play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε τη παράσταση ‘Φόνισσα’ στο Θέατρο Έργον

today21 Οκτωβρίου, 2026

Φόντο

Υπάρχουν μέρες που μένουν στη μνήμη σου για τις πρωτιές που συνδυάζουν – μια τέτοια ζήσαμε κι εμείς πρόσφατα, όταν επισκεφθήκαμε το νέο Θέατρο Έργον, για να δούμε επί σκηνής τη «Φόνισσα» με τη Λυδία Κονιόρδου (όλα για πρώτη φορα!)

Η «Φόνισσα», ένα από τα κορυφαία έργα της νεοελληνικής πεζογραφίας, γράφτηκε από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη το 1903. Στο επίκεντρό της βρίσκεται η Χαδούλα, γνωστή ως Φραγκογιαννού, μια ηλικιωμένη γυναίκα στη Σκιάθο, που έχει περάσει ολόκληρη τη ζωή της μέσα στη φτώχεια, την καταπίεση και τις ατελείωτες υποχρεώσεις που της επέβαλε η θέση της ως γυναίκας στην κοινωνία της εποχής.

Ο Παπαδιαμάντης έγραψε ένα διήγημα που περιέχει σκληρές αλήθειες και δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Αναδεικνύει την κοινωνία της εποχής του, που αντιμετωπίζει με βαρβαρότητα τις γυναίκες και αναπαράγει τη βία από γενιά σε γενιά, οδηγώντας σε αδιέξοδες καταστάσεις όσες είχαν την “ατυχία” να γεννηθούν γένος θηλυκού. Σε αυτήν τη δυστοπική κατάσταση, η ηρωίδα του, Χαδούλα Φραγκογιαννού, συστήνεται ως μια γυναίκα, που πέρασε τη ζωή της φτωχή, καταπιεσμένη, με όλες εκείνες υποχρεώσεις που είχε ως γυναίκα στην εποχή εκείνη και με το παράπονο πως δεν έχει ξεκουραστεί ποτέ, καθώς, όσο μπορεί να θυμάται, συνεχώς υπηρετεί κάποιον…. Αποτέλεσμα όλων όσων έχει ζήσει είναι να διαμορφώσει την αντίληψη πως ο κόσμος είναι πολύ σκληρός για τα κορίτσια και ταυτόχρονα να επιζητεί έναν τρόπο να τα “βοηθήσει”, ώστε να μην έχουν παρόμοια με τη δική της μοίρα.

Η παράσταση ξεκινά με ένα παραδοσιακο δρώμενο μιας αγροτικής περιοχής, όπου οι γυναίκες του τόπου τραγουδούν με τη συνοδεία ζωντανής μουσικής, τραγούδια χαράς και πόνου, που μπερδεύονται μετάξυ τους, όπως τα δύο στοιχεία συνυπάρχουν στη ζωή. Η Χαδούλα ξεκινά να εξιστορεί “της γυναικός τα πάθια”, από την παιδική της ηλικία, τη σχέση με τη μητέρα της, που παρουσιάζει με μελανά χρώματα ως φιλάργυρη και μάγισσα, το “ξεπούλημά” της στη συνέχεια σε έναν σύζυγο άβουλο και κατώτερό της και την κατάληξή της ως μια υπήρετρια διαρκείας, στην οικογένειά της τότε και σήμερα στα παιδιά των παιδιών της… Κάπου εκεί, ξεκινά να αναπτύσσει και τη συλλογιστική της για τα κίνητρα των πράξεών της, που περιγράφει ως πράξεις αγάπης και λύτρωσης, παρότι στα μάτια των πολλών είναι ξεκάθαρα παιδοκτονίες και φόνοι. Δεν επιδιώκει ούτε να την καταλάβουμε ούτε να τη συγχωρήσουμε, έχει τη βαθιά πίστη ότι κάνει το σωστό που οι άλλοι αδυνατούν να καταλάβουν, δίνοντας στον εαυτό της έναν ρόλο Θεού, που αποφασίζει για τις ζωές τρίτων, χωρίς να οφείλει εξήγηση πουθενά. Όλο αυτό το σκοτάδι βρίσκεται πίσω από το ευγενικό της πρόσωπο και την εικόνα της πρόθυμης και πάντα διαθέσιμης για κάθε βοήθεια γερόντισσας, που έχει “οικοδομήσει” στη μικρή κοινωνία που ζει.

Από τα πρώτα λεπτά της παράστασης, είχα την αίσθηση πως θα παρακολουθούσαμε κάτι που θα μας θύμιζε αρχαία τραγωδία. Η ύπαρξη των γυναικών του χωριού που λειτουργούσαν ως χορός, μαζί με τους μουσικούς, ενίσχυσαν αυτήν την αντίληψη και η εξέλιξη του έργου μάς επιβεβαίωσε. Η ομάδα αυτή λειτουργεί ως η φωνή των ανθρώπων της εποχής, δίνοντας το στίγμα των αντιλήψεων και των πεποιθήσεών τους, δημιουργώντας στα μάτια του θεατή το ασφυκτικό περιβάλλον της υπαίθρου, που συμβαίνουν τα γεγονότα, και κάποιες στιγμές μας έδωσαν την εντύπωση ότι λειτουργούσε ως ένορκοι κάποιου δικαστηρίου. Οι ήχοι των παραδοσιακών οργάνων μαζί με τους βυζαντινούς ψαλμούς λειτουργούν ως στάσιμα – ενίοτε διαμορφώνουν έναν φορτισμένο ενεργειακά μυστηριακό τόπο, όπου συναντιούνται και συνομιλούν με την ηρωίδα, αναδεικνύοντας τον διαχρονικό της εσωτερικό θρήνο ή περιγράφουν την έντονη συναισθηματική της κατάσταση.

Στο επίκεντρο της δράσης, η Χαδούλα, σε μια συνθήκη-σύνθεση αποσύνθεσης, ενοχών και απόγνωσης, με μια βαθιά εσωτερικότητα, να διχάζει για το αν είναι σύμβολο του απόλυτου κακού ή ένας άνθρωπος που οδηγήθηκε σε αποδρομή λόγω όσων του συνέβησαν. Με τον λόγο του Παπαδιαμάντη να ακούγεται όπως τον έγραψε, με τη μουσικότητά και τις “δυσκολίες” του, το κοινό είχε έναν ακόμη λόγο προσήλωσης, ώστε να έχει τη δυνατότητα αποκωδικοποιήσης όσων λέγονταν και έβλεπε, και ως επιλογή έδωσε πόντους καλλιτεχνικής ταυτότητας στην παράσταση. Η Λυδία Κονιόρδου δεν ερμηνεύει έναν ρόλο – χτίζει από την πρώτη στιγμή την προσωπικότητα μιας γυναίκας που διαπράττει μεν εγκλήματα, αλλά κουβαλάει βαθιά μέσα της μια ολοκληρωτική τραγωδία, παλεύει με αντιφάσεις και εσωτερικές εντάσεις, όντας ένας χαρακτήρας με υπέρτατη δραματική υπόσταση. Η άρθρωσή της και ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνεί το κείμενο συνθέτουν στοιχεία που προσφέρουν μια αξέχαστη θεατρική εμπειρία. Οι παύσεις, η σκηνική παρουσία, οι αλλαγές στον ρυθμό της ηρωίδας και, φυσικά, η φωνή της, αποδίδουν εύγλωττα την τραγικότητα της Φραγκογιαννούς και παρουσιάσουν όλη της τη διαδρομή μέχρι την πλήρη κατάρρευσή της. Η ερμηνεία της είναι συγκλονιστική και αντιλαμβάνεσαι το πώς μια αθώα κοπέλα μετατράπηκε σταδιακά σε τέρας­­ – δημιουργεί δε μια ηρωίδα-δραματικό σύμβολο που θα παραμείνει αναλλοίωτο στον χρόνο, όπως όλοι οι σπουδαίοι τραγικοί χαρακτήρες.

Η Ανδριανή Τουντοπούλου, η Μίνα Λουίζου, η Αμαλία Τσεκούρα και η Φανή Λύκου είναι οι συμπρωταγωνίστριες – γυναίκες του “χορού”, που η παρουσία τους είναι πολύ σημαντική, καθώς δεν είναι συμπληρωματικά στοιχεία δίπλα στην κεντρική ηρωίδα, αλλά συμβάλλουν ουσιαστικά στην παράσταση. Ο Σωτήρης Χατζάκης, πέραν της σκηνοθετικής επιμέλειας, κρατά και τον ρόλο του αφηγητή, ενός συνδετικού κρίκου ανάμεσα στη διήγηση και στη δράση, κρατώντας ένα στοιχείο από το πρωτότυπο έργο. Σκηνοθετικά, παντρεύει την αγροτική πραγματικότητα του 19ου αιώνα (που αναφέρεται το κείμενο) με την αρχαιοελληνική τραγωδία, χρησιμοποιώντας κοινά στοιχεία της ελληνικής κουλτούρας ανά τους αιώνες όπως μοιρολόγια, στολίσματα νύφης και νανουρίσματα και συνδέοντας τη βαθιά χριστιανική ταυτότητα του έργου του Παπαδιαμάντη με τη διαχρονικότητα ηρώων των μεγάλων τραγωδών. Η συνάντηση αυτή γεννάει μια παράσταση με ισχυρό θεατρικό στίγμα, που αναδεικνύει ένα από τα σπουδαιότερα κείμενα της νεότερης λογοτεχνίας μας.

Η μουσική σύνθεση του Τάκη Φαραζή αποτελεί οργανικό στοιχείο της παράστασης. Η μουσική και οι ψαλμοί συμμετέχουν ουσιαστικά, προσδίδοντας ένταση και συναισθηματικό βάθος σε όσα συμβαίνουν επί σκηνής. Αναδεικνύουν τη μουσικότητά του λόγου του Παπαδιαμάντη και δημιουργούν ένα φιλικό περιβάλλον για τον θεατή, που καλείται να γνωρίσει έναν κόσμο πολύ διαφορετικό – ως εικόνα τουλάχιστον – από τον δικό μας. Τα σκηνικά της Έρσης Δρίνη, τα κοστούμια του Χάρη Σουλιώτη – τόνοι στα χρώματα της γης και μαύρο, χρώμα του πένθους και της μοίρας των φτωχών της εποχής και οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, που απομονώνουν τη Φραγκογιαννού στους μονολόγους της, κάνοντας τον θεατή να “βυθίζεται” στο αρρωστημένο μυαλό της και λειτουργώντας συμπληρωματικά στις υπόλοιπες σκηνές, συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα που ο σκηνοθέτης επιδιώκει να δημιουργηθεί.

Είναι η “Φόνισσα” στο θέατρο Έργον μια πρόταση για θεατρική έξοδο;

Σίγουρα δεν είναι μια ανέμελη, ευχάριστη παράσταση, αφού η θεματική της έχει να κάνει με ειδεχθή εγκλήματα. Απαιτεί προσήλωση και διάθεση από τον θεατή να τον ταξιδέψει στο σύμπαν της ηρωίδας, μέσα από μια γλώσσα που διαφέρει αρκετά απο αυτήν που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας. Είναι ένα σπουδαίο θέαμα, απόδειξη πως το καλό θέατρο, ακόμη κι αν πραγματεύεται μια ιστορία σκλήρη και απαιτητική, μπορεί να προσφέρει μεγάλες συγκινήσεις. Στην περίπτωσή μας, η σκηνοθετική προσέγγιση του Σωτήρη Χατζάκη, σε συνδυασμό με την υπέροχη ερμηνεία της Λυδία Κονιόρδου, την υποκριτική αρτιότητα των άλλων ηθοποιών του θιάσου και την καταπληκτική μουσική επένδυση, δημιουργούν ένα άρτιο αποτέλεσμα. Ο θεατής συναντά τον Παπαδιαμάντη μέσα από ένα κείμενο που μετρά περισσότερο από έναν αιώνα ζωής και φαίνεται εφιαλτικά επίκαιρο δυστυχώς, αφού τα ζητήματα που θίγει για την ανισότητητα, την αδικία, τους ρόλους και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, αλλά και για το πώς ένα κακό μπορεί να διορθώσει ένα άλλο λάθος και την “ελαστικότητα” της ανθρώπινης συνείδησης και τη συνολική στάση του περιβάλλοντος σε κάτι που πιθανόν να μην είναι σωστό, αλλά δεν το αγγίζουμε γιατί “έτσι το βρήκαμε”…

Εμείς κερδίσαμε μια μοναδική θεατρική εμπειρία και νιώθουμε ιδιαίτερα ευτυχισμένοι για αυτό το γεγονός!

Υ.Γ. Να ενημερώσω την “κυρία” που καθόταν μπροστά μας (αν τυχόν διαβάσει το κείμενό μου) και σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, αντάλλασσε μηνύματα με τους διαδικτυακούς και όχι μόνο φίλους της, πως δεν κατάφερε ούτε να μας αποσπάσει την προσοχή ούτε να μας εξοργίσει με τη στάση της – μόνο μια απορία έχουμε μέχρι σήμερα: Γιατί ήρθε στη συγκεκριμένη παράσταση;

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Οκτώβριος 2026

Συντάχθηκε από: Sin Radio