play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Άρης’ στο Cartel

today27 Ιανουαρίου, 2022

Φόντο
share close

Σε μια από τις κινηματογραφικές μεταφορές μιας από τις πολύ αγαπημένες μου ιστορίες, αυτή του Αρθούρου και του μάγου Μέρλιν, ο δεύτερος λέει στην αντίζηλό του μάγισσα (δεν θυμάμαι το όνομά της) πως ο βασιλιάς μπορεί να πέθανε, αλλά το όνομά του θα το μνημονεύουν στους αιώνες και πως η ίδια, λόγω της κακίας και του σκοτεινού της χαρακτήρα, θα ξεχαστεί. Στη συνέχεια, παρέα με τον μέχρι πρότινος βοηθό της, της γυρίζουν την πλάτη και φεύγουν, με τη μάγισσα να εξαϋλώνεται, τους δύο άνδρες να γερνούν, καθώς προχωρούν, και τον Μέρλιν να λέει πως οι σπουδαίοι δεν πεθαίνουν ποτέ, γιατί τους κρατάει ζωντανούς στη θύμιση και την καρδιά του ο κόσμος…

Μπορώ εύκολα να θυμηθώ πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που ήταν υπαρκτά πρόσωπα και πολλές φορές χρησιμοποιούμε ως παραδείγματα είτε για καλό είτε για κακό λόγο. Άρα, στη μνήμη μας μένουν εκείνοι που με τις πράξεις τους άφησαν ένα στίγμα και ο κόσμος τούς κρατά, για δικούς του λόγους ο καθένας, “ζωντανούς” είτε ήταν σπουδαίοι είτε όχι.

Ένα τέτοιο πρόσωπο της σύγχρονης ιστορίας είναι και ο Άρης Βελουχιώτης, κατά κόσμον Θανάσης Κλάρας. Έχουν γραφτεί πολλά για την προσωπικότητά του και τις πράξεις του, για τη ζωή του πριν και μετά τη συνάντηση με τους ανθρώπους του ΚΚΕ, για το τι ήταν πραγματικά – για το πού αρχίζει και τελειώνει ο μύθος…. Εγώ, από τα ελάχιστα που έχω διαβάσει, σχημάτισα τη γνώμη πως ήταν ένας άνθρωπος που βρήκε στις διδαχές του υπαρκτού σοσιαλισμού μια σανίδα σωτηρίας και χάρις σε αυτό άφησε πίσω όλη την πρότερη παραβατικότητα και μπήκε βαθιά στην υπηρεσία των ιδανικών του. Βαθιά συναισθηματικός και με άδολη αγάπη για τον απλό κόσμο – κάτι που οι άνθρωποι της υπαίθρου τού επέστρεφαν γενναιόδωρα, πόνταρε στο κουτσό άλογο και πλήρωσε με τη ζωή του, τις παλινωδίες όλου του πολιτικού σκηνικού, μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς.

Έχοντας διαβάσει εξαιρετικές κριτικές για την παράσταση στο Cartel, αποφάσισα να την παρακολουθήσω, ώστε να δω και μια “ζωντανή” αναπαράστασή του, αρχικά, και, σε δεύτερο χρόνο, να διαπιστώσω πώς οι δημιουργοί της έχουν προσεγγίσει τον μύθο του “Άρη” και πώς τον παρουσιάζουν.

Ο Άρης ζει και περιδιαβαίνει την πόλη… από την Ιερά Οδό βρίσκεται στα στέκια των τοξικομανών και των αστέγων της πόλης, σε πλατείες με ιδιαίτερη σημειολογία και με το λύχνο θυέλλης ανά χείρας μπαίνει στη σκηνή. Ένας σταύλος, με έναν παλιό ασύρματο, σωρούς παλιών κιτρινισμένων εφημερίδων, μια παμπάλαια ντουλάπα και ένα τραπέζι με μια καρέκλα, το βασίλειό του. Και τσίπουρο, πολλά μπουκάλια με τσίπουρο, πάνω στο τραπέζι.

Μας μιλάει για το πώς βρέθηκε εδώ και, για να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τη διαδρομή του, ξεκινάει από τη γέννησή του. Όλη η προσωπική του ιστορία, με τις φυλακές, την παραβατικότητα, την αρνητικότητα που ένιωθε για τα πάντα γύρω του. Την επαφή του με το κόμμα, την ένταξή του και μετά τις νέες διώξεις, μέχρι που βρέθηκε στο βουνό με μια μικρή ομάδα συντρόφων, για να κάνει όποια αντίσταση μπορούσε στους Ναζί κατακτητές. Δόγμα του: “Να διώξουμε τον εχθρό και μετά να κάνουμε τον λαό νοικοκύρη στον τόπο του”. Αυτό τον έκανε δημοφιλή στους κατοίκους της υπαίθρου και, παράλληλα, η συμμετοχή του, ως αρχηγός του ΕΑΜ, σε επιτυχείς ενέργειες κατά των κατακτητών. Γνώριζε και έβλεπε, με τη σοφία του απλού ανθρώπου, τι θα ερχόταν, αλλά έκανε αυτό που του ζήτησαν από πίστη και, όταν ένιωσε προδομένος από παντού, βρήκε μόνη διέξοδο πάλι το αντάρτικο – όταν συμβαίνουν όλα αυτά, δεν έχει ξεκινήσει ακόμη ο εμφύλιος και γι’ αυτήν τη συμπεριφορά του θα αποκηρυχθεί από την ηγεσία του κόμματος – οι πραγματικοί λόγοι, φυσικά, ήταν πως και οι επιτελείς αντιλήφθηκαν την παγίδα που είχαν πέσει μέσα, όταν παρέδωσαν τα όπλα, χωρίς να πάρουν κανένα εχέγγυο για την επόμενη μέρα, και απλά έψαχναν ένα μαύρο πρόβατο να του φορτώσουν όλο το ανάθεμα και να τραβήξουν εκεί την προσοχή του κόσμου. 

Εκεί, είδα έναν άλλον Άρη, πολύ συναισθηματικό, σαν να λυγίζει από το βάρος μιας ευθύνης που δεν ήταν εξ ολοκλήρου ποτέ δική του, όμως ο ίδιος έτσι την αντιλαμβανόταν, καθώς εκείνος μιλούσε στον απλό κόσμο στα χωριά και οι εξελίξεις τον έβγαζαν ψεύτη· κι αυτό δεν μπορούσε να το διαχειριστεί… Δεν έφταιγε αυτός αν τα πράγματα έγιναν αλλιώς και κανείς δεν του ζήτησε ευθύνες. Κρατώντας το κεφάλι του Τζαβέλλα (κατά κόσμον Γιάννης Αγγελέτος, υπασπιστής του, που αυτοκτόνησε δίπλα του) χορεύει έναν τελευταίο λεβέντικο χορό, έναν αποχαιρετισμό σε αυτά που πίστεψε και αγωνίστηκε και χάθηκαν… Το τέλος που θα έρθει λίγο μετά θα είναι μάλλον λύτρωση για τον ίδιο, αφού το περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στη χώρα είναι τοξικό και αφόρητο…

Στην παράσταση, ο σκηνοθέτης Βασίλης Μπισμπίκης επέλεξε τον Τάσο Σωτηράκη, για να ενσαρκώσει τον Άρη, που εντυπωσιάζει στην πρώτη θέαση για το πόσο μοιάζει με το πρόσωπο που γνωρίζουμε από τις φωτογραφίες – η μεγάλη διαφορά εδώ συνίσταται στο γεγονός ότι ο Βελουχιώτης δεν ήταν και τόσο ψηλός, όπως ο Σωτηράκης, αλλά μάλλον μετρίου αναστήματος, αφού τα ιστορικά αρχεία αναφέρουν ότι στην αστυνομική του ταυτότητα, αναγράφεται ύψος 1,64. Η επιλογή αυτή εξυπηρετεί πιθανόν την παρουσίαση του Άρη ως μυθικού πρόσωπου, έτσι όπως τον ανέφεραν οι λαϊκές διηγήσεις της εποχής, αλλά και επειδή κάπως έτσι έχουμε την εικόνα των ανθρώπων αυτών, οι πιο πολλοί, στον νου μας.

Ο ηθοποιός, πέραν της ομοιότητας με το ιστορικό πρόσωπο, πείθει τον θεατή ότι, σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, υπάρχει απέναντί του ένα ενσαρκωμένο πνεύμα του καπετάνιου, μέχρι τη στιγμή, λίγο πριν το τέλος, που αλλάζει όλο αυτό και συμβαινει η “μεταμόρφωση” σε έναν νέο άνθρωπο του σήμερα, που βαφτίστηκε Άρης από τον πατέρα του, εξαιτίας του Βελουχιώτη, και όλα αυτά είναι όσα άκουγε από μικρός και θέλησε να μας πει. Ανατροπή, που δεν σε ξαφνιάζει, καθώς έχεις παρασυρθεί από αυτό που συμβαίνει επί σκηνής από πριν, οπότε σου φαίνεται ως και φυσιολογική η εξέλιξη αυτή! Το “εξαιρετικός” για τον Τάσο Σωτηράκη, νομίζω ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την ερμηνεία του – είναι στιγμες του, όπου ο χρόνος παγώνει και νομίζεις ότι όντως μπροστά σου βρίσκεται ο Βελουχιώτης. Ίσως από τους συγκλονιστικότερους μονολόγους από άνδρα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου.

Το κείμενο της Σοφίας Αδαμίδου δεν αποτελεί μια “αγιογραφία” του ιστορικού προσώπου, αλλά μια προσωπογραφία ενός ανθρώπου που είχε πίστη σε αρχές και ιδέες και σε όσο χρόνο τις υπηρέτησε με τον τρόπο που αυτός θεωρούσε πιο σωστό – δεν γίνεται αναφορά σε γεγονότα που έχει εμπλοκή και έχουν μια “σκιά” υπερβολικής βιαιότητας, αλλά προτιμώνται δράσεις που αναγνωρίζονται ως κοινωφελείς για την εθνική αντίσταση και χρησιμοποιείται μεγάλο μέρος του λόγου που εκφώνησε τον Οκτώβριο του 1944, μετά την απελευθέρωση της Λαμίας. Ο “Άρης” εδώ είναι ένας άνθρωπος των παθών και των ενστίκτων του, που έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο με την πίκρα της προδοσίας από αυτούς που εμπιστεύτηκε και αυτό το ιστορικό λάθος καταδεικνύεται σαφώς και, με αφορμή την ιστορία του, ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση, για το κατά πόσο οι άνθρωποι που επιλέγουν να υπηρετήσουν ιδεές και όνειρα, δεδικαίωνται των επιλογών τους ή διαψεύονται από τις εξελίξεις. Το ποιος ευθύνεται γι’αυτό και αν αυτό αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για τους επόμενους, είναι μια δεύτερη ανάγνωση…

Ο Βασίλης Μπισμπίκης μένει πιστός σκηνοθετικά στο κείμενο και μας παρουσιάζει έναν βαθιά ανθρώπινο χαρακτήρα, μακριά από τον καπετάνιο των μετώπων και τον μύθο που τον συνοδεύει, με τα θετικά και τα όποια αρνητικά του. Μας φόρτισε συναισθηματικά και, με το άνοιγμα ενός διακόπτη, μας επανέφερε στην “κανονικότητα”, υπενθυμίζοντάς μας πως βλέπαμε μια παράσταση…

Υπέροχη η μουσικη των VIC (Villagers of Ioannina City), που ακούγεται στην παράσταση, πολύ προσεγμένοι και λειτουργικοί οι φωτισμοί που σχεδίασε ο Λάμπρος Παπούλιας και πολύ ωραία δουλειά από την ομάδα του Cartel στα σκηνικά και την στολή του Άρη.

Ο “Άρης” στο Cartel δεν είναι μια παράσταση για έναν άνθρωπο που έχει φανατικούς πολέμιους και άλλους τόσους οπαδούς. Είναι μια σπουδή για αυτούς που πιστεύουν ότι ασφυκτιούν στο περιβάλλον που βρίσκονται και αναζητούν κάτι “ανώτερο” για να υπηρετήσουν και, όταν το βρίσκουν, συνήθως κάποιοι τρίτοι φροντίζουν να τους καταστρέφουν το όνειρο… Αφήνει ανοιχτό το παράθυρο των ευθυνών για τα όσα έγιναν σε φίλους, αλλά και σε αντιπάλους εκεινής της περιόδου, επιλέγοντας να μην κρίνει πού κρύβεται το σωστό ή το λάθος, αλλά να αποφασίσει το κοινό. Δεν ξέρω αν λειτουργεί αποτρεπτικά ή ενθαρρυντικά σε όποιους, αντίστοιχα, έχουν ταυτόσημες ανησυχίες και “πνίγονται” στις συμβάσεις τους· σε εμένα υπενθύμισε έντονα τους λόγους που, από μικρή ηλικία, αποφάσισα συνειδητά να μην ακολουθώ κανέναν σχηματισμό και να μην τοποθετούμαι κάτω από καμία πλαστική ή άλλου είδους σημαιούλα, γιατί οι άνθρωποι σε αυτές τις θέσεις, το μόνο που γνωρίζουν καλά είναι να παίρνουν το καλύτερο από την αγνότητα κάποιων, να τη χρησιμοποιούν για ίδιον όφελος και στο τέλος να τους πετάνε στο καλάθι των αχρήστων…. (τα ίδια συναισθήματα ακριβώς είχα και μετά το τέλος της παράστασης “Το κιβώτιο” στο Studio Mαυρομιχάλη… σύμπτωση ή όχι, αναφέρονται και τα δύο έργα στην ίδια περίπου χρονική περίοδο, στον ίδιο πολιτικό χώρο και σίγουρα αυτό δείχνει πως τότε κάτι δεν πρέπει εκεί να λειτουργούσε και τόσο καλά…). 

*Το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι γράφουν έργα για τον πολιτικό χώρο που ανήκουν και παρουσιάζουν δεικτικά τα όποια ιστορικά σφάλματα έχουν γίνει, δείχνει, πέραν του θάρρους τους και την ηθική τους υπόσταση (αναφέρομαι σε σειρά συγγραφέων από όλους τους χώρους που το έχουν κάνει, ειδικότερα τα τελευταία χρόνια). Θα ήθελα αυτό να συμβαίνει και για άλλες συνθήκες, που αυτά που έχουμε διδαχτεί, απέχουν αρκετά από την αλήθεια, γιατί το θέατρο είναι διαχρονικά, πέραν από ψυχαγωγία, και ένα σπουδαίο “εκπαιδευτικό” μέσο, πολλές φορές.

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Ιανουάριος 2022

Συντάχθηκε από: Sin Radio