play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Γυάλινος Κόσμος’ στο Θέατρο Άλσους Ηλιούπολης ‘Δημήτρης Κιντής’

today20 Ιουλίου, 2022

Φόντο
share close

Η εποχή του μεσοπολέμου, εκεί σχεδόν 100 χρόνια από το τώρα, μοιάζει στα μάτια πολλών σαν κάτι πολύ ειδυλλιακό, καθώς “βλέπουν” τα έργα που γράφτηκαν τότε, τη μουσική που ακουγόταν στα κλαμπ της εποχής και συνολικά παρακολουθούν μέσα απο έναν ωραιοποιητικό φακό το παρελθόν.  Για τους περισσότερους ανθρώπους που δεν είχαν την οικονομική άνεση, οι εποχές εκείνες ήταν πραγματικά πολύ ζόρικες – αγόρια και κορίτσια αναγκάζονταν να αφήσουν τα όνειρά τους σε κάποιο ράφι με την ελπίδα να τα ανακτήσουν μόλις έφτιαχναν “τα πράγματα” και να δουλέψουν οπουδήποτε έβρισκαν για οποιαδήποτε αμοιβή. Η ζωή ήταν κομματάκι ακριβή (σου θυμίζει κάτι ολο αυτό, ε;) και είχε προηγηθεί και το κραχ του 1929, που δυσκόλευε αρκετά τις συνθήκες, ειδικά για τους κατοίκους στην Αμερική.

Ο Τομ, σε μεγάλη ηλικία πλέον, θυμάται το πατρικό του σπίτι, στο Σαιντ Λούις (στη, πολιτεία του Μιζούρι, στις όχθες του Μισσισιπή) και όλα και όλους που άφησε πίσω, τη μέρα που έφυγε. Η μητέρα του Αμάντα, μια όμορφη γυναίκα, που έχει παγιδευτεί στις μνήμες της νιότης, όταν ζούσε με την οικογένειά της σε ένα πλούσιο κτήμα και πολιορκούνταν από διάφορους μνηστήρες που ήθελαν να την παντρευτούν. Αυτό είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνει διαρκώς, σε κάθε ευκαιρία – τελικά θα επέλεγε έναν υπάλληλο της αναπτυσσόμενης τηλεγραφικής εταιρείας, θα έκανε μαζί του δύο παιδιά και μια μέρα θα λάμβανε μια καρτ ποστάλ από την άλλη άκρη της χώρας, που θα τους ενημέρωνε ότι επέλεξε τον δρόμο και τις συγκινήσεις του, από την οικογένεια…

Ο Τομ είναι ο γιος και αυτό που έχει αναλάβει είναι να φροντίζει το σπίτι μετά την αποφοίτησή του από το λύκειο. Στο σπίτι ζει και η μεγαλύτερή του αδερφή, Λώρα, ένα συνεσταλμένο κορίτσι, που συλλέγει μινιατούρες ζώων από γυαλί, φτιάχνοντας έναν δικό της γυάλινο μικρόκοσμο, εύθραυστο σαν την ίδια. Έχει και ένα μικρό πρόβλημα εκ γενετής στο πόδι, που μεγεθύνεται στο μυαλό της και την κάνει να αισθάνεται ιδιαίτερως άσχημα και να αποφεύγει τις πολλές κοινωνικές επαφές. Παρόλες τις προσπάθειες των δικών της να τη βοηθήσουν να αποκτήσει κάποιες γνώσεις, ώστε να βρει μια δουλειά και να βγει στον κόσμο, η ίδια δεν βοηθά καθόλου και εγκαταλείπει τα πάντα. Είναι το πρόσωπο, που η φυγή του πατέρα χτύπησε περισσότερο από όλους…

Η Αμάντα πασχίζει με κάθε τρόπο να έχει τον έλεγχο της οικογένειας και κάθε απόφαση να περνάει από το φίλτρο της, αν όχι να την επιβάλλει αυτή, αφού πιστεύει πως γνωρίζει καλύτερα από τα παιδιά της. Έτσι, κρίνει πως η αποκατάσταση της Λώρας με έναν σύζυγο, θα είναι μια λύση, αφού ο Τομ δεν θα αποτελεί στο διηνεκές τον χρηματοδότη της οικογένειας, συνεπικουρούμενος από την ίδια, που πουλάει κάποια συνδρομητικά περιοδικά στις κυρίες ενός τοπικού συλλόγου, που είναι μέλος. Αυτή η συνθήκη επηρεάζει πολύ την ψυχοσύνθεση του Τομ, ο οποίος “πνίγεται” στη δουλειά του στο εργοστάσιο παπουτσιών και στο σπίτι, επίσης, και ξεφεύγει, σπαταλώντας ώρες στον κινηματογράφο. Αντιθέτως, η αδερφή του κλείνεται στο δωμάτιό της, φτιάχνει ιστορίες με τα γυάλινα αντικείμενά της και, μέσα σε αυτήν την ψευδαίσθηση-απομόνωση, βρίσκει το ασφαλέστερο καταφύγιο για την ίδια, που τα συναισθήματα της ντροπής και της κατωτερότητας για τον εαυτό της, μαγικά χάνονται…

Η Αμάντα ζητά από τον γιο της να βρει έναν συνάδελφο του από τη δουλειά, που θα μπορούσε να γίνει σύντροφος της αδερφής του – με το πρόσχημα ενός δείπνου θα τον γνωρίσουν στη Λώρα και μετά, με την κατάλληλη “σκηνοθεσία”, τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο τους. Παρότι ο Τομ δεν βρίσκει καθόλου γόνιμη την ιδέα της μητέρας του και επιπλέον επειδή έχει βγάλει ναυτικό φυλλάδιο για να μπαρκάρει σε πρώτη ευκαιρία, συμφωνεί να συμμετάσχει για τελευταία φορά σε αυτήν την αποστολή. Βρίσκει έναν παλιό συμμαθητή του από το λύκειο, λίγο μεγαλύτερό του, τον Τζιμ, που δουλεύει κι αυτός στην αποθήκη του εργοστασίου και τον καλεί στο σπίτι. Το πιο φοβερό σε όλο αυτό, είναι ότι αυτό το αγόρι ήταν ο κρυφός έρωτας της Λώρας στο λύκειο – κάτι που προφανώς αγνοεί ο αδερφός της. Η επίσκεψη του Τζιμ θα “ξεκλειδώσει” τη Λώρα και θα της ανεβάσει την ψυχολογία· όμως η αποκάλυψη πως ο νεαρός άνδρας είναι αρραβωνιασμένος και σύντομα θα παντρευτεί, θα φέρει δυσαρέσκεια στην Αμάντα και ρήξη στις σχέσεις της με τον Τομ. Αυτό θα είναι και το τελευταίο βράδυ του αφηγητή μας στο σπίτι – χρόνια μετά θα επαναφέρει τη μνήμη της αδερφής του ξανά και θα “υποπτευθεί” πως, μετά από εκείνο το βράδυ, η Λώρα παραδόθηκε ολοκληρωτικά στον γυάλινο κόσμο της. 

Ένα έργο διαχρονικο, με αναφορές σε προβλήματα και καταστάσεις που είναι γνωρίσματα του ανθρώπινου είδους – η διαφορετικότητα των ανθρώπων και η αδυναμία των άλλων να τους καταλάβουν, οι συμβάσεις που επιβάλλονται ως κάτι το ιερό από το κοινωνικό σύνολο, η ασφυξία που προκαλούν οι οικονομικές συνθήκες στους πιο ευάλωτους και η αναζήτηση διέξοδων εκτόνωσης, κάποια απο αυτά. Οι γυναικείες φιγούρες της οικογένειας δείχνουν παγιδευμένες, η καθεμία στον κόσμο που έχει δημιουργήσει, και μια αδυναμία να προχωρήσουν με θάρρος στην επόμενη μέρα, ανεξαρτήτως κόστους, ενώ οι άνδρες λειτουργούν εντελώς αντίστροφα, βρίσκοντας στο υγρό στοιχείο που βρίσκεται στην πόλη, τον μόνο ασφαλή δρόμο διαφυγής, που δεν τους λύνει τα προβλήματα, αλλά τουλάχιστον σε πρώτη φάση τους απομακρύνει από εκείνα. Ο επισκέπτης δίνει έναν άλλο τύπο άνδρα που κυνηγάει το μέλλον, παρακολουθώντας την εξέλιξη, αλλά υποστηριζόμενος από μια δυναμική γυναίκα, που αναγνωρίζει πως υπάρχει κάτι σε ύπνωση μέσα του και φροντίζει να το επανεκκινήσει – η παρουσία του, πέραν απο τα όποια ευεργετήματα προσφέρει στη Λώρα, δείχνει με έμφαση την περιδύνηση που έχει βρεθεί η οικογένεια, με την προσκόλληση της στη φυγή του πατέρα, στο ένδοξο παρελθόν της μητέρας και την αδυναμία να κοπιάσει για κάτι ουσιαστικά καλύτερο…

Στον ρόλο της μητέρας Αμάντας είχαμε την ευτυχία να παρακολουθήσουμε μια εξαιρετική ερμηνεία από την Κάτια Δανδουλάκη. Έδωσε σάρκα και οστά σε μια προσωπικότητα, που μου θύμισε πρόσωπο του περιβάλλοντός μου, το οποίο, με την αντίστοιχη συμπεριφορά, κατάφερε ακριβώς το ίδιο με την ηρωίδα, δηλαδή να διαλύσει μια οικογένεια και σε όσους τελικά μείνουν πίσω να αφήσει ανοιχτές πληγές που δε θα κλείσουν ποτέ. Ισορρόπησε πάντα στη λεπτή γραμμή που έχουν αυτού του είδους οι άνθρωποι, που διαχωρίζει την υποκριτική ευγένεια με την ανάγκη για έλεγχο και αυστηρότητα. Ξεφεύγει από το χρονικό πλαίσιο που διαδραματίζεται η ιστορία και γίνεται ένα σύμβολο ανθρώπου, που δεν μπορεί να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από το όνειρο, το παρελθόν από το τώρα και το μέλλον, να αποδεχτεί ότι ο χρόνος την έχει φθείρει και πλέον υπάρχουν νέα δεδομένα, και φυσικά δεν μπορεί να αντιληφθεί το μέγεθος του κακού που προξενεί.

Η Λένα Παπαληγούρα, ως Λώρα, είχε όλη αυτήν την παιδικότητα και την αθωότητα που φέρει η ηρωίδα. Σαν αερικό υπήρχε πάνω στη σκηνή, ένα πουλί με κομμένα φτερά, που ακροβατεί σε παράλληλα ακραία συναισθήματα άρνησης και φόβου, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά της μητέρας, που της δημιουργεί συμπλέγματα κατωτερότητας και “ποινικοποίησης” των επιθυμιών της. Έδινε διαρκώς την εντύπωση ατόμου με πολύ κλονισμένη ψυχική υγεία, που το περιβάλλον που ζει, όχι μόνο δεν τη βοηθάει, αλλά την ωθεί να βγει σε μια πνευματική άβυσσο όσο το δυνατόν ταχύτερα.

Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής, άλλη μια φορά καταπληκτικός, στον ρόλο του γιου της οικογένειας, Τομ. Είχε και τη συνθήκη να βρίσκεται σε παρόντα χρόνο ως αφηγητής, μεταφέροντας τα γεγονότα, όπως αυτός τα έχει καταγράψει στον “σκληρό του δίσκο” και παράλληλα να συμμετέχει στις αναδρομές της ιστορίας, αναλαμβάνοντας εκεί, πέραν της προκαθορισμένης θέση του ως παιδί της οικογένειας, και άλλες “υποχρεώσεις” (χρηματοδότης, υπεύθυνος για την αποκατάσταση της αδερφής και, το χειρότερο, αντικαταστάτης του “φευγάτου” πατέρα). Πότε με χιούμορ, πότε με βαθιά ενσυναίσθηση μάς τοποθέτησε μέσα στο σπίτι τους και μας έδωσε ξεκάθαρα το πλαίσιο που διαμόρφωσε το δίπολο των επιλογών του – από τη μια μεριά το εγώ του και από την άλλη το εμείς της οικογένειας… μας δικαιολόγησε την επιλογή του πρώτου, αλλά μας άφησε αναπάντητο το γιατί δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για το τι συνέβη σε αυτούς που άφησε πίσω…

Ο Γιάννης Κουκουράκης, στον ρόλο του επισκέπτη Τζιμ, είχε όλη αυτή την ηρεμία και την αυτοπεποίθηση του ήρωα, που βοήθησε τη Λώρα να ξεφύγει προσωρινά από τις στενωπούς της και που σηματοδοτούσε τον δρόμο για το μέλλον – πραγματικά πάρα πολύ καλός κι αυτός.

Ο Γιώργος Νανούρης αξιοποιεί τον ποιητικό-ονειρικό λόγο του συγγραφέα στο έπακρο και στήνει μια παράσταση γεμάτη συναίσθημα, εστιάζοντας στον ανθρώπινο παράγοντα και δη στους ήρωες του σπιτιού, που ζουν εγκλωβισμένοι, ο καθένας στο δικό του μικρόκοσμο, και αναζητούν αυτό το κάτι που θα τους βγάλει από το αδιέξοδο. Ετσι, με τη συνδρομή της Μαίρης Τσαγκάρη, που επιμελείται τη σκηνογραφία, φτιάχνει ένα πολύ λιτό εσωτερικό σπιτιού και παίρνει από την κίνηση του σώματος, τις εκφράσεις και τη φωνή των ηθοποιών όλο το νόημα του έργου. Ευρηματικά, ως ιδέες, ο καπνός στις διηγήσεις του Τομ, που από τον “παρόντα” χρόνο κατευθύνονται στο τότε και όσα συνέβησαν, και ο γυάλινος κόσμος της Λώρας, που έλαβε τη μορφή μιας κατασκευής από λάμπες διαφορετικού μεγέθους, η οποία συχνά κατέβαινε και περιέκλυε μέσα της την ηρωίδα, φωτίζοντας κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο, εκδηλώνοντας εμμέσως τα συναισθήματα της στιγμής. Σημαντική, επίσης, η συνεισφορά της μουσικής που έγραψε για την παράσταση ο Θοδωρής Οικονόμου, τα πολύ ωραία ρούχα των Deux Hommes, που έβαλαν το κοινό χρονικά στην εποχή που έχει αναφορά το κείμενο και οι φωτισμοί συνολικά που ανέδειξαν την παράσταση και που σχεδίασε ο ίδιος ο σκηνοθέτης.

Ο Γυάλινος Κόσμος είναι μια εκπληκτική παράσταση – σίγουρα δεν είναι το πιο ευχάριστο έργο που μπορεί να παρακολουθήσει κάποιος, όμως αξίζει η θέασή του, καθώς είναι ένα διαχρονικό αριστούργημα που συνδυάζει την ελπίδα του ανθρώπου για το καλύτερο αύριο, μαζί με τη γνώση της ματαιότητας της ανωτέρω αισιοδοξίας, εξαιτίας της ζοφερής περιρρέουσας κατάστασης, μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός για όλους μας, που αισθανόμαστε ότι έχουμε χαθεί στον λαβύρινθο της καθημερινότητας – επικαιρότητας και ψάχνουμε σε λάθος “πόρτες” την εξοδο διαφυγής ή μεγαλώνουμε άθελά μας το κακό, αρνούμενοι να δούμε το πώς μπορεί να προσεγγίσουμε την επόμενη μέρα, αναμοχλεύοντας περασμένες όμορφες μέρες… η άτακτη φυγή στο άγνωστο ποτέ δεν ήταν μια ασφαλής διέξοδος…

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Ιούλιος 2022

Συντάχθηκε από: Sin Radio