play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Δυσαρμονίες’ στη Θεατρική Σκηνή Αντώνη Αντωνίου

today30 Ιανουαρίου, 2023

Φόντο
share close

– Ήταν καλό παιδί, πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία.

– Δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους, βοηθούσε ακόμα και αυτούς… ξέρετε… τους σκουρόχρωμους, τους μαύρους.

– Είχε κάποια προβλήματα στο σχολείο και στις δουλειές του και δεν τον κρατούσαν πουθενά, αλλά να… καταλαβαίνετε… ο κόσμος είναι κακός και το παιδί το φθονούσαν…

Σου θυμίζουν κάτι όλα αυτά; 

Μια επίσκεψη σε κάποιο ακροατήριο στις αίθουσες των δικαστηρίων και θα ακούσεις τέτοιες εκφράσεις και άλλες παρεμφερείς, από συγγενείς ανθρώπων που δικάζονται για διάφορα αδικήματα μεγάλης και μικρότερης βαρύτητας.

Όλοι αυτοί που τα λένε αυτά είναι συνήθως γονείς. Ναι, γονείς που δεν αντέχουν την ιδέα πως το δικό τους παιδί, ο άνθρωπος που οι ίδιοι ανέθρεψαν, έκανε κάτι τόσο κακό. 

Ή μήπως ξέρουν και θέλουν να πείσουν πρώτα τον εαυτό τους ότι το μαύρο δεν είναι και τόσο μαύρο, αλλά γκρι και φαίνεται κάπως έτσι, λόγω κακού φωτισμού. Και πέραν αυτού, ακόμη κι αν τα πράγματα έχουν γίνει κάπως έτσι (ποτέ ακριβώς όπως περιγράφονται, δεν έχουν συμβεί), σίγουρα για την “κακιά στιγμή” φταίνε και τρίτοι εξωγενείς παράγοντες…

Όλα αυτά, όπως προείπαμε, σε ένα δικαστήριο – το κλασικό δικαστήριο, με το προεδρείο, τον εισαγγελέα, την/τον γραμματέα, τους νομικούς κάθε πλευράς και το ακροατήριο.

Σε μια μικρή πόλη της Αμερικής, στη δεκαετία του ’90, ένας νεαρός άνδρας κατηγορείται ότι σκότωσε, στο υπόγειο του σπιτιού που διέμενε με τους γονείς του, ένα δεκατετράχρονο κορίτσι – εκεί βρέθηκε το πτώμα της, μετά από έρευνα της αστυνομίας. Το γεγονός αυτό φέρνει αλυσιδωτές αντιδράσεις στον κοινωνικό περίγυρο της οικογένειας, καθώς οι γείτονες αρχικά και σταδιακά όλη η πόλη τούς αντιμετωπίζει συνολικά ως εγκληματίες, παραβλέποντας το γεγονός ότι κατηγορείται ένα παιδί μόνο και καθ’όλη τη διάρκεια των χρόνων που τους γνωρίζουν δεν έχουν ξαναπασχολήσει αρνητικά την περιοχή.

Οι γονείς δεν έχουν πεισθεί πως ο γιος τους ήταν σε θέση να διαπράξει κάτι τόσο φρικτό και, νιώθοντας τη συνεχή πίεση από τον περίγυρο, που τους έχει ήδη ανατρέψει τη μέχρι τότε ησυχία τους (η κόρη τους ευχαριστεί τον Θεό που μένει μακριά και δεν έχει εμπλοκή μαζί τους και το μικρότερο παιδί έχει μετακομίσει σε κάποιους συγγενείς μακριά, ώστε να συνεχίζει να πηγαίνει σχολείο, κάτι που, στο μέρος που γεννήθηκε, οι συνθήκες το καθιστούσαν αδύνατο) και αποδέχονται την πρόσκληση, από μια τηλεοπτική εκπομπή, να προσέλθουν στο στούντιο και να μιλήσουν, ενόψει της δίκης, για τη δική τους αλήθεια. Ο χώρος είναι λίγο αφιλόξενος – εκεί τους βλέπουμε κι εμείς.

Δύο καρέκλες, οθόνες για να βλέπουν όσα τους προβάλλει ο σκηνοθέτης στη διάρκεια της συζήτησης και πολλά φώτα. Ο παρουσιαστής, κάπου που τον ακούνε, αλλά, εξαιτίας του φωτός, αδυνατούν να τον καλοβλέπουν. Η εκπομπή ξεκινά με τον παρουσιαστή-τηλεδικαστή να ρωτάει τους δύο γονείς κάποιες τυπικές-συμβατικές ερωτήσεις για το παιδί τους και την υπόθεση. 

Ξετυλίγεται, με αυτόν τον τρόπο, στα μάτια όλων η υπόθεση και αποκτάμε μια συνολική εικόνα για το περιβάλλον στο σπίτι, αλλά και σε όλη την πόλη συνολικά. Όσο προχωράει η ώρα, αντί οι ερωτήσεις να γίνονται πιο ακριβείς, ως προς την ουσία του πράγματος και με σκοπό να καταφανεί ποια είναι η θέση της οικογένειας, που έχει ήδη ακούσει κάποια επιβαρυντικά στοιχεία για το παιδί της, ο παρουσιαστής διατυπώνει ερωτήματα με δαιδαλώδη διατύπωση και εντελώς άσχετα με τον λόγο που βρίσκονται εκεί αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι αισθάνονται κάποια στιγμή ότι βρίσκονται μέσα σε έναν κυκλώνα και, όταν κάποια στιγμή το φαινόμενο σταματά, αδυνατούν, όχι μόνο να προσανατολιστούν, αλλά δεν μπορούν να θυμηθούν ούτε τι είπαν ελάχιστα λεπτά πριν…

Δύο άνθρωποι της “διπλανής πόρτας”, πιστεύοντας ότι θα ακουστεί η φωνή τους, μπαίνουν με τη θέλησή τους στη μηχανή του κιμά και γίνονται ένα υπέροχο “γεύμα” στα “πιάτα” του τηλεοπτικού κοινού, που διψάει για πόνο και αίμα. Στην αρένα αυτή, τα άτομα, που τα πρώτα λεπτά της “συνέντευξης”, σου ξυπνάνε πολύ αρνητικά συναισθήματα – μη γελιόμαστε, είναι δύο μεσήλικες, ακραία ρατσιστές, που, για κάποιους δικούς τους ανεξερεύνητους λόγους, νιώθουν πως έχουν μια υπεροχή, όχι μόνο απέναντι σε αυτούς που δεδομένα θεωρούν κατώτερους, αλλά και στους ταυτόσημους με αυτούς, δηλαδή ολόκληρη την πόλη. Με την πάροδο του χρόνου, όλο αυτό μαλακώνει και διαπιστώνεις πως, στο μέρος που ζουν, το πρόβλημα ξεφεύγει από την αυλή τους και οι ίδιοι, μαζί τα παιδιά τους, είναι εν μέρει θύματα αυτών που πιστεύουν.

Στη μικρή πόλη που ζουν, δεν μπορείς να πεις πως υπάρχει μεταξύ των κατοίκων και ιδιαιτέρως ανεπτυγμένο το αίσθημα της αλληλεγγύης και του σεβασμού της διαφορετικότητας του άλλου, αφού, όπως μαθαίνουμε, το παιδί που τώρα κατηγορείται, έχει αναγκαστεί, για κάποιον λόγο που δεν αναφέρεται, να εγκαταλείψει το σχολείο, καθώς γινόταν αντικείμενο χλευασμού από τους συμμαθητές του, και όχι μόνο (οι καθηγητές φυσικά και δεν έκαναν τίποτα για να το σταματήσουν), και όταν πήγε να δουλέψει και εκεί δεν μπόρεσε να στεριώσει σε καμία δουλειά, αφού από παντού τον έδιωχναν (πάλι δεν μαθαίνουμε τον λόγο). Κάπως έτσι έχει γίνει ο δακτυλοδεικτούμενος του “χωριού” και, παράλληλα με αυτό, επηρεάζεται και η οικογένειά του. Όταν κατηγορείται για τη δολοφονία, τα πράγματα οδηγούνται σε ακραίες καταστάσεις και η ατμόσφαιρα γίνεται το λιγότερο αποπνικτική για τους ίδιους, αφού δεν μπορούν ούτε στην αυλή του σπιτιού τους να βγουν, χωρίς να αντιμετωπίσουν τη μήνη της πόλης.

Μέσα σε όλην αυτήν την κατάσταση, οι δύο γονείς, κόντρα σε κάθε λογική, έχουν την άποψη πως κάποιος που είχε διαφορές με τον γιο τους, και είναι ο δράστης της δολοφονίας, μετέφερε το πτώμα στην αποθήκη τους και μετά τον κατέδωσε, έχοντας ως βεβαιότητα πως, με την φήμη που τον ακολουθεί και το πειστήριο του νεκρού σώματος, η τιμωρία του είναι εξασφαλισμένη… το λες και “μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε”. Γιατί, αν το πάρουμε ως αλήθεια, τότε τι τόπος – ζούγκλα είναι αυτός και τι είδους άνθρωποι τον κατοικούνε, ενώ αν παραδεχτούμε πως αυτό είναι μια φαντασίωση των γονιών, τότε το “ζούνε ανάμεσά μας” ακούγεται άκρως εφιαλτικό.

Ο Αντώνης Αντωνίου και η Νατάσα Ασίκη ανεβαίνουν στο τρενάκι του τρόμου και μας παίρνουν συνεπιβάτες στη διαδρομή τους, για εξήντα λεπτά. Ξεκινούν ως ευγενείς, αλλά με αυτοπεπεποίθηση για τα πιστεύω τους, άνθρωποι και, σταδιακά, τους βλέπουμε να κατακερματίζονται, καθώς ο παρουσιαστής – δικαστής έχει αποκλειστικό και μόνο σκοπό να παρουσιάσει ένα υπέροχο σφαγείο στο κοινό, κάτι που φυσικά το καταφέρνει. Στην αρένα του στούντιο, το “Χριστιανοί εναντίον λιονταριών” επαναλαμβάνεται με αόρατα θηρία και αίμα, αλλά το αποτέλεσμα, πριν ξεκινήσει η εκπομπή, είναι γνωστό – το μόνο που δεν γνωρίζουμε είναι πόσο θα αντέξουν τα “θύματα”. Οι δύο πρωταγωνιστές είναι απλά εξαιρετικοί σε αυτό που κάνουν, καθώς, από κάποια στιγμή και μετά, ξεχνάς ότι βλέπεις μια παράσταση και παρατηρείς δύο ανθρώπους, που μπορεί να σε χωρίζει άβυσσος, να μπαίνουν όρθιοι και περήφανοι μέσα και να μένουν δυο λείψανα στο τέλος, που προσπαθούν να καταλάβουν αν αυτό που πέρασε από πάνω τους ήταν νταλίκα ή τρένο…

Εξαιρετική η μετάφραση του πρωτότυπου κειμένου από τον Νίκο Χατζόπουλο, που απέδωσε όλο το κλίμα του έργου άψογα στη γλώσσα μας. Το κείμενο δεν είναι μια κριτική σε όσα υπάρχουν γύρω μας, αλλά μια δυστοπική παρουσίαση θεσμών, όπως η οικογένεια, η κοινωνία, η εκπαίδευση, η δικαιοσύνη και φυσικά τα ΜΜΕ, ως η λεγόμενη τέταρτη εξουσία. Αναδεικνύει, χωρίς να παίρνει θέση, όλες τις παθογένειες του συστήματος που ζούμε και θέτει υπογείως ερωτήματα για τη συνολική και την ατομική ευθύνη όλων, για όσα συμβαίνουν. Η έμμεση κριτική προς τα ΜΜΕ έχει να κάνει με το γεγονός ότι αντικαθιστούν την τρίτη εξουσία (δικαστήρια-νομικό σύστημα), για λόγους τηλεθέασης και πωλήσεων, διαμορφώντας τη συνείδηση του κοινού και προσφέροντάς του εικονικές καταδίκες και “κρεμάλες”, καταστρατηγώντας κάθε υποψία τεκμηρίου αθωότητας και χωρίς να νοιάζονται για τις συνέπειες αυτού (δεν αφορίζουμε τη λειτουργία των μέσων και χειροκροτούμε τη συμβολή των δημοσιογράφων στην αποκάλυψη της αλήθειας μέσα από τις έρευνές τους, όμως μέσα στο πλαίσιο που καθορίζει τη λειτουργία τους και χωρίς να παίρνουν αρμοδιότητες άλλων φορέων).

Αυτό πρόβαλλαν και ο κος Αντωνίου και η κα Ασίκη στη συζήτηση που ακολούθησε με το κοινό, ζητώντας μας τη γνώμη μας χωρίς αφορισμούς και μεγαλοστομίες, αλλά αφού ξύσουμε την επιφάνεια και δούμε τι κρύβεται από κάτω. Ειδικότερα, όσοι γονείς ήταν στο κοινό και πήραν τον λόγο, σχολίασαν ότι όλο αυτό ήρθε, αθροιστικά στα όσα ακούμε καθημερινά στις ειδήσεις και αφορούν παιδιά, να μεγαλώσει την ανησυχία τους και να τους κάνει να αναρωτηθούν πώς μπορούν να διορθώσουν κάτι που ίσως έχει γίνει εξ αμελείας λάθος…

Εγώ, ως μη γονέας (ακόμη), δεν έμεινα μόνο στο ζήτημα των παιδιών, αλλά προβληματίστηκα συνολικά, καθώς όλο αυτό μου θύμισε αλληγορικά ένα τέρας που το βλέπουμε να γεννιέται και δεν ενεργούμε εκείνη τη στιγμή, είτε γιατί αδιαφορούμε είτε γιατί πιστεύουμε πως κάποιος άλλος, πιο δυνατός, θα αναλάβει αυτήν την αποστολή. Όταν το κακό μεγαλώσει και αρχίζει να τρώει σάρκες από τους γύρω μας, πάλι εμείς περιχαρακωνόμαστε στον μικρόκοσμό μας, χτίζοντας “άμυνες” για να μη μας απειλήσει και, όταν κάτι θα συμβεί κοντά μας, θα μιλήσουμε όλο χαμόγελο στον φακό, λέγοντας πως πέσαμε από τα σύννεφα, ότι ίσως κάτι να είχαμε υποψιαστεί, αλλά δεν γνωρίζαμε πώς να βοηθήσουμε ή, αν πραγματικά χρειαζόταν βοήθεια το θύμα, γιατί δεν έδειχνε να έχει κάποιο πρόβλημα… μετά θα πιάσουμε το τηλεκοντρόλ και θα αναζητήσουμε ένα άλλο Κολοσσαίο, που θα προσφέρει περισσότερο αίμα και πόνο για να διασκεδάσουμε…

Παράσταση που συνεχίζει την παράδοση των έργων, που έχουμε όλα αυτά τα χρόνια παρακολουθήσει στη Θεατρική Σκηνή, που μιλάει με αλήθειες για το σήμερα και το μέλλον και δεν συνιστάται σε ανθρώπους με χαμηλό δείκτη ενσυναίσθησης και ευαισθησίας. 

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Ιανουάριος 2023

Συντάχθηκε από: Sin Radio