπλα μας και εμείς καμωνόμαστε τους μυγιάγγιχτους, μην τυχόν και μας ακουμπήσουν και μας μιάνουν, γι’αυτό και τις αποφεύγουμε, στην κοινή λογική ότι “αν δεν μιλάμε γι’αυτά, τότε πολύ απλά δεν συμβαίνουν!” και έχει τη μεγάλη ευτυχία να γίνεται παράσταση από τον Γιάννη Σκουρλέτη, που συνεχίζει να σκηνοθετεί έργα από τη σύγχρονη ελληνική δραματουργία. Το όλον έχει μια ανάμεικτη ποπ και λαϊκή, ταυτόχρονα, αισθητική, με έντονα τα στοιχεία του χιούμορ και είναι πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η προσέγγιση σε ένα κατάμαυρο ουσιαστικά παραμύθι, το οποίο σίγουρα βοηθάει να “περάσει” πιο μαλακά στο κοινό, αφού πιθανότατα επιδίωξή του δεν είναι το shock value, αλλά να “αποκαταστήσει”, με το κείμενο του Δημητριάδη, την “ορατότητα” στο κοινό, προς όλους αυτούς που έχουν πέσει θύματα εκείνων που δεν αποδέχονται οτιδήποτε μη συμβατικό και διαφορετικό και δεν το “εγκρίνουν” να υπάρχει στο οπτικό τους πεδίο και κατ’επεκταση στις ζωές του κόσμου (λες και κάποιος τους έχει ορίσει “αστυφύλακες και τροχονόμους” της κοινωνίας, ρόλοι που φυσικά πήρανε μόνοι τους) – ο δολοφόνος και ο φασίστας κάθε χρωματισμού έχουν τη σιωπηλή υποστήριξη όλων αυτών που κάνουν ότι δεν βλέπουν…
Ο Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης είναι καθηλωτικός στον ρόλο του ευνουχισμένου συζύγου, που ζει μέσα σε ονειρώξεις και κρίσεις για τη διαφθορά του κόσμου, χωρίς να διαισθάνεται ότι βρίσκεται σε μια χειρότερη κόλαση από αυτή που ο ίδιος κατακρίνει. Πανάξια συνοδοιπόρος του επί σκηνής η Μαρία Παρασύρη, ως μέγαιρα σύζυγος, που με όλες αυτες τις δολοπλοκίες και την ιδιαίτερη φωνή, συνδυαστικά με τη ντοπιολαλιά, μου έφερε σκοτεινές παιδικές μνήμες από παραμύθια που μου έλεγαν για μάγισσες που σκοτώνουν παιδιά… Τέλος, ο Δημήτρης Παγώνης, σε έναν βουβό ρόλο, αυτού του κακού λύκου του παραμυθιού της οικογένειας, με την κίνησή του μας μετέδωσε τι ήταν αυτό που τελικά που φόβιζε τους δύο γονείς… ένα τραγούδι ξένο στα αυτιά τους, μια φωνή που ζητούσε λίγη προσοχή και οι “δικοί” του δεν καταδέχτηκαν ποτέ να ακούσουν.
Αισθητικά, η bijoux de kant έφτιαξε έναν σκηνικό χώρο αρκούντως σκοτεινό και επέλεξε να ντύσει με χαρακτηριστικά “ελληνικά” ρούχα το ζευγάρι (το σετάκι της σωβρακοφανέλας, ειδικά, έφερε πολύ γέλιο σε αρκετούς, αφού έχουμε οι περισσότεροι αντίστοιχες εικόνες δικών μας ανθρώπων, που και τότε τις αντιμετωπίζαμε ως κωμικές τουλάχιστον). Το ματωμένο χαλί ειδικά, πέραν της αρχικής ανατριχίλας, μας προδιέθεσε για κάτι ιδιαιτέρως βίαιο και περιμέναμε να δούμε πώς αυτό θα αναπαραστηθεί…
Συνολικά, η παράσταση πιστεύω ότι είναι μία από τις καλύτερες της χρονιάς, καθώς μιλάει για αυτό που γίνεται τώρα, σε ενεστώτα χρόνο, και χωρίς να προσπαθεί να δικαιολογήσει ή να ωραιοποιήσει τίποτα. Ο λόγος του Δημητριάδη παραμένει σαν ξυράφι που κόβει, χωρίς να νιωθεις πόνο, και, στη θέα του πρώτου αίματος, αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι σε χάραξε βαθιά. Είναι σκληρή και δύσκολη ως προς τη θεματολογία της, αλλά ποιος είπε ότι “η αλήθεια είναι” κάτι διαφορετικό;
*Μην τη χάσετε για κανέναν λόγο άμα τη επιστροφή της στην Αθήνα, στο θέατρο του Νέου Κόσμου.
Θοδωρής Κ., Φεβρουάριος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv