Sin Radio Listen, don't just hear!

Τα “ιστορικά” πρόσωπα έχουν το προνόμιο να περιβάλλονται με ένα πέπλο που αποτελείται από διάφορα “στοιχεία” και δημιουργούν αυτή την αίσθηση, που συνοψίζεται στην αγγλική έκφραση “look, but don’t touch”. Οποιεσδήποτε πληροφορίες, πέραν όσων μαθαίνουμε στο σχολείο και μας πουλάνε “διάφορες επίσημες πηγές”, καθένας μπορεί να τις ανακαλύψει μόνος του, με πολύ έρευνα και αναζήτηση βιβλιογραφίας, ανθρώπων που έψαξαν και έγραψαν γι’ αυτούς τους ανθρώπους και την ιστορία πίσω από την εικόνα. Φυσικά, και η τέχνη συχνά αντλεί έμπνευση και δημιουργούν έργα είτε μυθοπλαστικά με ψήγματα αλήθειας ή καθαρά του φανταστικού, όπου ο δημιουργός εικάζει και παρουσιάζει μια άλλη άποψη για τα γεγονότα. Καλλιτεχνικά, όλες οι απόπειρες είναι καλοδεχούμενες και καθένας επιλέγει ό,τι στο δικό του αισθητήριο ταιριάζει καλύτερα.
Από τις ωραιότερες εκδρομές που έχω κάνει, ως παιδί και ως ενήλικος, ήταν αυτή στα Ιωάννινα – ωραία πόλη, πολλά αξιοθέατα, ωραίο φαγητό (όχι, δεν έφαγα τίποτα σχετικό με βατραχάκια!) και φυσικά, η επίσκεψη στο νησάκι της λίμνης και το σπίτι του Αλή Πασά, μαζί με το μουσείο με τα κέρινα ομοιώματα, οι δύο στιγμές που μου έχουν μείνει εντονότερα. Ο Αλή Πασάς είναι ένα κομμάτι της διαδρομής της πόλης στον χρόνο και οι ιστορίες που συνοδεύουν τον ίδιο και την οικογένειά του τροφοδότησαν τόσο την κινηματογραφική όσο και την τηλεοπτική παραγωγή, με γνωστότερη τον πνιγμό της κυρά – Φροσύνης στην Παμβώτιδα. Αυτήν την ιστορία πήρε, ως αφετηρία, ο Στέφανος Παπατρέχας και έγραψε δύο έργα, με ηρωίδες τις δύο γυναίκες· σύζυγο και ερωμένη του Μουχτάρ, γιου του Αλή Πασά, και πέτρα του σκανδάλου. Επέλεξε μια ηθοποιό να παρουσιάσει και τις δύο εκδοχές και έστησε τις παραστάσεις με τη μορφή του θεάτρου μέσα στο θέατρο.
Μια νεαρή ηθοποιός επιστρέφει από μια ακρόαση και ο/η σκηνοθέτης τής ζητάει να παρουσιάσει έναν αυτοσχεδιασμό για την κυρά – Φροσύνη και την ιστορία του πνιγμού της. Παρακολουθούμε την ηρωίδα, από την στιγμη που μπαίνει στο μικρό σπίτι της και μιλάει με τον κολλητό της στο τηλέφωνο, αναφέροντάς του όλη την ιστορία. Δεν το έχει πάρει και πολύ καλά όλο αυτό, όμως επειδή θέλει τη δουλειά, θα ξενυχτήσει και θα ετοιμάσει κάτι. Ανατρέχει στο διαδίκτυο και μαζεύει πληροφορίες – μαθαίνουμε ποια ήταν η Φροσύνη, η οικογένειά της, η σχέση της με τον σύζυγό της, και μαζί της κι εμείς φτιάχνουμε μια μεγάλη εικόνα για τον τόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες που συνέβησαν τα γεγονότα. Μια κοπέλα από μια αστική, όπως θα λέγαμε σήμερα, οικογένεια, που είχε την οικονομική της άνεση, όμορφη, γεμάτη ζωντάνια, σε μικρή ηλικία (όπως άλλωστε συνηθιζόταν τότε) παντρεύεται τον γνωστό έμπορο της πόλης, Δημήτριο Βασιλείου, και γίνεται μητέρα δύο παιδιών. Από εκεί η ηθοποιός ξεκινάει να φτιάχνει την εκδοχή της για το ποια ήταν η γυναίκα πίσω από τον μύθο, που θα παρουσιάσει το επόμενο πρωινό.
Η ζωή της στο πλούσιο αρχοντικό, με τις μεγάλες γιορτές και την πολυκοσμία, σε συνδυασμό με τον θαυμασμό που εισέπραττε από τους καλεσμένους της, ήταν κάτι πολύ ευχάριστο για την ίδια. Όμως, η ζωή του εμπόρου συζύγου της και τα μεγάλα χρονικά διαστήματα που περνούσε στο εξωτερικό, την ξενέρωσαν και της δημιούργησαν ένα αίσθημα μοναξιάς, που ήρθε να καλύψει η σχέση με τον Μουχτάρ – που ήταν, καθ’ ομολογία όλων, πολύ εμφανίσιμος. Αυτή η σχέση έγινε σημείο αναφοράς στην πόλη και κουτσομπολιών, πράγμα που ουδόλως απασχολούσε την ίδια. Απολάμβανε κάθε στιγμή με τον εραστή της και συμπλήρωνε μαζί του όσα είχε χάσει από τον σύζυγό της.
Όταν η γυναίκα του Μουχτάρ έμαθε για τη σχέση αυτή, απαίτησε από τον πεθερό της την υποδειγματική τιμωρία της μοιχαλίδας. Ο Αλή Πασάς βρήκε αφορμή να δείξει ότι είναι ένθερμος υποστηρικτής της ηθικής και της τάξης και, μαζί με τη Φροσύνη, συνέλαβε 17 ακόμη γυναίκες, που οι φήμες έλεγαν ότι είχαν παρόμοια συμπεριφορά. Στο δεύτερο μέρος της ιστορίας, παρακολουθήσαμε τη Φροσύνη στη φυλακή να αναμένει την απόφαση του Πασά και, μετά τις τελευταίες της στιγμές στο κελί και παράλληλα την τελευταία της εξομολόγηση, όπου έδινε τη δική της εκδοχή για όσα έγιναν και την έκφραση των πιο ενδόμυχων φόβων της για το τι αντιμετώπισης θα τύχει, μετά τον θάνατό της, και τι θα πουν για εκείνη στα παιδιά της… ακολούθησε μια συγκλονιστική αναπαράσταση της σκηνής του πνιγμού και μετά η αποθέωση γι’αυτό που είδαμε.
Μετά απο ένα διάλειμμα 40 περίπου λεπτών, που πραγματοποιήσαμε μια βόλτα στη γειτονιά (πολύ θλίψη για τα μαγαζιά που έκλεισαν, λόγω της κατάστασης, και μια χαρά για όσους τολμηρούς επένδυσαν σε νέες επιχειρήσεις), ετοιμαστήκαμε για τη δεύτερη παράσταση, την ‘Πασού’.
Η ηθοποιός, την επόμενη μέρα, έχει αποσπάσει εξαιρετικά σχόλια για τη Φροσύνη της, όμως οι υπεύθυνοι τής ζητάνε να τους ετοιμάσει και την εκδοχή της άλλης πλευράς, της απατημένης συζύγου. Εδώ τα πράγματα είναι δυσκολότερα, δεν είναι ένα πρόσωπο που η βιβλιογραφία έχει πολλές πληροφορίες. Η επιστήθια φίλη στη βιντεοκλήση θα δώσει αρκετά στοιχεία, όχι για το πρόσωπο καθαυτό, αλλά, συγκεντρώνοντας ό,τι πληροφορία υπήρχε διαθέσιμη, θα φτιάξει ένα ‘εκμαγείο’ του ψυχολογικού προφίλ εκείνης της κοπέλας – εκεί θα επικεντρωθεί και η ηθοποιός· τι ένιωσε αυτή η γυναίκα και μεταμορφώθηκε σε έναν άγγελο θανάτου…
Η Πασού ήταν μια μοσχοαναθρεμένη κόρη ένος Πασά στο Βεράτιο (περιοχή της σημερινής Αλβανίας). Ο μπαμπάς της και ο Αλή Πασάς είχαν τις διαφορές τους, αλλά και κοινά συμφέροντα, οπότε δύο δρόμοι υπήρχαν μπροστά τους… ή θα πολεμήσουν ή θα συγγενέψουν! Δύο κόρες είχε ο Πασάς του Βερατίου, δύο γιους ο Αλή, θα πάντρευαν τα παιδιά τους και θα γινόνταν και συμπέθεροι και συνέταιροι. Αν ρωτήσαν τα παιδιά για αυτούς τους γάμους; Ανέκδοτα λέμε; Τώρα αποφάσισαν οι πασάδες, ο λόγος τους ήταν νόμος…
Η νεαρή μας φίλη μπαίνει στη θέση της κοπέλας, που θα παντρευτεί έναν άνδρα που δεν γνωρίζει – αγωνία, φόβος, άγχος και τελικά δικαίωση, γιατί ο γαμπρός είναι όμορφος. Και μας περιγράφει πόσο ευτυχισμένη ήταν τις πρώτες μέρες του γάμου… μέχρι που έσκασε το μαντάτο ότι είναι στείρα. Μια γυναίκα που δεν μπορεί να κάνει παιδιά, και ειδικά για τον πρωτότοκο του πασά, είναι κάτι παραπάνω από άχρηστη. Είναι ένα τίποτα, δεν έχει θέση στο παλάτι, αλλά στην περίπτωσή της αυτά δεν μπορουν να συμβούν, γιατί υπάρχει η συμφωνία με τον πανίσχυρο πατέρα της. Έτσι παραμένει εκεί, αλλά η αξία και η αντιμετώπιση που έχει είναι αυτή του αντικειμένου. Παράλληλα, θα πρέπει να ανέχεται όλες τις απιστίες του άνδρα της και να τις δικαιολογεί, αφού είναι ανίκανη για αυτό που τη χρειάζονται. Επιπλέον, σε αυτήν την ‘ωραία ατμόσφαιρα’ προσθέστε και τα μισόλογα ή τα κουτσομπολιά απο τις υπηρέτριές της, που “διασκεδάζουν”, ρίχνοντας αλάτι πάνω στις πληγές της, μεταφέροντας όλα τα νέα για τις ερωτοδουλειές του Μουχτάρ.
Κι ενώ έχει την πεποίθηση ότι όλο αυτό το ελέγχει, ο δεσμός του άνδρα της με τη Φροσύνη, έρχεται και απελευθερώνει όλα αυτά που τόσον καιρό καταπίεζε. Το γλυκό, ερωτευμένο κορίτσι, έχει αλλάξει. Το μίσος και η εμμονή με τη Φροσύνη, που για κάποιον λόγο τροφοδοτείται από το περιβάλλον της, τη μεταβάλλει αργά και σταθερά σε μια απόλυτα υστερική γυναίκα. Το δηλητήριο της ζήλειας κατατρέχει πλέον όλο το σώμα της και μόνος σκοπός της είναι η τιμωρία της αντίζηλης. Θα της δείξει ποια είναι η δυνατή, ποια μπορεί να ορίσει τη μοίρα και τις καταστάσεις και γι’αυτόν τον σκοπό δεν θα σταματήσει πουθενά και θα μεταχειριστεί όλα τα μέσα. Μέσα σε αυτήν την τρέλα, θα δώσει μια ευκαιρία στην αντίζηλο να αφήσει τον άνδρα της και η άρνησή της απλά θα επιταχύνει τις εξελίξεις. Όταν από το παράθυρό της θα παρακολουθεί το τέλος της Φροσύνης, θα αισθανθεί δικαιωμένη και νικήτρια του παιχνιδιού, όμως ενδόμυχα γνωρίζει πως, μετά απο ένα τέτοιο ταξίδι στην κόλαση, το να θεωρείς ότι είσαι δικαιωμένος είναι μάλλον κατιτίς ουτοπικό…
Ιωάννινα 1800 μ.Χ. Ένας άνδρας και δίπλα δύο γυναίκες – η νόμιμη και η “παράνομη”. Αν καλοκοιτάξουμε τις δύο ηρωίδες, θα διαπιστώσουμε ότι, δομικά, έχουν πολλά κοινά στοιχεία – παντρεμένες κι οι δύο, απο τις οικογένειές τους, με εκείνους που όριζαν καλύτερα τα συμφέροντα, αντιμετώπιση από την κοινωνία ως σκεύη αναπαραγωγής και, κατόπιν, ως όμορφα τρόπαια στο σαλόνι και, φυσικά, χωρίς κανένα δικαίωμα να κρίνουν τις πράξεις των συζύγων τους. Υπάρχουν, όμως, και ειδοποιείς διαφορές μεταξύ τους – η Φροσύνη ζει σε ένα περιβάλλον πιο ανοιχτό, μέσα στον εμπορικό κόσμο, και έχει τη δυνατότητα να συναστρέφεται με διάφορους ανθρώπους, ενώ κάποια στιγμή, μη δεχόμενη την συμπεριφορά του συζύγου της, που κάνει την ζωούλα του, όσον καιρό λείπει στας Ευρώπας, ενώ αυτή πρέπει να είναι μάνα και κυρά του σπιτιού, αποφασίζει να κάνει κι αυτή τη ζωή της, αδιαφορώντας για το τι λέει ο κόσμος. Η Φροσύνη και η χειραφέτησή της για εκείνη την εποχή, είναι ένα κακό σπυρί, που η πατριαρχία επιθυμεί να σπάσει, αλλά ειδικές συνθήκες δεν την αφήνουν, γι’αυτό και, όταν συλλαμβάνεται από τον Αλή, δεν προστρέχει κανείς να τη βοήθησει – πρέπει να γίνει μάρτυρας και το παράδειγμά της να συνετίσει και όσες ακόμη γυναίκες επικροτούσαν τη στάση της.
Η Πασού, αντιστοίχως, είναι μια κοπέλα, που, όπως τη σκιαγραφεί η νεαρή ηθοποιός, είναι σε μια αναζήτηση ταυτότητας – ο πατέρας – κυρίαρχο αρσενικό έχει ορίσει, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, όσα είναι… κόρη και μέλλουσα σύζυγος. Τυχόν επιθυμίες ή δυνατότητα επιλογών δεν υπάρχουν, καθώς, ως γυναίκα, οφείλει να δεχτεί τη μοίρα της ως “νόμισμα” συναλλαγής και, σε δεύτερο χρόνο, να επιτελέσει αυτά που ορίζει η θέση της, δηλαδή να δώσει απογόνους. Το υλικό που είναι φτιαγμένη, όμως, ως άνθρωπος, δεν είναι σκάρτο, αφού, όταν μας εκμυστηρεύεται τις πιο προσωπικές της σκέψεις, διαπιστώνουμε πως θέλει να γίνει φορέας αλλαγής, ξεκινώντας από τα παιδιά που θα είχε – θα τα δίδασκε να σέβονται το αντίθετο φύλο, να διεκδικούν όσα επιθυμούν και να μη δέχονται να είναι έρμαια των αποφάσεων των ισχυρών – αν αυτά όλα θα μπορούσαν να εφαρμοστούν, κομματάκι χλωμό ως πορτοκαλί το βλέπω, αλλά οι προθέσεις μετράνε.
Οι δυο γυναίκες του έργου είναι παράπλευρες απώλειες ενός συστήματος και μιας εποχής που σήμερα φαντάζουν πολύ πρωτόγονα. Η μία καταδικάζεται γιατί αποφάσισε να διεκδικήσει αυτά που είχε “δικαίωμα” ο άνδρας της να κάνει και η άλλη οδηγείται στην ακραία μανία εκδίκησης, θέλοντας να τιμωρήσει, με τον θάνατο της αντίζηλου, όλα όσα έχει δεχτεί να ανέχεται από τον σύζυγό της. Και αν οι πράξεις της μας φαίνονται ακραίες, μια ματιά σε πρόσφατα γεγονότα γυναικοκτονιών, μας πείθει ότι όλες εκείνες οι παθογένειες της κοινωνίας ζουν και βασιλεύουν στο μαλακό μας υπογάστριο…
Ο Στέφανος Παπατρέχας έγραψε δύο μονολόγους, που λειτουργούν ως οι δυο πλευρές ενός κατόπτρου. Η σκηνοθετική απόφαση, μαζί με τον Λάζαρο Βαρτάνη, μια ηθοποιός να περάσει διαδοχικά από την μια κατάσταση στην άλλη, ήταν, πέρα από πρωτότυπη, και ιδιαίτερα τολμηρή, αφού είναι σίγουρα δύσκολο να γίνει μια τέτοια μετάβαση σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Οι δύο παραστάσεις θα μπορούσαν να είναι και μία, όμως μου άρεσε που μπορούν να λειτουργήσουν και αυτόνομα. Η σκηνοθεσία τους ήταν λιτή και με τη λογική να χτίζεται σε κάθε ηρωίδα το πλαίσιο που μέσα του κινούνταν, ώστε να μπορεί και το κοινό να αποκτήσει τη συναισθητική σύνδεση που χρειάζεται για να αντιληφθεί τα κίνητρα, τις επιθυμίες, αλλά και τα θέλω της καθεμιάς από τις δύο γυναίκες και επιπροσθέτως να περάσει το μήνυμα για τον ηθικό αυτουργό όλων αυτών, χωρίς φυσικά να τον κατονομάσει (όχι, δεν τον λένε Μουχτάρ· κι αυτός θύμα ήταν…)
Η Σύνθια Μπατσή πετυχαίνει έναν πραγματικά ερμηνευτικό άθλο, καθώς μεταμορφώνεται δύο φορές, από το κορίτσι της διπλανής πόρτας στην κάθε ηρωίδα – μπαίνει στον ψυχισμό τους και χτίζει λεπτό προς λεπτό, μέσα απο τις σκέψεις της για το τι μπορεί να συνέβη τότε, δύο πολύ δυνατές ιστορίες και, από κάποια στιγμή και μετά, έχεις ξεχάσει ό,τι προηγήθηκε και πιστεύεις ότι πραγματικά απέναντί σου βλέπεις τη Φροσύνη και την Πασού, αντιστοίχως. Δεν έχω ξαναδει κάτι τέτοιο θεατρικά και ομολογώ ότι ήταν υπέροχο! Σε αυτήν τη συνθήκη που προείπαμε, ο χώρος κι ο χρόνος διαστέλλονται και προσαρμόζονται σε αυτό που επιθυμούμε να δούμε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έξω από την ψευδαίσθηση δεν υπάρχουν όλα όσα είδαμε με την είσοδό μας – το λιτό, αλλά πολύ λειτουργικό σκηνικό της γκαρσονιέρας της ηθοποιού, που επιμελήθηκε η Έλλη Εμπεδοκλή, που φρόντισε και για τα κοστούμια που χρησιμοποιούνται. Σημαντική η συνεισφορά στο παιχνίδι των αισθήσεων, της μουσικής, που είναι έργο της Σίσσυς Βλαχογιάννη, και, φυσικά, των φωτισμών που σχεδίασαν οι Λευτέρης Παυλόπουλος (Φροσύνη), Ευγενία Μακαντάση (Πασού).
Είχα μια πολύ καλή προδιάθεση για εκείνο το βράδυ στο Άβατον και, όταν λίγο μετά τις 23:00 πήραμε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, τα συναισθήματα από όλη αυτή την εμπειρία ήταν τόσο πλούσια, που ψάχναμε λέξεις για να τα περιγράψουν με ακρίβεια. Από τις καλύτερές μας εξόδους για τη θεατρική χρονιά που διανύουμε, αυτή η παράσταση, που έχει τόσα πολλά να πει για εκείνα που, ακόμα σαν βαρίδια, κουβαλαει το είδος μας και που μας σύστησε, πέρα από τους δύο δημιουργούς και μια ηθοποιό που με πολύ ενδιαφέρον θα επιδιώξουμε να ξαναδούμε επί σκήνης.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv