play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Dogville’ στο Θέατρο Ακάδημος

today2 Ιανουαρίου, 2023

Φόντο
share close

Ο Χρήστος (σίγουρα τον έχω ξαναναφέρει κάποια στιγμή) ήταν ένας συνάδελφος με τον οποίο μοιραστήκαμε για 4 χρόνια την ευθύνη να “τρέξουμε” την παραγωγή σε μια εταιρεία τροφοδοσίων. Πέραν των διαφωνιών και των ομηρικών καυγάδων μας πάνω στη δουλειά, είχαμε μια αρκετά καλή σχέση αλληλοσεβασμού και κοινών πεποιθήσεων. Μία από αυτές ήταν πως αν, δοκιμαστικά, οι δυο μας μεταφερόμασταν σε μια άλλη διάσταση, όπου για λίγο χρονικό διάστημα δεν θα ήμασταν επικεφαλής, αλλά βοηθητικοί σε όποιον το χρειαζόταν, η ομάδα αυτών των ανθρώπων, όσο θα περνούσε ο καιρός, σε κάθε δυνατή ευκαιρία, θα ζητούσε περισσότερα, χωρίς καμία προφανή εκτίμηση, για όσα λάμβαναν και χωρίς να υποπτεύονται πως όλο αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ. Αυτό ήταν ένα δεδομένο που μας επηρέαζε τις σχέσεις μας με το προσωπικό των βοηθών, στη λογική να μην κάνουμε κάτι αντίστοιχο και σε κάθε ευκαιρία να τους “μαθαίνουμε” να εκτιμάνε τον συνάδελφο αρχικά και όσους τους προσφέρουν συνολικά…

Το Dogville είναι ένα μέρος κάπου χαμένο στην Αμερικανική ύπαιθρο. Δεν το λες γοητευτικό ούτε θελκτικό για τον επισκέπτη του. Οι κάτοικοί του μοιάζουν να έχουν παγιδευτεί εκεί, στον μικρόκοσμό τους και ελάχιστα πράγματα μπορούν να τους βγάλουν από τη ρουτίνα τους. Κάποιο βράδυ, μια νεαρή κοπέλα φτάνει κυνηγημένη στο χωριό και ο νεαρός Τομ τής προσφέρει καταφύγιο, παρουσιάζοντας την περιοχή ως τον επίγειο παράδεισο με τους εξαιρετικούς ανθρώπους. Η Γκρέις γίνεται δεκτή με καχυποψία και με τον όρο να περάσει από ένα είδος δοκιμασίας για να πεισθούν οι ντόπιοι ότι δεν αποτελεί κίνδυνο για την κοινότητά τους. Στη διάρκεια αυτών των ημερών, δοκιμάζει να γίνει όσο πιο χρήσιμη μπορεί στον καθένα και σταδιακά το καταφέρνει. Το μικρό χωριό έχει αλλάξει διάθεση, χάρη στην σε αυτήν και οι κάτοικοί του ευγνωμονούν την παρουσία του νεαρού κοριτσιού.

Μια επικήρυξη μιας καταζητούμενης, που θα τοιχοκολλήσει ο σερίφης της περιοχής, η οποία μοιάζει στην Γκρέις, θα φέρει τους πρώτους τριγμούς στη σχέση αυτή. Με δεδομένο ότι το χρονικό διάστημα που έγιναν οι ληστείες, η Γκρέις δεν έφυγε ούτε δευτερόλεπτο από το χωριό, η αθωότητά της είναι πρόδηλη, όμως για κάποιο λόγο οι κάτοικοί του σκέφτονται ποια οφέλη θα έχουν, αν την παραδώσουν και ποια αν την κρατήσουν μαζί τους. Καταλήγουν να την “προστατεύσουν”, με όρο να εργάζεται περισσότερο για λιγότερα χρήματα. Στο μεσοδιάστημα, ο Τομ έχει αναπτύξει αισθήματα για το κορίτσι, που της τα αποκαλύπτει μαζί με ένα σχέδιο να φύγουν μακριά από όλους κι από όλα. Η Γκρέις, που απολαμβάνει τη νέα της ζωή, το βλέπει ως μια ακόμη εμπειρία και δέχεται. 

Τα πράγματα στο Dogville, από άποψης συμπεριφοράς των κατοίκων, σταδιακά γίνονται όλο και πιο άγρια, καθώς οι απαιτήσεις τους διαρκώς μεγαλώνουν και οι άνδρες του τόπου δεν την βλέπουν πια ως ένα απροστάτευτο κορίτσι. Ο Τομ σκέφτεται πως είναι κατάλληλη στιγμή να φύγουν και πείθει τον Μπεν, έναν ιδιοκτήτη φορτηγού, να τους βοηθήσει. Τη βραδιά που φεύγει η Γκρέις, μια κλοπή στο σπίτι του πατέρα του Τομ αποκαλύπτεται και όλες οι υπόνοιες πέφτουν σε εκείνη, που βρίσκεται κρυμμένη στο φορτηγό. Σε ένα μπλόκο της τροχαίας, ο Μπεν κάνει πίσω, καθώς φοβάται ότι θα βρουν την “καταζητούμενη” και θα μπλέξει. Επιστρέφει στο χωριό, όπου στήνεται ένα λαϊκό δικαστήριο, με τη Γκρεις κατηγορούμενη για κάτι που δεν έκανε… η τιμωρία της θα είναι να τη δέσουν με την αλυσίδα του σκύλου, σε μια αποθήκη, μέχρι να αποφασίσουν την τύχη της. Ο Τομ παρακολουθεί τα πάντα από απόσταση και, σε πρώτη ευκαιρία, της εξομολογείται ότι αυτός έκλεψε τα λεφτά, για να το σκάσει μαζί της και δεν το ομολόγησε για να μην τον κατασπαράξει ζωντανό το χωριό… αυτό διαλύει εντελώς τη Γκρέις, που μετατρέπεται σε ένα ανθρώπινο ράκος, που βρίσκουν ευκαιρία όλοι οι άνδρες του χωριού να βγάλουν τα σεξουαλικά τους απωθημένα και οι γυναίκες το υποβόσκον μίσος τους για την όμορφη ξένη.

Σε μια πράξη υπέρτατης σκ@τοψυχίας, ο Τομ αποφασίζει πως το καλύτερο για το χωριό θα είναι να παραδώσουν τη φυγάδα Γκρέις σε εκείνον που την καταδίωκε εκείνη την νύχτα και που, όπως τους έχει πει η ίδια, είναι ένας ισχυρός άνδρας με διασυνδέσεις στον υπόκοσμο. Οι κάτοικοι συγκεντρώνονται για να εισπράξουν, πέρα από τα εύσημα, και τα μετρητά του άγνωστου διώκτη του κοριτσιού και, σε μια επίδειξη του πόσο υιοθετούν τις μεθόδους του, παρουσιάζουν την κατάστασή της με όλο το ιστορικό. Ο άγνωστος όμως δεν είναι αυτός που φαντάζονται, αλλά ο πατέρας της, που γνώριζε όλον αυτόν τον καιρό τα πάντα, αλλά ήθελε να αποδείξει στην κόρη του πως οι άνθρωποι δεν είναι αυτά τα καλοκάγαθα πλάσματα που ε’ιχε εκείνη στο μυαλό της. Η εξέλιξη αυτή φέρνει, πέρα από έκπληξη στο χωριό, και τιμωρία, με τον ολικό του αφανισμό.

Το μεγάλο πλεονέκτημα της παράστασης είναι η εξαιρετική της σκηνοθεσία από τη Λίλλυ Μελεμέ, που αναλαμβάνει την ευθύνη να παρουσιάσει μια πολύ δυνατή ιστορία, που το κοινο γνωρίζει από την κινηματογραφική της εκδοχή. Εκ προοιμίου, υπάρχει η γνώση πως μιλάμε για δύο διαφορετικές τέχνες και το θεατρικό αποτέλεσμα διαφέρει απο το φιλμ, ως προς την παρουσίασή του. Αισθητικά, είναι πολύ συγγενείς οι αισθήσεις που έχει κάποιος, παρακολουθώντας την παρασταση και έχοντας γνωση της ταινίας. Οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα υποδηλώνουν κάτι το νοσηρο που πλανάται στην ατμόσφαιρα και έρχεται σε “κόντρα” με αυτό που διαφημίζουν οι κάτοικοι για τον τόπο τους, σε συνδυασμό με τη μουσική του Σταύρου Γασπαράτου, που εντείνει το αίσθημα ότι κάτι κακό θα συμβεί προσεχώς. Το σκοτάδι που συμβολικά κυριαρχεί στο Dogville, το διαπιστώνουμε παρατηρώντας με προσοχή τα ρούχα των ηρώων, που φρόντισε η Βασιλική Σύρμα – σε γκρίζους και μουντούς χρωματισμούς για τους ντόπιους, σε αντίθεση με το λαμπερό μαύρο φόρεμα της Γκρέις, που τραβάει τα βλέμματα. Και το όλον συμπληρώνει η σκηνική σύνθεση της Θάλειας Μέλισσα, που προσδίδει στο χωριό στοιχεία ενός δυστοπικού και αφιλόξενου τόπου, ακατάλληλου για να “επενδύσεις”.

Υποκριτικά, αρκετά καλή η Ελένη Τρίγκου, στον ρόλο της Γκρέις, που φτάνει με τις αγνότερες των σκέψεων στο μέρος εκείνο και αποχωρεί σκληρή και αδίστακτη, αναγνωρίζοντας, εν μέρει, όσα της έλεγε ο πατέρας της. Μας άρεσε αρκετά στα κομμάτια που επεδίωκε την αποδοχή και σε εκείνα που υπέμενε όλα τα βασανιστήρια, ως μια νεομάρτυρας (μόνο που δεν ολοκλήρωσε τον κύκλο αυτό, ώστε να κερδίσει το φωτοστέφανο…) και δεν είδαμε όσα θα περιμέναμε στο τελευταίο μέρος, που γίνεται η μεταστροφή – στο κομμάτι της έκφρασης αυτού, είναι η μόνη μας ένσταση. Δίπλα της, ο Στέλιος Μάινας, σε μια “επαγγελματική” ερμηνεία, στους ρόλους του αφηγητή, του πατέρα του Τομ, του σεριφή και στο τέλος του πατέρα της Γκρέις, στα συνηθισμένα του υψηλά υποκριτικά μέτρα, προσέδωσε βαρύτητα και κύρος στους χαρακτήρες του. Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος ήταν πολύ καλός ως Τομ – ένα αγόρι που αρνείται να μεγαλώσει και είναι, πέρα από ευθυνόφοβος, και εγωιστής και αμοραλιστής και η απώλειά του δεν ενοχλεί κανέναν… η Νικολέττα Βλαβιανού σε δραματικό ρόλο ήταν αρκετά καλή, όπως και ο Βαγγέλης Αλεξανδρής, που γίνεται ο πρώτος κρίκος στην απαρχή του απόλυτου ευτελισμού της Γκρέις. Ο Θοδωρής Κατσαφάδος πέτυχε να σιχαθούμε τον ηλικιωμένο αβοήθητο ήρωά του, που Γκρέις πεσούσης, μεταμορφώθηκε σε έναν αμετροεπή καθοδηγητή της μάζας και στη συνέχεια σε γέρο-σάτυρο, απαρνούμενος τη μέχρι τότε στάση του. Ο Πάρης Λεόντιος, στον ρόλο του κακομαθημένου εφήβου, που ακολουθεί τα βήματα και τα “μαθήματα” του πατέρα του, έδωσε μια ανατριχιαστικά οικεία εικόνα, με γεγονότα της επικαιρότητας, και ο Ανδρέας Νάτσιος, ως Μπεν, μας θύμισε όλους εκείνους που κουβαλάνε αμέτρητα κόμπλεξ, αλλά στη δημόσια παρουσία τους επιλέγουν μια περσόνα που τους καθιστά αγαπητούς σε όλους και που, μόλις βρουν ευκαιρία, βγάζουν όλη τη μαζεμένη καταπίεση και τον θυμό τους χώρις μέτρο. Τέλος, επαρκείς οι Φωτεινή Παπαχριστοπούλου και Νίνα Έππα.

Το Dogville είναι μια παράσταση που έχει πολλές αναγνώσεις και παρουσιάζει πρόσωπα και καταστάσεις που, καθημερινά, αναπαράγονται στις ειδήσεις, για όχι τους καλύτερους των λόγων. Είναι μια δραματοποιημένη παρουσίαση της επίγειας κόλασης που ζούμε, η οποία οτιδήποτε φωτεινό βρεθεί μέσα της και με διάθεση να τη μεταμορφώσει, καταφέρνει να το μετατρέψει σε κάτι πολύ χειρότερο από τους εφιαλτες του. Δεν συμφωνώ ότι η φωτιά πολεμιέται με τη φωτιά ούτε πως η απάντηση στο κακό είναι το απόλυτο κακό, και παραμένω αισιόδοξος ότι το φως πάντα νικάει το σκοτάδι, αφού πρώτα χάσει ένα μεγάλο αριθμό μαχών. Από τις πιο ωραίες μας θεατρικές στιγμές μέχρι στιγμής, προτείνεται ανεπιφύλακτα.

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Δεκέμβριος 2022

Συντάχθηκε από: Sin Radio