play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Αντιγόνη’ στο Βεάκειο Θέατρο

today7 Ιουλίου, 2026

Φόντο
share close

«Αντιγόνη»: Η τραγωδία που δεν έπαψε ποτέ να αφορά τον άνθρωπο.

Υπάρχουν έργα που δεν ανήκουν σε καμία εποχή, γιατί κατορθώνουν να μιλούν σε όλες. Η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή εξακολουθεί, αιώνες μετά τη συγγραφή της, να θέτει ερωτήματα που παραμένουν αμείλικτα επίκαιρα: Πού τελειώνει η εξουσία και πού αρχίζει η ανθρώπινη συνείδηση; Ποιος νόμος υπερισχύει, όταν συγκρούονται το κράτος και η ηθική; Και πόσο βαρύ είναι τελικά το τίμημα της προσωπικής επιλογής, σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την πατριαρχία;

Ο Σοφοκλής, ένας από τους κορυφαίους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας, δημιούργησε έργα που ξεπέρασαν τα όρια της εποχής τους και διαμόρφωσαν την ιστορία του θεάτρου. Η «Αντιγόνη», που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον 5ο αιώνα π.Χ., παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της παγκόσμιας δραματουργίας, καθώς φωτίζει με μοναδική διαύγεια τη σύγκρουση ανάμεσα στον ανθρώπινο νόμο και στους άγραφους κανόνες της δικαιοσύνης.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Θήβα, αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους δύο γιους του Οιδίποδα, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη. Ο νέος βασιλιάς, Κρέων, απαγορεύει την ταφή του Πολυνείκη, χαρακτηρίζοντάς τον προδότη της πόλης, ενώ η αδελφή του, Αντιγόνη, ακολουθώντας τη συνείδησή της και τους άγραφους νόμους των Θεών, αποφασίζει να παρακούσει τη διαταγή, εγκαινιάζοντας μία από τις σπουδαιότερες συγκρούσεις που γνώρισε ποτέ το παγκόσμιο θέατρο.

«Πώς ένας θνητός καταργεί με τις εντολές του τους άγραφους νόμους των Θεών;» και ο λόγος του Σοφοκλή παύει να αφορά αποκλειστικά την ηρωίδα και αποκτά μια οικουμενική διάσταση που διαπερνά την πλατεία.

Η παράσταση ξεκινά με την είσοδο του Κρέοντα, ο οποίος συνοδεύεται από τα μέλη του Χορού και με ταχείς, χορογραφημένες κινήσεις, κινούνται κυκλικά της σκηνής, που κείτονται, μέσα σε μαύρα υφασμάτινα σακιά, οι σωροί των νεκρών. Η αίσθηση ότι τα γεγονότα τρέχουν, αποκτώντας μια ασταμάτητη δυναμική και ότι ο μηχανισμός της εξουσίας έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία είναι εμφανής.

«Τελείωσε πια ο πόλεμος, ας τον σκεπάσει η λήθη», ακούγεται σχεδόν προφητικά, καθώς γίνεται γρήγορα φανερό ότι ο πραγματικός πόλεμος μόλις έχει ξεκινήσει…

Η Παναγιώτα Πανταζή μεταφράζει και ο Θέμης Μουμουλίδης σκηνοθετεί, επιλέγοντας να προσεγγίσει το έργο με απόλυτο σεβασμό στον λόγο του Σοφοκλή, χωρίς να επιδιώκει έναν επιφανειακό εκσυγχρονισμό. Αντίθετα, αφήνει την ίδια την τραγωδία να αποδείξει τη διαχρονικότητά της, μέσα από μια πρόταση λιτή, ουσιαστική και βαθιά πολιτική.

Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται η εξαιρετική Λένα Παπαληγούρα, όπου η Αντιγόνη της δεν αναζητά τη συμπάθεια του θεατή ούτε επιδιώκει την ηρωοποίησή της. Αντίθετα, στέκεται ακλόνητη απέναντι στον Κρέοντα, υπερασπιζόμενη με απόλυτη πίστη τις αξίες της, ενώ η δύναμή της δεν βρίσκεται στις εξάρσεις, αλλά στην αταλάντευτη βεβαιότητα με την οποία αντικρίζει την εξουσία.

Απέναντί της, ο Μελέτης Ηλίας αποδίδει έναν Κρέοντα που δεν λειτουργεί ως ένας απλός αυταρχικός ηγεμόνας, αλλά ως ένας άνθρωπος βέβαιος ότι υπηρετεί το κοινό καλό, ο οποίος όμως αδυνατεί να διακρίνει πως η αδιαλλαξία του οδηγεί αυτόν και την πόλη του, σταδιακά στην καταστροφή. Η ερμηνεία του αποφεύγει τις ευκολίες, αναδεικνύοντας έναν χαρακτήρα σύνθετο και αυταρχικό, που η απορία του «Πώς είναι δυνατόν να μην υποτάσσεται μια γυναίκα;» συμπυκνώνει τη νοοτροπία που υπερασπίζεται, αλλά και το χάσμα που τον χωρίζει από την Αντιγόνη.

Ιδιαίτερα ουσιαστική είναι και η συμβολή των υπόλοιπων συντελεστών της διανομής. Ο δυναμικός, λαϊκά απλοϊκός, Μιχάλης Οικονόμου, στον ρόλο του Φύλακα, ο Θανάσης Δόβρης, ως Πρώτος Πολίτης, η Ιφιγένεια Καραμήτρου, η Λένα Μποζάκη, η Νάνσυ Μπούκλη, ο Γιώργος Νούσης, ο Βαγγέλης Σαλευρής και η Ιώβη Φραγκάτου, υπηρετούν με συνέπεια τη σκηνοθετική γραμμή, συγκροτώντας ένα σύνολο με συνοχή, ρυθμό και σκηνική πειθαρχία, ενώ κανείς δεν επιδιώκει να υπερκεράσει τον άλλον, αλλά αντίθετα, όλοι συμβάλλουν στη δημιουργία μιας παράστασης που βασίζεται στη συλλογική δουλειά, στοιχείο απολύτως εναρμονισμένο με τη φύση της αρχαίας τραγωδίας.

Ο Χορός (επιμέλεια κίνησης Πατρίτσια Απέργη) λειτουργεί ως η συνείδηση της κοινωνίας, δεν παρακολουθεί παθητικά τα γεγονότα, αλλά τα σχολιάζει, τα ερμηνεύει, ενώ συχνά προειδοποιεί για τις συνέπειες των ανθρώπινων επιλογών, αποτελώντας οργανικό κομμάτι της δράσης και όχι απλώς έναν αφηγηματικό μηχανισμό.

Η σκηνογραφική προσέγγιση (σκηνικό Μικαέλα Λιακατά – κοστούμια Βασιλική Σύρμα), υπηρετεί με συνέπεια τη δραματουργία, ενώ τα μαύρα σακιά παραμένουν διαρκώς στη σκηνή, για να θυμίζουν ότι ο πόλεμος αφήνει πάντοτε πίσω του νεκρούς, ακόμη κι όταν οι μάχες έχουν τελειώσει.

Στην άκρη δεσπόζει μια μεγάλη πλατφόρμα, που μεταμορφώνεται ανάλογα με τις ανάγκες της δράσης: άλλοτε γίνεται τόπος λήψης αποφάσεων και σύμβολο της εξουσίας, άλλοτε οδηγεί συμβολικά στην τελευταία κατοικία, ενόσω οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου, μέσα από έντονες σκιάσεις και αντιθέσεις, δημιουργούν εικόνες υψηλής αισθητικής, ενώ η υποβλητική μουσική επένδυση του Σταύρου Γασπαράτου, συνοδεύει άλλοτε διακριτικά και άλλοτε με ένταση, αλλά πάντα καθοριστικά τη δραματική εξέλιξη.

Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, ο λόγος του Σοφοκλή αποδεικνύεται συγκλονιστικά σύγχρονος, καθώς και σήμερα συχνά «Θύτες και θύμα, το ίδιο αίμα», ενώ η διαπίστωση «Φοβερό πράγμα ο κριτής να έχει λάθος κρίση» δεν ακούγονται ως ιστορικό απόσπασμα ενός αρχαίου κειμένου, αλλά εξακολουθούν να συνοδεύουν κάθε κοινωνία, όπου η εξουσία συγκρούεται με τη δικαιοσύνη και τον άνθρωπο.

Η θερμή ανταπόκριση του κοινού, στο κατάμεστο Βεάκειο, επισφράγισε την επιτυχία της βραδιάς. Οι έξι συνεχόμενες αυλαίες δεν αποτέλεσαν μια τυπική θεατρική επιβράβευση, αλλά την αυθόρμητη αναγνώριση μιας παράστασης, που κατάφερε να συγκινήσει, να προβληματίσει και να υπενθυμίσει ότι η μεγάλη τραγωδία δεν ανήκει στο παρελθόν. Συνεχίζει να μας κοιτάζει κατάματα, θέτοντας ερωτήματα που, όσο κι αν περνούν οι αιώνες, παραμένουν αναπάντητα.

Περισσότερα εδώ.

Έλενα Χατζοπούλου, Ιούνιος 2026

Συντάχθηκε από: Sin Radio