Sin Radio Listen, don't just hear!

Θυμάσαι τι έκανες στα 21 σου χρόνια; Πού βρισκόσουν, αν σπούδαζες, αν δούλευες, αν είχες κάποια σχέση, πώς σχεδίαζες το μέλλον σου; Θα σου πω πρώτος εγώ – το 1996 τελείωσα τη στρατιωτική μου θητεία, έπιασα την πρώτη μου δουλειά και ξεκίνησα μαθήματα για δίπλωμα αυτοκινήτου – επίσης, σχεδίαζα να βρω μια καλή σχολή για να κάνω το χόμπυ επάγγελμα (το κατάλαβα στον στρατό, ότι εκεί ήταν η κλίση μου) και η σχέση μου με το κορίτσι μετρούσε 3 χρόνια ζωής.
Αν κάποιος μου έλεγε πως στα 3 χρόνια αυτής της σχέσης θα είχε προκύψει ένα μωρό και ότι αυτό το γεγονός θα μπορούσε να αλλάξει τις ζωές μας, θα του απαντούσα “Τι έχεις πιει; Το θεωρείς αστείο κάτι τέτοιο;”. Και θα σκεφτόμουν όσα θα είχαν προκύψει, τα χιλιάδες ταυτόχρονα εγκεφαλικά που θα είχαν πάθει οι γονείς μας, στο άκουσμα ενός τέτοιου νέου, και μετά τι; Ούτε σχολές, ούτε πτυχία, ούτε αποφοιτήσεις, ούτε διακοπές οι δυο μας 15 μέρες… ένας αγνωστος κόσμος μάς περίμενε.
Η Άννα είναι εικοσιενός ετών. Και μητέρα ενός τρίχρονου κοριτσιού, της Έλλης. Ο πατέρας της μικρής δεν ζει μαζί τους και δεν ενδιαφέρεται και πολύ γι’αυτές. Είναι απορίας άξιο τι του ζήλεψε, ένα κορίτσι σαν αυτό, που είχε όλο το μέλλον μπροστά του και έκανε σχέση μαζί του και κράτησε και το μωρό, όταν έμεινε έγκυος. Ο λεβέντης είναι τέρμα ούγκανος και ακατάλληλος για πολύ πιο απλά πράγματα χωρίς τη βοήθεια της μαμάς του, πόσο μάλλον για γονιός. Η ηρωίδα μας ζει σε μια φτωχική γειτονιά. Δεν έχει πολλά έπιπλα στο σπίτι, ούτε ανέσεις, αλλά είναι ευτυχισμένη – της φτάνουν αυτά που μπορεί να αγοράσει και η μικρή Έλλη τής ολοκληρώνει την ευτυχία.
Γιατί, όμως, από το πρώτο λεπτό η Άννα είναι λες και έχει πάρει μια βαρβατερή δόση από κάποιο διεργετικό; Γιατί έχει αυτό το βλέμμα που τη μια είναι ζεστό και γεμάτο αγάπη και λίγο μετά χάνεται στο άπειρο, σαν κάποια σκέψη να την αποσυντονίζει; Τι έχει συμβεί σε αυτό το νέο κορίτσι; Είναι όντως τόσο μεγάλο, που δικαιολογημένα τής έχει επηρεάσει το νευρικό σύστημα και κατ’επέκταση όλη τη ζωή; ΝΑΙ, ΕΙΝΑΙ!
Η ηρωίδα μας έμεινε έγκυος στα 18 – για αντισύλληψη και προφυλάξεις ούτε λόγος… Αποφάσισε να κρατήσει το παιδί – ένα παιδί, θα φέρει στον κόσμο ένα άλλο παιδί… Οικογένεια, περιβάλλον, σύντροφος, απόντες… Ενημέρωση για το πώς φροντίζει κάποιος ένα μωρό, τι χρειάζεται, τι στο καλό οφείλει μια νέα μαμά να γνωρίζει, ψιλά γράμματα… Ένας αρκετά επίπονος τοκετός και η φυσιολογική αντίδρασή της μετά το τέλος του – θέλω να κοιμηθώ… Ούτε λόγος για φροντίδα του νεογέννητου και φυσικά στο νοσοκομείο καμιά απολύτως ενσυναίσθηση ότι έχουν μια έφηβη άσχετη νέα μητέρα μπροστά τους και πως κάποιος πρέπει να της πει τι θα κάνει με αυτό το μικρό πλάσμα που της έβαλαν στην αγκαλιά και έφυγαν… “καλά” πηγαίνει ως εδώ, δεν νομίζεις;
Kαι κάποτε παίρνει με τον πατέρα το μωρό και γυρνάνε σπίτι. Και καθώς περνάνε οι μήνες, ο “δεν στροφάρω και πολύ” σύντροφος διαπιστώνει ότι το παιδί δεν τους πολυμοιάζει… αλλά η Άννα δεν βλέπει κάτι τέτοιο. Μια εξέταση, 3 χρόνια μετά, αποκαλύπτει μια απίθανη ιστορία με δύο μωρά που κατέληξαν σε άλλη οικογένεια από την κανονική τους. Σωστά μαντεύεις, η μια εμπλεκόμενη είναι η Άννα – ο δυστυχής μπαμπάς παίρνει τον ομμάτιών του και παρκάρει στο σίτι της μαμας και μια κοινωνική λειτουργός προσπαθεί να γνωρίσει τις δύο μητέρες για να δουν τι είναι καλύτερο για τα δύο παιδάκια.
Και η άλλη μαμά, μια Ασιάτισσα κυρία με πολλές ατυχείς εγκυμοσύνες, από μια πολύ σικάτη γειτονιά, ποτέ δεν σκέφτηκε ότι το παιδί που μεγαλώνει δεν της μοιάζει ή δεν είναι δικό της. Οι δύο μαμάδες αναπτύσσουν μια σχέση και τα κοριτσάκια τους γίνονται φίλες, κοιμούνται η μία στο σπίτι της άλλης και όλο αυτό δείχνει κάτι πολύ φυσιολογικό για όλους, μέχρι που ο βιολογικός πατέρας της μικρής, που μεγαλώνει με την Άννα, αποφασίζει να διεκδικήσει και τη βιολογική του κόρη, χωρίς να επιστρέψει το άλλο παιδί, χωρίς φυσικά την συγκατάθεση της γυναίκας του και με όπλα τα λεφτά του (μα πόσο έκπληξη!), τον δικηγόρο του και ένα σωρο κοινότυπα επιχειρήματα εναντίον της νεαρής κοπέλας.
Η Άννα φρικάρει τελείως και κάνει μια απόπειρα να χαθεί από τα ραντάρ όλων, μαζί με τη μικρή της, αλλά διαπιστώνει ότι δεν είναι αυτή η καλύτερη λύση. Οι ψυχραιμότεροι ηρεμούν τα πνεύματα και τα παιδιά παραμένουν στις οικογένειες που ζουν μεχρι στιγμής, αλλά όλο αυτό έχει κλονίσει πολύ την ψυχολογία της Άννας και χρειάζεται επιπλέον βοήθεια για να ξεπεράσει τις κρίσεις πανικού, που της προκαλούν οι σκέψεις ότι θα της πάρουν την κόρη της – τότε καταλάβαμε γιατί η ηρωίδα έχει, ορισμένες φορές, μια υπερκινητικότητα και αλλάζει η διάθεσή της με κάποιες σκέψεις.
Η παράσταση κλείνει και σε αφήνει να φτιάξεις το δικό σου σενάριο για το μέλλον – θα τα καταφέρει ή όχι; Προσωπικά, δεν κατέληξα στο τι θα συμβεί στο μέλλον, αφού συγκρούονταν μέσα μου το συναισθημα και η εικόνα-πραγματικότητα της ηρωίδας – θα ήθελα όμως να πάρω το καλό σενάριο!
Αυτό που σίγουρα κατέληξα είναι το γεγονός ότι η Παναγιώτα Αβραμοπούλου “την ιδρώνει τη φανέλα”. Για 90′ αλλάζει πρόσωπα, υποδύεται όλους τους ήρωες μαζί με την Άννα και δεν μένει λεπτό ακίνητη. Αγχώνεται, μονολογεί, γελάει, κλαίει, φρικάρει, σκέφτεται αισιόδοξα, ξανακυλάει και σηκώνεται πάλι, είναι όλη η εικόνα τέτοια που δεν μπορεί να σε αφήσει ασυγκίνητο. Με τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Εμμανουήλ Μαύρου, φωτίζουν όλη την παθογένεια και τα κουσούρια της πατριαρχίας, που δεν αναγνωρίζει σε ένα νέο κορίτσι το δικαίωμα να μεγάλωσει ένα παιδί, την αξία της αγάπης που έχει ανάγκη ένα τέτοιο πλάσμα και που μπορεί να παίρνει σε υπερβολικές ποσότητες και από μια μονογονεϊκή οικόγενεια, χωρίς πολλά λεφτά ή τη φανταστική σπιταρόνα και το λουσάτο SUV.
Κι εγώ μεγάλωσα, μέχρι μια ηλικία με τους παππούδες μου, σε ένα χωριό στον θεσσαλικό κάμπο, γιατί οι γονείς μου ταξίδευαν πολύ λόγω δουλειάς – δεν είχα ούτε πολλά παιχνίδια ούτε ένα χλιδάτο σπίτι να ζω ούτε ένα μεγάλο μαλακό κρεβάτι, αλλά θυμάμαι με πολύ αγάπη αυτές τις μέρες και τη μόνη φορά που έκλαψα, μέχρι σήμερα, σε κηδεία στη ζωή μου, ήταν όταν χάσαμε την κυρά Χριστίνα, τη γιαγιά που έζησα ως τα τρία μου μαζί της. Αγάπη θέλουν τα παιδάκια και καλό φαγητό, που προσφέρεται κι αυτό με αγάπη, και μεγαλώνουν και ίσως να γίνουν και καλοί άνθρωποι.
Έχουν απομείνει δύο παραστάσεις ακόμη στο θέατρο Δρόμος και πρέπει να δείτε αυτήν την παράσταση. Θα αντικρίσετε την άγρια πλευρά της κοινωνίας και το πώς οδηγεί στα άκρα τους ανθρώπους, θα συγκινηθείτε, θα κάνετε μια προσευχή για να πάνε όλα καλά και θα ανακαλύψετε μια κοιτίδα πολιτισμού ακόμη, στην όμορφη θεατρική γειτονιά της Κυψέλης.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Νοέμβριος 2021
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv