Sin Radio Listen, don't just hear!

Η Αρτζεντίνα είναι ένα ρεμπέτικο τραγούδι του 1947, σε στίχους και μουσική της Ιωάννας Γεωργακοπούλου (σπουδαία τραγουδίστρια του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, που ήταν το μουσικό ταίρι του Βασίλη Τσιτσάνη μέχρι το 1949, που την αντικατέστησε με τη Μαρίκα Νίνου), σε ερμηνεία δικιά της και του Στελλάκη Περπινιάδη. Μιλάει για τα όμορφα μελαχρινά κορίτσια από εκείνη τη χώρα, που κάποιο βράδυ φέρνει στον νου του κάποιος ναυτικός. Στην Αργεντινή έχουμε ως λαός μια ιδιαίτερη συμπάθεια, για πολλούς λόγους – θέλεις γιατί πολλοί ποδοσφαιρικοί μας ήρωες προέρχονται από εκεί, ίσως γιατί υπάρχουν ωραίες ιστορίες που την αφορούν, είναι ένας τόπος αγαπημένος.
Ένας τόπος διασκέδασης, μετά την πάροδο του ωραρίου, θυμίζει πολλές φορές ποδοσφαιρικό γήπεδο, που οι οπαδοί αποχωρούν σε μέθεξη, αφήνοντας πίσω τους ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Στην Αρτζεντίνα της παράστασης, τα πράγματα είναι λίγο πιο κόσμια – στο μπαρ του Παντελή, οι τελευταίοι πελάτες άφησαν τα άδεια μπουκάλια και ποτήρια στα τραπέζια. Είναι η ώρα που μαζεύει, σκουπίζει, κάνει τα πλυσίματα και αναχωρεί για να πάει σπίτι του, που τον περιμένει η γυναίκα του, Σοφία, και ο μερικών μηνών γιος του. Η είσοδος του Αποστόλη, παλιού φίλου και θαμώνα, που μονίμως βρίσκεται μπλεγμένος σε ό,τι απίθανη κατάσταση μπορεί κάποιος να φανταστεί, είναι ό,τι χειρότερο για τον Παντελή. Αφού τον ενημερώνει πως δεν θα τους πάρει ξανά όλη η νύχτα, γιατί τον περιμένει η οικογένεια στο σπίτι, τον κερνά ένα ποτό στα όρθια και τον ρωτάει τι πρόβλημα έχει αυτήν τη φορά.
Μονάχα που, αυτήν τη φορά, ο παλιόφιλός του έχει μπροστά του το Έβερεστ των προβλημάτων! Με τη φωνή της λογικής να του λέει να τον αφήσει να πνιγεί στον βούρκο που ο ίδιος επέλεξε να κολυμπήσει και την καρδιά να τον παρακινεί να προσπαθήσει για μια ακόμη φορά να τον βοηθήσει, ο Παντελής μπαίνει σε ένα τεράστιο δίλημμα και αυτά που ακολουθούν δεν θα μπορούσε ποτέ να τα φανταστεί… Με άξονα την Αρτζεντίνα, στήνεται ένας χορός αποκαλύψεων για το πώς βρέθηκε σε αυτήν την κατάσταση ο Αποστόλης, αλλά και μια ενδοσκόπηση στο παρελθόν των δύο και το πώς βρέθηκε, από φωτογράφος, μπάρμαν ο Παντελής, με σκληρές αλήθειες που μέχρι τότε δεν είχε ομολογήσει σε κανέναν. Και τις αποκάλυψεις, που δεν μένουν πια στις σκιές, όταν η λογική επανέρχεται στο προσκήνιο για τους ρόλους όλων σε ό,τι έχει συμβεί για να φτάσουμε εδώ, είναι πολύ δύσκολο να τις δεχτεί κάποιος, πόσο μάλλον αυτός που πάντα, ενώ ήξερε ότι κάνει το καλό στον λάθος άνθρωπο, έψαχνε μια δικαιολογία ώστε να το επαναλάβει.
Η Αρτζεντίνα είναι ένας τόπος ονείρου, όπως τον περιγράφει το τραγούδι, όμως για τον Παντελή ήταν ένα σιωπηλό μαρτύριο, που κουβαλούσε μαζί με άλλες “αμαρτίες” του παρελθόντος, μην έχοντας τη δύναμη, μέχρι σήμερα, να κάνει το δικό του όνειρο πραγματικότητα…
Μια πραγματικά πολύ ευχάριστη έκπληξη η παράσταση στο black box του 104! Σε ένα σκηνικό που σε βάζει κατευθείαν στην υπόθεση, δύο ηθοποιοί, ένας ήρωας και ένας αντί-ήρωας ξεκινάνε μια συζήτηση, που σου θυμίζει κάτι που ίσως έχει ζήσει κι εσύ. Πόσοι δεν έχουν έναν γνωστό-φίλο, που έχει κάνει μια μ@λ@κι@ και, όταν μας ζήτησε βοήθεια, ψαχτήκαμε πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε κάτι για εκείνον; Μονάχα που εδώ, ο Αποστόλης είναι κατ’ εξακολουθηση και κατ’εθισμό μπλεγμένος (και αγιάτρευτος….) και ο Παντελής έχει την εντελώς ηλίθια εντύπωση της υποχρέωσης να τον βοηθάει διαρκώς. Κάπως έτσι, ο ένας γίνεται αντιπαθής και ο δεύτερος προσεγγίζεται με αίσθημα αλληλεγγύης. Και όσο προχωράει η ιστορία και η μια ανατροπή διαδέχεται την άλλη, το κοινό διαπιστώνει ότι το παιχνίδι που παίζεται στην πλάτη του “καλού” ανθρώπου είναι πολύ πιο βρώμικο απ’ όσο φανταζόταν και η κακοήθεια είναι πολύ λίγη ως λέξη για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει.
Με γλώσσα αληθινή – πώς άλλωστε μιλάνε σε τέτοια στέκια οι απλοί άνθρωποι – και χωρίς κανέναν “καλλωπισμό”, οι ήρωες του Σταύρου Δάλκου (που κρατάει τον ρόλο του Παντελή στην παράσταση), έχουν μια άμεση σύνδεση με το κοινό, που έχει πλέον συνηθίσει σε έργα με “ωμές” αναμετρήσεις χαρακτήρων και τα επιβραβεύει με την προσέλευσή του. Ο Αποστόλης του Γιώργου Αλεβυζάκη (που συνυπογράφει με τον Σταύρο Δάλκο τη σκηνοθεσία και τον είδαμε και στο εξαιρετικό “Μπλου”, επίσης), πετυχαίνει μια φοβερή κορύφωση αντιπάθειας, που οδηγεί κάποια στιγμή σε μια πρόδηλη αδυναμία ως προς το τι ακόμη πρέπει να νιώσεις γι’αυτόν τον άνθρωπο, αφού η ευκολία με την οποία ξεστομίζει ψέματα και στήνει ιστορίες από το μηδέν, για να “μπαλώσει” τρύπες προηγούμενων αφηγήσεων, είναι κάτι έξω από το φάσμα του εκνευριστικού! Το ίδιο συμβαίνει και τον “καλό” της υπόθεσης, που σου βγάζει ένα τεράστιο γαμώτο και τη διάθεση να σηκωθείς και να του φωνάξεις “αφού το βλέπεις ότι σε κοροϊδεύει, τι το συνεχίζεις, ρε χριστιανέ;”, που όμως η ροή του έργου σε μαλακώνει και σε κάνει να θες να τον πάρεις μια μεγάλη αγκαλιά και να του πεις “όλα για κάποιον καλο λόγο γίνονται, κάλλιο αργά παρά ποτέ”.
Υπέροχες ερμηνείες, μια πολύ καλή σκηνοθεσία και φυσικά το κείμενο, που έχει αποσπάσει έπαινο στα Βραβεία Κριτικών Θεάτρου 2020/21, είναι τα συστατικά αυτής της πολύ καλής δουλειάς, σε ένα θέατρο που συνηθίζει να δίνει βήμα και να υποστηρίζει νέους ανθρώπους, που έχουν να πουνε κάτι σε όσους αγαπούν το καλό θέατρο. Προλαβαίνετε να την παρακολουθήσετε στις τελευταίες τις παραστάσεις, γιατί είναι από αυτές τις δουλειές, που, στο τέλος κάθε χρονιάς, αισθάνεσαι πολύ ευτυχής για τη θέασή τους.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Δεκέμβριος 2022
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv