play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση “Έγκλημα και Τιμωρία: Αθήνα” στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

today19 Απριλίου, 2023

Φόντο
share close

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή σου, που έρχεσαι αντιμέτωπος με κάτι που δεν φαντάζει πολύ μεγάλο για τα δεδομένα σου και εκεί έχεις δύο επιλογές: ή θα κάνεις πίσω, υποπτευόμενος ότι θα σπας τα μούτρα σου και δεν το θες αυτό τη δεδομένη στιγμή, οπότε το επανεξετάζεις, μόλις αισθανθείς έτοιμος, ή προετοιμάζεσαι πάρα πολύ καλά και δίνεις τη “μάχη” σου με τη γνώση ότι, αν τα καταφέρεις, έχεις ξεπεράσει αυτό που πίστευες ότι είσαι και, στην αντίθετη περίπτωση, θα έχεις πάρει ένα πολύ καλό μάθημα, καθώς θα έχεις εντοπίσει πού τα κατάφερες και πού υστέρησες, ώστε, την επόμενη φορά, να παρουσιαστείς ακόμη καλύτερος. Σε κάθε σενάριο (ανεξαρτήτως κατάληξης) πρέπει να έχεις την απόλυτη γνώση, για το κατά πόσο διαθέτεις τα εφοδια να κάνεις αυτό το βήμα (προσωπικά, κάποια στιγμή δήλωσα διαθεσιμότητα για την κουζίνα πολύ γνωστού ξενοδοχείου στο κέντρο της πόλης – έφτασα μέχρι τους 3 τελικούς υποψηφίους και εκεί διαπίστωσα ότι η κορυφή, για να κατακτηθεί σε αυτό το επίπεδο, απαιτεί γνώσεις και εμπειρίες, που δύσκολα θα μπορούσα να συλλέξω, καθώς δεν είχα ούτε τα χρήματα ούτε τον χρόνο να τις αποκτήσω, οπότε οι επόμενες στοχεύσεις μου ήταν σε χαμηλότερη βαθμίδα, που τα προσόντα μου ήταν ασφαλώς περισσότερο επαρκή. Η εμπειρία αυτή με έκανε καλύτερο στη δουλειά μου, γιατί πάντα είχα ως κρυφή επιθυμία το ανώτερο επίπεδο, οπότε συγκέντρωνα γνώση και τεχνική από όπου τα έβρισκα διαθέσιμα, παρόλο που ενδόμυχα ήξερα πως αυτό που ήθελα ήταν κάτι ουτοπικό…).

Το αντίστοιχο ισχύει για όλες τις δουλειές και όχι μόνο. Όλοι βάζουμε στόχους και κάποιες φορές τοποθετούμε τον πήχη αρκετά ψηλά με σκοπό να κινητοποιηθούμε για να τον προσεγγίσουμε – τι συμβαίνει, όταν στη διαδρομή διαπιστώσουμε πως αυτό που στοχεύουμε είναι πολύ δύσκολα επιτεύξιμο;

α) Αφήνουμε την προσπάθεια στη μέση.

β) Το παλεύουμε με την ελπίδα ότι ίσως το καταφέρουμε τελικά;

γ) Ολοκληρώνουμε την προσπάθεια, τροποποιώντας τη στοχοθεσία και βάζοντας την προσωπική μας “πινελιά”, που δείχνει ότι το τελικό αποτέλεσμα είναι προϊόν της αρχικής διαπίστωσης.

Προσωπικά, αν με ρωτούσαν θα επέλεγα το (γ), γιατί το βρίσκω αρκετά τίμιο, όταν κάτι δεν σου πάει, όπως το είχες φανταστεί, να έχεις την ευελιξία και να το μεταμορφώσεις σε κάτι που δεν θα μοιάζει ημιτελές, αλλά ολοκληρωμένο με τον τρόπο του!

Όταν πρωτοάκουσα ότι η ομάδα του Cartel σκόπευε να παρουσιάσει τη δική της εκδοχή στο κλασικό “Έγκλημα και Τιμωρία”, χάρηκα. Η χαρά έγινε προβληματισμός, όταν ανακοινώθηκε πως η παράσταση θα παίζοταν στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης και όχι στον χώρο της ομάδας… Παρόλα αυτά, θα το βλέπαμε, αφού είμαστε από εκείνους που γνωρίζουν αυτούς τους ανθρώπους από τις πρώτες μέρες του χώρου, δίπλα στο αμαξοστάσιο των δήμων, στον Ελαιώνα (που για να βρεις το θέατρο σε έκεινον τον κατασκότεινο τόπο, την πρώτη φορά που θα πήγαινες, ήταν ένα μικρό θαύμα) και είχαμε την περιέργεια να δούμε πώς το “χειροποίητο” θέατρό τους θα εγκλιματιζόταν στο νέο περιβάλλον.

Η ιστορία έχει μετεγγραφεί και, από τη Ρωσία του τότε, τοποθετείται στην Αθήνα του σήμερα και βασικά στο κέντρο της, την Ομόνοια, σε έκεινον τον μικρόκοσμο που ανθίζει,  όταν κλείνουν τα φώτα και η πόλη θεωρητικά “κοιμάται”. Ο Μιχάλης, ένας πρώην φοιτητής εγκληματολογίας, με τους δικούς του ηθικούς, και όχι μόνο, κανόνες, διατηρεί ένα κανάλι στο διαδίκτυο που, σε κάθε του βίντεο, εκφράζει τις απόψεις του για την αστική δικαιοσύνη και τους φορείς της, παράλληλα με τις θεωρίες του για τα εγκλήματα, που πρέπει να τιμωρούνται και ποια όχι, λέγοντας ότι, όταν κάποιος αφαιρεί από το σώμα της κοινωνίας ένα καρκίνωμα, δηλαδή κάποιον που αποδεδειγμένα βλάπτει κόσμο με τις πράξεις του, αλλά η πολιτεία είτε αδιαφορεί ή δεν θέλει να τον καταδικάσει, ο δολοφόνος δεν θα πρέπει να δικάζεται, αλλά να ευγνωμονείται ως αυτός που προσφέρει καλό στους πολλούς. Τα λεγόμενά του είναι διανθισμένα με θεωρίες από τη φιλοσοφία του Νίτσε (υπεράνθρωπος, π.χ.) και από τους κλασικούς θεωρητικούς του αναρχισμού· και πάντα δεν αποκαλύπτει το πρόσωπό του, γιατί φοράει μια μάσκα Luchador (αξεσουάρ επαγγελματιών παλαιστών στο Μεξικό, που παραπέμπει στην τοπική κουλτούρα, αλλά παράλληλα επιτρέπει στον παλαιστή να δημιουργήσει έναν φανταστικό χαρακτήρα που δημιουργεί ενθουσιασμό στο κοινό).

Ο Μιχάλης, που έχει αποκτήσει το φανατικό κοινό του, συχνάζει σε τρισάθλια υπόγεια μπαρ του κέντρου και συναστρέφεται με τους θαμώνες τους, συλλέγοντας πληροφορίες για την πόλη και για την απήχηση του καναλιού του. Σε ένα τέτοιο στέκι, θα συναντήσει έναν Ρώσο πρόσφυγα, που του συστήνεται ως ποιητής, τον Ζαχαρία Μαρμελάντοφ, ο οποίος βρίσκεται σε μια μόνιμη κατάσταση μέθης και “ζητιανεύει” το επόμενο ποτό από τους αστυνομικούς θαμώνες του μαγαζιού. Οι δυο τους θα ταιριάξουν αρκετά και ο Ζαχαρίας θα του εξομολογηθεί όλη του τη ζωή, επικεντρώνοντας την αφήγησή του στη διαπίστωση ότι τα δικά του λάθη έχουν επηρεάσει πολύ αρνητικά τη ζωή της οικογένειάς του και των παιδιών του. Ο Μιχάλης θα αγαπήσει την αγνότητα αυτού του τύπου, καθώς δεν θα δει κάτι αρνητικό στον χαρακτήρα του, παρότι η συμπεριφορά του δημιούργησε προβλήματα. Δεν θα ισχύσει το ίδιο, όμως, και για τη γρια τοκογλύφο – πρώην πόρνη, Αλίνα Ιωάννου, που εκμεταλλεύεται τους junkies της περιοχής, αγοράζοντας τη “λεία” από τις κλοπές τους για ψίχουλα, την οποία και θα βάλει ως στόχο, στο πλάνο μιας εκκαθάρισης από τα καρκινώματα της πόλης. 

Από τη στιγμή της δολοφονίας της και μετά, η ζωή του Μιχάλη γίνεται ένα τεράστιο ροντέο, αφού, πέραν των εσωτερικών σκέψεών του για αυτό που έκανε, έχει να αντιμετωπίσει και τον αστυνόμο Πορφύρη, που για κάποιον λόγο δεν πείθεται ότι τη γριά τη σκότωσαν τα δύο πρεζάκια που ομολόγησαν (μετά από τρία καράβια ξύλο που φάγανε στα κρατητήρια), αλλά έχει βασική υποψία ότι ο δράστης είναι εκείνος. Σε αυτά, έρχεται να προστεθεί η υστερική μάνα του, σετάκι με την αδερφή του, που έχει βιαστεί από τον πρώην εργοδότη της, και η μάνα ετοιμάζεται να την “αποκαταστήσει” με έναν πετυχημένο δικηγόρο, που όλη η πόλη γνωρίζει για τις σεξουαλικές του διαστροφές. Το μόνο φως στο δωμάτιο είναι η Σόνια, η κόρη του Ζαχαρία, μια νεαρή πόρνη, που μοιάζει με new age καρτούν, που δημιουργεί μια τρυφερή σχέση μαζί του και τον γαληνεύει ως άνθρωπο. Είναι αυτή η σχέση αρκετή για τον Μιχάλη; Μπορεί να πιαστεί από πάνω της και να φτιάξει ένα καλύτερο μέλλον και για τους δύο; Είναι διατεθειμένη η Σόνια να τον ακούσει και να τον καταλάβει; Και αν τελικά δύο τόσο ιδιαίτεροι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν τους όρους του “παιχνιδιού”…

Τι μας άφησε ως απόσταγμα η θέαση αυτής της παράστασης; 

Η επαλήθευση της υποψίας πως, στον χώρο της Στέγης, ίσως το τελικό αποτέλεσμα να μην ήταν το προσδοκόμενο, αρχικά. Διαφορετικές οι συνθήκες μιας μεγάλης αίθουσας, με το κοινό να έχει απόσταση από την υπερυψωμένη σκηνή, σε σχέση με τους πιο μικρούς χώρους, που ο ηθοποιός παίζει “δίπλα” στον θεατή και μπορείς εύκολα να τον “ακτινογραφήσεις”. Η προσπάθεια να “διορθωθεί” αυτό με τη χρήση της κάμερας και της “ζωντανής” μετάδοσης, κάπως το περιόρισε, αλλά ήταν και πάλι λίγο περίεργη η αίσθηση. Το γεγονός ότι κάποιος έχει πολύ καλές ιδέες ως σκηνοθέτης δεν σημαίνει αυτόματα πως μπορεί να είναι το ίδιο καλός και στη διασκευή ενός κειμένου – ο Βασίλης Μπισμπίκης είναι εξαιρετικός στο να στήνει παραστάσεις ρεαλιστικού θεάτρου, όμως πάντα είχε πολύ καλούς συνεργάτες (βλ. Σοφία Αδαμίδου) στα κείμενα. Εδώ, η μεταφορά του έργου δεν μπορεί κάποιος να πει ότι είναι απόλυτη επιτυχής, αφού, πέραν της ατμόσφαιρας της Ομόνοιας και τον αντικατοπτρισμό των ανθρώπων που κινούνται στην περιοχή της τις νύχτες, οι περισσότεροι χαρακτήρες παρουσιάζουν ένα έλλειμμα στην απόδοσή τους·π.χ. ο Μιχάλης δεν μας μεταφέρει ποτέ ολοκληρωμένα τους λόγους που έχει αναπτύξει αυτήν τη θεωρία περί εγκλήματος, η οποία παρουσιάζεται κι αυτή ελλειπής. Ο θεατής που δεν γνωρίζει το έργο δεν μπορεί να κατανοήσει με ακρίβεια τι κομμάτι κατέχει ο κάθε ήρωας επί σκηνής και μένει με εύλογες απορίες, γιατί τελοσπάντων αυτό το έργο (στην αυθεντική του μορφή) θεωρείται αριστούργημα της λογοτεχνίας.

Πέραν αυτών, μας προκάλεσε αρνητική αίσθηση η συμπεριφορά αρκετών από το κοινό, τόσο κατά την ώρα της αναμονής όσο και κατά την παράσταση – μεγάλη μερίδα δεν γνώριζε τι είδους θέατρο κάνει η ομάδα αυτή, δεν ήταν προετοιμασμένοι για το τι θα έβλεπαν, γι’αυτό και κάποιοι αποχώρησαν στο διάλειμμα, αφού δεν μπορούσαν να “αντέξουν” το θέαμα. Άλλοι ήρθαν γιατί μάθανε τον Βασίλη Μπισμπίκη από την τηλεόραση ή από τις δημοσιεύσεις για την προσωπική του ζωή και μάλλον απογοητεύτηκαν από την επί σκηνής μεταμόρφωσή του… Καλώς ή κακώς, το θέατρο είναι ένα λαϊκό θέαμα και η διαπίστωσή μας, συνολικά όλα τα χρόνια που βλεπουμε παραστάσεις (πάνω από 30), είναι ότι, πέραν της απουσίας θεατρικής παιδείας, ο κόσμος συχνά επιλέγει κάτι να δει και να πληρώσει γι’αυτό για έναν κάρο λόγους άσχετους με την παράσταση και σπανίως μένει ευχαριστημένος…

Έχει, όμως, και πολλά θετικά η προσπάθεια αυτού του ανεβάσματος – καλές ερμηνείες από το σύνολο των ερμηνευτών. Θα ξεχωρίσουμε την αδυναμία μας, τον Μάνο Καζαμία – αυτό το παιδί όλους τους διεστραμμένους παίζει, τον Τσέζαρις Γκραουζίνις (ναι, τον γνωστό σκηνοθέτη), που έδωσε ένα καταπληκτικό Μαρμελάντωφ, τον Βασίλη Μπισμπίκη, ως Πορφύρη, και φυσικά την Άννα Μάσχα, ως Ελληνίδα μάνα με τις παθογένειές της (εδώ θα διαφωνήσω με όσους βρήκαν υπερβολική αυτήν την περσόνα – είχα την “ευτυχία” στο σόι μου να έχουμε μια τέτοια “μαμά”, που ζητούσε το καλύτερο για τα παιδιά της, ήταν φοβερά “θρησκευόμενη” και ταυτόχρονα, όταν θύμωνε, κατέβαζε 3 λεωφορεία αγίους για πλάκα· χαρακτηριστική περίπτωση που έχω να θυμάμαι: Πάσχα στο νησί, να μην ανάβουν τα κάρβουνα για τον οβελία και αυτή από πάνω τους να ρίχνει “καντήλια” για την Ανάσταση και το Άγιο Φως, που λίγες ώρες νωρίτερα είχε πάρει από την εκκλησία…). Τέλος, είδαμε μια εξαιρετική σκηνογραφία (τι φοβερή ιδέα το “αποσπώμενο” δωμάτιο της Σόνιας), ίσως την καλύτερη για φέτος.

Δικαίωμα στην κακή μέρα στη δουλειά έχουμε όλοι και μόνο όσοι δεν ζουν ανάμεσά μας δεν έχουν τέτοιες και δεν κάνουν λάθη – στην περίπτωση αυτής της παράστασης τα συναισθήματα κλίνουν προς την άποψη ότι κάτι στη διαδικασία της ετοιμασίας δεν πήγε, όπως είχε σχεδιαστεί, ή οι προσδοκίες ήταν υψηλότερες από αυτό που πραγματικά είναι, η ομάδα το αντιλήφθηκε και γι’αυτό στο δεύτερο μισό του έργου υπήρχε αυτή η περίεργη αίσθηση της “αναρχίας” – σαν να αυτοσαρκάζονταν για αυτό που παρουσίασαν και δεν το καταφέραν εντέλει. Καταλήγω σε αυτό που αναφέρω ξεκινώντας, ότι αφού δεν βγαίνει η συνταγή κάνε κάτι ευφάνταστο και πούλησέ το όσο πιο καλά μπορείς! Σίγουρα επιμέρους κομμάτια χρειάζονταν περισσότερη δουλειά, τα κείμενα μπορούσαν να είναι καλύτερα, η δραματουργική επεξεργασία επίσης, αλλά δεν μπορώ να παραβλέψω ότι, ακόμη και έτσι, δεν αλλοιώθηκε ο χαρακτήρας των συντελεστών, ως προς το θεατρικό αποτέλεσμα που παράγουν, και προσπάθησαν πάρα πολύ να φέρουν σε πέρας, σχεδόν 3 ώρες επί σκηνής, την αποστολή τους. Θα τολμήσω να πω ότι αγαπώ τις κακές στιγμές ανθρώπων που εκτιμώ, γιατί δείχνουν ότι δεν έχουν το απόλυτο και μπορούν ακόμη κι αυτοί να μην αντεπέξέλθουν και γιατί συνήθως, μετά απο κάτι που πήγε λάθος, ανασκουμπώνεσαι και την επόμενη φορά δείχνεις ότι το πριν αποτελεί μια κακή παρένθεση.

Υ.Γ. Η πιο ενδιαφέρουσα “θεωρία συνομωσίας” που άκουσα στο ασανσέρ, κατεβαίνοντας στο πάρκινγκ, ήταν ότι όλο αυτό έγινε επίτηδες (κακό), για διάφορους λόγους που τους βρήκα εξαιρετικά ενδιάφεροντες, αν ευσταθούν – αν υποψιαστώ ότι έστω και στο ελάχιστο ισχύει κάτι τέτοιο, τότε γίναμε μάρτυρες μιας από τις καλοσχεδιασμένες τρολιές όλων των εποχών!

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2023

Συντάχθηκε από: Sin Radio