Sin Radio Listen, don't just hear!

Έχω να μιλήσω στον αδελφό μου 5 χρόνια – ο λόγος απλός. Πιστεύει ότι αυτός είναι το κέντρο του κόσμου, πως όλοι υπάρχουν στη γη για να τον υπηρετούν και όλο αυτό, χωρίς ο ίδιος να έχει καμία υποχρέωση σε κανέναν. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, έκανα ότι δεν καταλαβαίνω, έλεγα θα φτιάξουν τα πράγματα και άκουγα τους γονείς μας, που δεν ήθελαν τα παιδιά τους να ζουν σε μια κατάσταση “εμφυλίου”. Ναι, σωστά, δεν το θέλανε, αλλά αναρωτήθηκαν ποτέ ποιος έχει ένα μεγάλο κομμάτι ευθύνης για ό,τι έχει συμβεί; Σίγουρα όχι εγώ, που, ως μεγαλύτερος, ήμουν αυτός που εισέπραττε όλη την “καταιγίδα”, γιατί όφειλα να παραδειγματίζω τον μικρότερο. Και αυτός, παρακολουθώντας τι ενοχλεί σε μένα τους γονείς, φρόντιζε να έχει το σωστό προσωπείο και να θεωρείται “ο καλός γιος”.
Ο ίδιος γιος που μόλις απέκτησε (με την πλάτη των γονέων, φυσικά) τη δική του επιχείρηση και ένιωσε ανεξάρτητος, έβγαλε όλα όσα κρατούσε μέσα του και έδειξε ποιος ήταν. Δεν αντιστράφηκαν οι ρόλοι, όμως, γιατί ακόμη είχε δρόμο το παραμυθάκι μας – αφού έκανε δική του οικογένεια, τράβηξε το σχοινί στα όριά του, δοκιμάζοντας τις αντοχές όλων, πιστεύοντας ότι θα του ξαναπεράσει… και του πέρασε… μέχρι που πρώτος είπα “φτάνει”. Σε εμένα, όχι σε εκείνον. Είπα “φτάνει” στο πρόσωπο που όλα τα έχει κάνει σωστά, που έχει την καλύτερη ζωή (όπως ισχυρίζεται), που έχει δικαίωμα να κρίνει, να διαβάλλει, να μηχανορραφεί για τα φέρει όλα υπέρ του και όλοι οφείλουν να το δέχονται και να τον υμνούν…. Σε αυτόν τον άνθρωπο, αν ποτέ βρεθούμε στον ίδιο χώρο, δεν ξέρω τι θα πρωτοπώ και σίγουρα δεν θα είναι μια ευχάριστη εμπειρία για εκείνον σίγουρα… για μένα δεν το έχω σκεφτεί. Δεν νιώθω κάτι αρνητικό γι’αυτόν – αντιθέτως θέλω να είναι υγιής αυτός και η οικογένειά του, να προοδεύει στη δουλειά του και να μην με ενοχλεί. Θα βρεθούμε υποχρεωτικά στον ίδιο χώρο, αν συμβεί κάτι στους γονείς μας – δεν θα τον ειδοποιήσω εγώ, κάποιον θα βρω να το κάνει, όμως.
Μια μητέρα, βαριά άρρωστη, πεθαίνει. Η μεγάλη κόρη, που τη φροντίζει, αναλαμβάνει όλη τη διαδικασία για την ταφή της και δεν ειδοποιεί ποτέ την αδελφή της. Ο λόγος; Η μικρή αδελφή και οι πράξεις της ήταν πάντα απορριπτέες από την ίδια και τους γονείς τους και ποτέ δεν ακολούθησε το πνευματικό επίπεδο της οικογενείας, επιλέγοντας να γίνει δημοσιογράφος, να παντρευτεί έναν ταπεινό βοηθό του μπαμπά και γενικά όλα τα έχει κάνει λάθος κατα την κρίση της μεγάλης… Η μεγάλη αδελφή, ακαδημαϊκός με πλούσια φιλανθρωπική δράση σε πρόσφυγες και ανθρώπους που υποφέρουν, πιστεύει ότι εκπροσωπεί όλα τα ιδανικά που διείπαν την οικογένειά τους, τον αρχαιολόγο πατέρα και τη λογοτέχνιδα μητέρα. Τη βρίσκουμε, ενώ οργανώνει μια ομιλία, στην αίθουσα που θα συγκεντρωθούν οι καλεσμένοι της – χορηγοί για το έργο της.
Η μικρή αδελφή εισβάλλει στον χώρο. Ζητάει τον λόγο που δεν ειδοποιήθηκε.
Η Μυρτώ (η μεγάλη δηλαδή) εκρήγνυται και ξεσπάει, λέγοντας ότι η μικρή της αδελφή θέλει ακόμη μια φορά να της καταστρέψει ό,τι κάνει. Ακολουθεί ένα λογύδριο που εξιστορεί γεγονότα και καταστάσεις, όπως τα έχει αντιληφθεί η ίδια, από την παιδική τους ηλικία. Η Γιούλικα (η μικρή αδελφή) αντεπιτίθεται, αντιπαραβάλλοντας τη δική της άποψη, που αρκετές φορές τυχαίνει να ταυτίζεται με εκείνη που είχαν και οι γονείς τους τότε και κατηγορεί για μια σειρά απο πράξεις – που δεν της λες και πολύ “αδελφικές” – την Μυρτώ.
Αλήθεια, πόσα παιδάκια έχουν επιχειρήσει να πνίξουν το νεογέννητο αδελφάκι τους στην κούνια, επειδή νιώθουν απειλή, γιατί πιστεύουν ότι θα φύγει η προσοχή από αυτά; Πόσα μικρότερα αδέλφια, που δεν έχουν τις δεξιότητες ή τα ταλέντα των μεγαλυτέρων, δεν προσπαθούν να τα μιμηθούν, ώστε να πάρουν κι αυτά μια καλή κουβέντα; Και πόσοι γονείς κάνουν το λάθος να διαχωρίζουν τα παιδιά τους, απαξιώνοντας κάποιο που δεν ακολουθεί το πρότυπο “περί παιδιού”, που είχαν στο κεφάλι τους;
Αυτά όλα, με τη μορφή λεκτικού κύματος, λούζουν τη Μυρτώ, που απαντάει με νεύρα και έντονες σωματικές κινήσεις, εμπλέκοντας στην ιστορία ανθρώπους που δεν είναι παρόντες και ξέρει ότι θα πληγώσει, η αναφορά τους, την Γιούλικα, μαζί με τις αρχικές αιτιάσεις περί ζήλιας και κινήτρου καταστροφής του έργου της. Μοιραία, στο επίπεδο αυτό πέφτει και η μικρή, βγάζοντας στη φόρα μυστικά και λόγια που δεν έχουν λόγο να ειπωθούν, με σκοπό πρώτα να αμυνθεί και μετά να πονέσει κι εκείνη την αδελφή της.
Τα δύο κορίτσια θα συνεχίσουν να εκτοξεύουν φωνές και θυμό η μία στην άλλη, μέχρι που θα γίνει μια μικρή αποφόρτιση, μέσω ενός κοινού αγαπημένου τραγουδιού, που μιλάει για την όμορφη ζωή. Και θα προσπαθήσουν να μιλήσουν πιο ανθρώπινα, η Μυρτώ θα προβάλλει το κοινωνικό της έργο, ενώ η συζήτηση περιστρέφεται σε εφηβικές αναμνήσεις, προκειμένου να δείξει ξανά την υπεροχή της, για να λάβει την πληρωμένη απάντηση για τις συνθήκες που είχε εξαναγκάσει τη μητέρα τους να νοσηλεύεται… το κακό για τους ξένους ανθρώπους μπορεί να το δει και το νιώσει, ενώ για την μητέρα της η ίδια συνθήκη είναι κάτι φυσιολογικό.
Θα συνεχίσουν στο ίδιο μοτίβο, με την Γιούλικα να αποδέχεται κάποια στιγμή τα όσα της χρεώνει η Μυρτώ, ως σφάλματα, και να παραδέχεται πως δεν έχει κάποιο αρνητικό συναίσθημα για την αδελφή της. Δεν είδα να συμβαίνει το ίδιο από την άλλη πλευρά, μια ικανοποίηση πως έχει κάποια δίκια, μερικές σκόρπιες κουβέντες για να χρυσώσουμε το χάπι και μια παραδοχή που έλεγε κάτι σαν “30 χρόνια αυτό συμβαίνει και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει”. Από την μία, παραδοχή αγαπης ξεκάθαρη και από την άλλη, ένα “σε αγαπώ, αλλά εφόσον πληροίς τους όρους μου”…
Είδαμε δύο διαφορετικές προσωπικότητες, που κουβαλάνε όλες τις αμαρτίες και τα σφάλματα της ανατροφής των γονιών τους και που, ως ενήλικες πλέον, συνεχίζουν τον διαχωρισμό της καλύτερης και της χειρότερης. Με αφορμή τον θάνατο της μητέρας και όσα επακολούθησαν, βρίσκουν την ευκαιρία να τολμήσουν ένα μεγάλο ξεκαθάρισμα λογαριασμών, όπως πιστεύουν. Με παραλληρηματικο, σχεδόν, τρόπο επικοινωνούν και ομολογούν τις αλήθειες τους, σε μια έκρηξη λεκτικής βίας, που υποβόσκει και διαρκώς τροφοδοτείται. Ακόμη κι όταν ομολογούνται θετικά συναισθήματα, ο θυμός δεν τα αφήνει να κυριαρχήσουν, μη δίνοντας την υπόσχεση ότι αυτό που συνέβη δεν θα επανέλθει, σε πρώτη ευκαιρία.
Το κείμενο του Πασκάλ Ραμπέρ, πυκνό και εξαιρετικά καλογραμμένο, βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για την οικογένεια, αλλά στην αθέατη και όχι τόσο ειδυλλιακή πλευρά της, τους ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο, ως απόκληροι – είτε είναι πρόσφυγες, είτε υπερήλικες γονείς, έχουν κοινές αναφορές και πολλά κοινά στοιχεία δυστυχίας. Η σκηνοθεσία του είναι λιτή, όπως και η σκηνογραφία, και δίνει βάση στις ηθοποιούς. Επιδιώκει όλη αυτή η οργή και αυτά που σιγοβράζουν μέσα τους, να εκφραστούν με το σώμα, το πρόσωπο, τη φωνή και όχι με άλλα μέσα και τα καταφέρνει στον μέγιστο βαθμό. Φέρνει στα όρια τις δύο πρωταγωνίστριές του, Μυρτώ Αλικάκη και Γιούλικα Σκαφιδά, και τις υποβάλλει σε ένα πολύ δύσκολο υποκριτικό “μαρτύριο”, στη διάρκεια του οποίου, δεν μένουν λεπτό ακίνητες και βγάζουν υπερβολική ποσότητα ενέργειας που γεμίζει τη σχετικά άδεια σκηνή.
Απίστευτες, λοιπόν, και οι δύο πρωταγωνίστριες – απορούσαμε στο τέλος πώς μάθανε όλο αυτό το κείμενο και αναρωτιόμασταν πόσο δύσκολο θα ήταν να συνθέσουν λόγια με κίνηση και όλα τα συναισθήματα των λέξεων. Σίγουρα από τις πιο δυνατές θεατρικές εμπειρίες της χρονιάς, από ένα είδος που σταδιακά κερδίζει και χώρο και κοινό.
Αν η βία και η ένταση και οι αληθινές ιστορίες πίσω από τα φώτα δεν σας τρομάζουν, αλλά αντιθέτως σας ανοίγουν λίγο ακόμα το παράθυρο στην αθέατη πλευρά της ζωής, αυτήν την παράσταση θα την ερωτευτείτε. Όσοι τυχόν προσέλθουν για τις δύο πρωταγωνίστριες, σίγουρα θα δουν κάτι διαφορετικό από όσα τις έχουν συνηθίσει και θα δοκιμάσουν μια πολύ δυνατή εμπειρία. Εμείς την προτείνουμε στους θεατρόφιλους της πόλης, που αγαπάνε το καλό και αληθινό θέατρο.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Δεκέμβριος 2021
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv