Sin Radio Listen, don't just hear!

Το 1946, κυκλοφορεί το βιβλίο “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”, το οποίο ο Νίκος Καζαντζάκης θα το εμπνευστεί μετά τη γνωριμία και συναναστροφή του με τον Γιώργο Ζορμπά, αρχικά σε ένα ορυχείο στη Μαάνη και μετέπειτα στην αποστολή του συγγραφέα στον Εύξεινο Πόντο. Οι ιστορίες του και η περιπετειώδης, μέχρι τότε, ζωή του θα γίνουν η πρώτη ύλη για το βιβλίο, που 8 χρόνια αργότερα θα μεταφραστεί στα γαλλικά και θα γνωρίσει πρωτοφανείς αριθμούς πωλήσεων για ελληνικό βιβλίο και το 1964 ο Μιχάλης Κακογιάννης θα το κινηματογραφήσει, με Ζορμπά τον Άντονι Κουίν και συμπρωταγωνιστές τους Άλαν Μπέιτς, Ειρήνη Παππά, Λίλα Κέντροβα, Γιώργο Φούντα, Ελένη Ανουσάκη κ.α, με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη να κάνει παγκόσμια γνωστό το συρτάκι και να συστήνει την Κρήτη σε ολόκληρο τον κόσμο. Η εικόνα του Ζορμπά, όπως αποδόθηκε στο φιλμ, έγινε για χρόνια μια σπουδαία τουριστική ατραξιόν για την Ελλάδα, με ό,τι θετικό ή αρνητικό σημαίνει αυτό…
Διάβασα σχεδόν έφηβος το βιβλίο και είδα εικοσάρης την ταινία – ομολογώ πως, και στις δύο εκδοχές, η αίσθησή μου για την ιστορία αυτή είναι σχεδόν ταυτόσημη. Βαδίζοντας από την τέταρτη προς την πέμπτη πλέον δεκαετία μου, είχα την ευκαιρία να ξανασυναντηθώ με τον Ζορμπά, θεατρικά αυτή τη φορά, εδώ στη γειτονιά μας, στο φιλόξενο ‘Θέατρον’. Ήθελα να δω οπωσδήποτε αυτήν την παράσταση, καθώς έχω μεγάλη εκτίμηση στο πρόσωπο του Γιάννη Κακλέα ως σκηνοθέτη και ό,τι έχω δει από παραστάσεις του σπάνια με απογοήτευσε. Η παράσταση είναι μια διασκευή απευθείας από το βιβλίο, σε επιμέλεια Γιάννη Κακλέα και Γεράσιμου Ευαγγελάτου, που ήθελαν να φτιάξουν μια δουλειά που να μην έχει καμία σχέση με την ταινία, αλλά να προσεγγίζει, όσο το δυνατόν, τους ήρωες, όπως τους περιγράφει ο Καζαντζάκης. Αν το καταφέραν; Ας ακολουθήσουμε τον μίτο για να δούμε πού θα μας οδήγησει.
Αρκετοί που δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο, έχουν την εσφαλμένη εντύπωση πως ο Ζορμπάς είναι Κρητικός – όχι, είναι Μακεδόνας. Το ομολογεί στο λιμάνι του Πειραιά, όταν συναντά το Αφεντικό (ο συγγραφέας-αφηγητής) και τον πείθει πως είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να τον βοήθησει να ξαναβάλει μπροστά τα εγκαταλελειμμένα μεταλλεία, που κληρονόμησε σε μια έρημη γωνιά της Κρήτης. Ο νεαρός άνδρας δεν έχει γνώση από τέτοιες δουλειές και ζει μάλλον σε έναν κόσμο που έχει διαμορφώσει από διαβάσματα και ιδέες και όχι από την εμπειρία του. Η πρώτη του επαφή με την Κρήτη και τους κατοίκους του μικρού χωριού, κοντά στο μεταλλείο, θα τον τρομάξει, καθώς τέτοια όντα δεν έχει ξαναδεί. Θα καταλύσει με τον Ζορμπά στην πανσιόν της μαντάμ Ορτάνς, μιας αρτίστας που ξέμεινε στο νησί και ζει εκεί, περιμένοντας το τέλος της ζωής της…. Ο τόπος και οι άνθρωποί του, και ειδικότερα η νεαρή χήρα, που αποτελεί τον κρυφό πόθο όλων των ανδρών του τόπου, θα τον ταρακουνήσουν και θα τον κάνουν να προσπαθήσει να ξεπεράσει τους φόβους του, την ίδια στιγμή που το μεταλλείο, με τη φροντίδα του Ζορμπά, έχει ξεκινήσει την επαναλειτουργία του. Ο Ζορμπάς τον συμβουλεύει να είναι πιο αποφασιστικός, την ίδια στιγμη που ο ίδιος έχει δημιουργήσει ένα μικρό ρομάντζο με την Ορτάνς, λέγοντάς της όσα επιθυμεί να ακούσει. Ένα ταξίδι για την αγορά κάποιων υλικών από τον Ζορμπά θα γίνει “αρμένικη” βίζιτα και, όταν επιστρέψει, δεν θα βρει τίποτα πια ίδιο – η Ορτάνς πεθαίνει, το ορυχείο δεν δίνει τίποτα και επιστέγασμα σε όλα αυτά είναι η παταγώδης αποτυχία ενός σχεδίου του για τη μεταφορά ξυλείας από το βουνό στην παραλία… Ο Ζορμπάς, πιστός στο διονυσιακό του θυμικό, θα ξορκίσει το κακό με χορό και χαμόγελο, προτού ξαναπάρει τον δρόμο για την επόμενή του περιπέτεια!
Το βιβλιο εξιστορεί τις αναμνήσεις του νεαρού συγγραφέα, από τους μήνες που έζησε μαζί με τον Ζορμπά και το πώς αυτή η συνάντηση, ταυτόχρονα με όσα πέρασαν στην Κρήτη, τον διαμόρφωσε σε έναν άλλο άνθρωπο. Μαζί με την προσωπική του ιστορία, σκιαγραφεί και έναν, αντίθετο από τον ίδιο, τύπο ανθρώπου, που γεννήθηκε φτωχός, η ζωή του φέρθηκε μάλλον δύσκολα και που η ιδιοσυγκρασία του εύκολα μπορούσε να πείσει κάποιον πως ο Ζορμπάς ήταν ένας άνθρωπος φυγόπονος και αναίσθητος, ενώ συνέβαινε το αντίθετο και όλο αυτό ήταν η άμυνά του. Αν αυτό το βλέπει κάποιος στην παράσταση, θα πω ευθαρσώς πως όχι.
Πιστεύω πως σκοπός των δημιουργών της ήταν να φτιάξουν ένα πολύ όμορφο-μεγάλο θέαμα – το πέτυχαν στον απόλυτο βαθμό να έχουν αρκετά καλούς ηθοποιούς σε όλη τη διανομή, ώστε ερμηνευτικά να μην υπάρξει καμία παραφωνία και το εγχείρημα να υποστηριχτεί με τους καλύτερους σε όλες τις τεχνικές κατηγορίες. Αποστολή της παράστασης ήταν να διασκεδάσει το κοινό, κρατώντας αυτή την φολκλόρ εικόνα που υπάρχει για την Ελλάδα (ήλιος, θάλασσα, ωραίοι γελαστοί άνθρωποι), χωρίς να μπει στη διαδικασία να παρουσιάσει αναλυτικά όλα αυτά που “δουλεύουν” μέσα στους ήρωες. Έτσι, πολλά γεγονότα χάνονται μέσα στη δραματουργία, ως αφηγήσεις, και οι χαρακτήρες των ανθρώπων δεν αποτυπώνονται ολοκληρωτικά.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο Γιάννης Στάνκογλου, ως Ζορμπάς, βγάζει επι σκηνής όλη αυτήν την ορμή και την αυθεντικότητα του ήρωα, ενός ανθρώπου που πρώτα ενεργεί και μετά σκέφτεται! Τον βοηθούν να γίνει ο “Ζορμπάς” στα μάτια μας, το ταλέντο και η ερμηνευτική του δεινότητα και, φυσικά, η πείρα του στο θέατρο – δεν θα μπορόυσε επουδενί να υπάρξει καλύτερη επιλογή. Η πιο “εσωτερική” του πλευρά, που έχει διαμορφωθεί από τις ήττες και τις απώλειές του, αναδεικνύεται περισσότερο από τα περιγραφικά κομμάτια του αφεντικού-συγγραφέα, που υποδύεται ο Αιμιαλιανός Σταματάκης. Η συνολική του εικόνα έρχεται σε κόντρα με όσα γνωρίζουμε για τον Καζαντζάκη (που αυτοβιογραφείται στο έργο), καθώς παρουσιάζεται υπέρμετρα φλύαρος και άτολμος και, κάποιες φορές, χαμένος στον κόσμο του. Νομίζω ότι δεν είναι αστοχία του ηθοποιού, αλλά του πώς αποφασίστηκε να δοθεί στην παράσταση αυτός ο ρόλος. Αντιθέτως, η Μαντάμ Ορτάνς της Όλιας Λαζαρίδου ήταν έξοχη, με τη γαλλική προφορά της (λίγο υπερβολική κάπου, αλλά μικρό το κακό) να δίνει τον τόνο και, στην εξιστόρηση του παρελθόντος της, σε σύγκριση με την τωρινή μοναξιά της, ήταν ανατριχιαστική – στα συν και η εξαιρετική σκηνική χημεία με τον Γιάννη Στάνκογλου.
Ο Ιβάν Σβιτάιλο, στον ρόλο του Μαυραντώνη (πρόεδρος του χωριού), ήταν πάρα πολύ καλός, με κορύφωση την σκηνή που βρίσκει το νεκρό του γιο Παυλή, τον οποίο ερμηνεύει εξαιρετικά ο Αντώνης Καρναβάς, δίνοντας όλη τη δύναμη ενός ανεκπλήρωτου έρωτα, που μπορεί να οδηγήσει μια ευαίσθητη ψυχή σε πράξεις απερισκεψίας. Το αντικείμενο του πόθου και ηθική αυτουργός για το κακό (κατά το χωριό και την οικογένεια), η νεαρή χήρα, ενσαρκώνεται από την Ηλιάνα Μαυρομάτη. Κι εδώ έχουμε μια παρουσίαση ενός κομβικού χαρακτήρα με άλλον τρόπο, καθώς βλέπουμε επί σκηνής ένα αγρίμι που θέλει να ζήσει ελεύθερο από συμβάσεις, χωρίς να έχουμε καμία επιπλέον πληροφορία για το πώς έφτασε σε αυτήν τη διάθεση ή το ποια είναι η θέση της μέσα στο χωριό, καθώς εμφανίζεται ξαφνικά μέσα στην ιστορία. Σταθερά πολύ καλή σε ό,τι της ζητήθηκε… Ο άνθρωπος που τη συνοδεύει, ο τρελός του χωριού, του Δημήτρη Φουρλή, ήταν ακόμη μια πολύ ωραία ερμηνεία, σε έναν ρόλο που εύκολα μπορεί να γίνει καρικατούρα.
Η υπόλοιπη ομάδα των ηθοποιών, Θοδωρής Τσουανάτος, Νίνα Φώσκολου, Γιάννης Γιαννούλης, Δέσποινα Πολυκανδρίτου, Νικόλας Γραμματικόπουλος, Τέλης Ζαχαράκης, Νίκος Κωνσταντόπουλος, Ηρακλής Κωστάκης, Σοφία Μιχαήλ, Ματίνα Περγιουδάκη, Πηνελόπη Σεργουνιώτη, Δανάη Σταματοπούλου, Εμμανουήλ Στεφανουδάκης, Βασίλης Τσιγκριστάρης, ήταν καλοκουρδισμένοι και απόλυτα πιστοί σε ό,τι τους ζητήθηκε από τον σκηνοθέτη. Ο Γιάννης Κακλέας, για ακόμη μια φορά σε μεγάλη σκηνή, έφτιαξε μια παράσταση που αποζημιώνει αισθητικά, και όχι μόνο, τον θεατή της. Με πολύ καλό ρυθμό, εναλλαγές σκηνών και τοπίων, που αποδίδουν την εξέλιξη της υπόθεσης (και γεμίζουν και τα μάτια του κοινού) και φυσικά καλοδουλεμένος όλος το θίασος από τον πρώτο ρόλο ως τον τελευταίο, μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, παρουσιάσε μια παράσταση που αποθεώνει τον κεντρικό της ήρωα (ακόμη κι αν αδικεί λίγο τους συν αυτώ) και μένει αρκετά πιστή στο αρχικό υλικό του βιβλίου, με τις όποιες συμβάσεις έγιναν για να δημιουργηθεί κάτι που θα είναι αρεστό σε όλους.
Πολύτιμη η συνεργασία του Μανώλη Παντελιδάκη στη σκηνογραφία, που παρουσίασε ένα υπερθέαμα ακόμη μια φορά – είδαμε λιμάνι του Πειραιά, πλατεία χωριού, ξενοδοχείο της Μαντάμ Ορτάνς, παραλίες, ορυχείο, νεκροταφείο. Η Ηλένια Δουλαδίρη στα κοστούμια – καλαίσθητα, απόλυτα στο πνεύμα του έργου, η Αγγελική Τρομπούκη στις χορογραφίες, οι φωτισμοί από τη Στέλλα Κάλτσου και φυσικά η μουσική επιμέλεια από τον Βάιο Πράπα, που επέλεξε να χρησιμοποιηθεί η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, συνεισφέραν τα μέγιστα, ώστε να βγει άψογο το τελικό αποτελέσμα.
Ο ‘Ζορμπάς’ στο Θέατρον, που ολοκληρώνει προσεχώς τις παραστάσεις του, είναι μια από αυτές τις παραστάσεις που δεν σε αφήνουν παραπονούμενο. Μπορεί να βρεις και να σχολιάσεις αρκετά σημεία που θα ήθελες να ήταν κάπως αλλιώς, αλλά, όταν επεξεργαστείς πιο χαλαρά αυτό που είδες, το πρόσημο είναι υπερ-θετικό! Επιτυγχάνει να παρουσιάσει στο ευρύ κοινό ένα έργο του σπουδαίου Νίκου Καζαντζάκη, κρατώντας πολλά από τα σημαντικά του στοιχεία, όπως αυτό της παρουσίασης της Κρήτης, που έχει τα δικά της ήθη και έθιμα (εξαιρετική όλη αυτή απόδοση), της διαφορας του ανθρώπου που ενεργεί γρήγορα, σε αντίθεση με αυτόν που σκέφτεται προτού ενεργήσει, χωρίς να κρίνει καμία απο τις συμπεριφορές και με τη συνοδεία της αυθεντικής μουσικής, που τόσο αγαπάμε όλοι, να δημιουργήσει αισθήματα χαράς και ευφορίας και χαμόγελα στους θεατές της.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Ιανουάριος 2023
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv